Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1388 | 1389 | (Page 1390) | 1391 | 1392 | .... | 1462 | newer

    0 0

    EfraimFilotheitis112

    Ο Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης μιλάει για τις προϋποθέσεις άσκησης της νοεράς και αδιαλείπτου προσευχής, σύμφωνα με όσα είδε και έζησε ως υποτακτικός του μεγάλου συγχρόνου διδασκάλου της νοεράς προσευχής Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού.

     


    0 0

    Ο Άγιος Ιερομάρτυς Φιλούμενος (1913-1979).

    Η Ελένη Ν., η οποία κατάγεται από τη Ρόδο, ήταν για επτά χρόνια χρήστης ναρκωτικών. Παρόλο που είχε κάνει κάποιες προσπάθειες απεξάρτησης, εντούτοις πάλι επέστρεφε στα ίδια.

    Δεν μπορούσε να εργαστεί και η σχέση της με την οικογένεια της είχε γίνει πολύ δύσκολη.
    Σε μια τελευταία προσπάθεια της μητέρας της για να τη βοηθήσει, μετέβησαν στην Αθήνα, όπου εισήχθη σε κέντρο απεξάρτησης. Εκεί όμως δεν συνεργαζόταν καθόλου με τους ειδικούς· φώναζε, θύμωνε, χτυπούσε.
    Η μητέρα της απελπισμένη προσευχόταν στον Άγιο Φιλούμενο, για τον οποίο είχε ακούσει πολλά, και τον παρακαλούσε να την βοηθήσει.
    Μια μέρα η Ελένη ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Όταν αποκοιμήθηκε, η μητέρα της κλαίγοντας προσευχήθηκε πάλι στον Άγιο Φιλούμενο.

    Ταυτόχρονα παρακάλεσε και κάποιο γνωστό της να ψάλλει εκείνη την ώρα τον Παρακλητικό του κανόνα.
    Όταν αργότερα ξύπνησε η Ελένη, ήταν συγκλονισμένη από ένα πολύ παράξενο όνειρο που είχε δει. Είδε στον ύπνο της ότι έτρωγε με μανία ένα μαύρο γάτο.

    Ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά της ένας ιερέας, ο οποίος της άρπαξε τον γάτο και της είπε αυστηρά:
    – Φτάνει πια! Δεν θα ξαναφάς άλλο απ’ αυτό!
    Η Ελένη σαστισμένη του είπε:
    – Ποιος είσαι εσύ και πώς βρέθηκες εδώ;
    Ο ιερέας της απάντησε:
    – Είμαι από την Κύπρο, αλλά ήλθα τώρα προσωρινά στην Αθήνα για να σε βοηθήσω.
    Η Ελένη μετά το όνειρο ξύπνησε με εντελώς διαφορετική διάθεση, συνεργάστηκε με τους ειδικούς και σε σύντομο χρονικό διάστημα γύρισε στο σπίτι της.
    Τώρα είναι καλά, εργάζεται κανονικά και η σχέση της με τους οικείους της έχει αποκατασταθεί.

    Από το βιβλίο ο “Άγιος Ιερομάρτυς Φιλούμενος ο Κύπριος”, έκδοση Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου, Ορούντα Κύπρος.


    0 0

    [caption id="attachment_106190" align="aligncenter" width="451"]Ιερομόναχος Ιωακείμ Νεοσκητιώτης Ιερομόναχος Ιωακείμ Νεοσκητιώτης[/caption]

    Γεννήθηκε στο χωριό Κοντογουράτα της Κεφαλλονιάς από ευσεβή οικογένεια. Ο παππούς του και ο πατέρας του προείδαν το τέλος τους. Ο πατέρας του ονομαζόταν Γεράσιμος Σπετσιέρης και η μητέρα του Διαμαντούλα Φαραντάτου. Ο πατέρας του πατέρα του ήταν ο ιερεύς Ιωάννης (+1859), ο οποίος προείπε την ιερατική εξέλιξη του εγγονού του. Στην αγία κολυμβήθρα, κατά τη θέληση εκείνου, έλαβε τ’ όνομα του παππού του. Όταν ήταν παιδί, όλοι τον φώναζαν παπά. Πολλές φορές κινδύνεψε να πεθάνει από διάφορες ασθένειες, αλλά η σωστική βοήθεια της Παναγίας τον προφύλαξε. Καθώς γράφει ο ίδιος στ’ Απομνημονεύματά του, «εκ της μικράς ηλικίας μου εις έρως κατέτρωγε την καρδίαν μου, να γίνω μοναχός». Υποτάχθηκε με αφοσίωση σ’ ενάρετους και αυστηρούς Γέροντες, τον Χριστόφορο, και τον ιερομόναχο Συνέσιο (+1920), που ήσαν Κεφαλλονίτες, στη Νέα Σκήτη, στην ταπεινή Καλύβη της Συνάξεως των Εικοσάριθμων Αγίων Αναργύρων, το 1877. Από τη Θεσσαλονίκη ήλθε στο Άγιον Όρος με τα πόδια. Εκάρη το 1878 μοναχός και ονομάσθηκε Ιωακείμ. Η Παναγία και οι Άγιοι Ανάργυροι της Καλύβης του πολλές φορές τον βοήθησαν σε διάφορα παθήματά του. Το 1885 αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα. Το 1889 χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος στον Πανάγιο Τάφο από τον αρχιεπίσκοπο Θαβωρίου Γρηγόριο. Σε θεία Λειτουργία, στην ιερά μονή Αγίου Παύλου, είδε ως ολόλαμπρο προβολέα να κατέρχεται το Πανάγιο Πνεύμα στα Τίμια Δώρα της Αγίας Τραπέζης. Ενώ περιήρχετο την επαρχία Δημητριάδος ως ιεροκή¬ρυκας και Πνευματικός, σε μία αναίμακτη θεία ιερουργία τον είδαν οι πιστοί να μην πατά στη γη. Στις συχνές θείες Λειτουργίες του το πρόσωπό του αλλοιωνόταν και γινόταν πιο φωτεινό, όλο λαμπρότητα και χάρη. Ιδιαίτερη ευλάβεια είχε στην Παναγία. Όποτε ανέφερε τ’ όνομά της, τα μάτια του έτρεχαν ποτάμι δάκρυα. Την αποκαλούσε «Παναγίτσα μου» με παιδική τρυφερότητα. Τον είχε συνδράμει σωτήρια σε πολλές μεγάλες ανάγκες και περιπέτειες του βίου του. Μ’ ένα καφέ και λίγο μέλι περνούσε ευχάριστα όλη την ημέρα του. Τους υβριστές και κατηγόρους του αποκαλούσε μέσα από την αγαθή καρδιά του ευεργέτες του! Υπήρξε μαθητής καλός του αγίου Νεκταρί¬ου και μετά την κοίμησή του, αισθανόταν να βγαίνει από τον τάφο του, στο μοναστήρι της Αίγινας, ευωδία ως εκλεκτό μοσχοθυμίαμα. Ήξερε τα καλά της ασκητικής διαγωγής. Ποτέ δεν έβαζε θέρμανση στην εκκλησία και στο κελλί του και μέσα στο καταχείμωνο. Στον υποτακτικό του έλεγε με νόημα: «Οι πατέρες πώς άντεχαν επάνω εις τους στύλους ασκούμενοι, υπομένοντες όλας τας δυσμενείς καιρικάς συνθήκας; Δεν εκρύωναν εκείνοι; Κι εμείς μέσα στα σπίτια μας και στα ρούχα τυλιγμένοι κρυώνουμε!». Η θερμή προσευχή του θαυματουργούσε. Έλυσε τη στείρωση γυναικών, έσωσε απελπισμένους, λύτρωσε απαρηγόρητους και φτωχούς. Τη γραφίδα του χρησιμοποίησε άριστα μόνο προς ψυχωφέλεια. Όπως, όταν περιέγραψε τη συνάντησή του με την ερημίτιδα Φωτεινή στον ποταμό Ιορδάνη των Ιεροσολύμων, καθιστάμενος κατά κάποιον τρόπο άλλος αββάς Ζωσιμάς. Η συνεχής προσευχή, η εγκράτεια, η ανεξικακία, η ταπείνωση και η αγάπη τον κοσμούσαν σε όλο του τον βίο, καθώς διηγείτο ο καλός υποτακτικός του μοναχός Θεοφύλακτος (+1986), και αναφέρει στα ωραία του Απομνημονεύματα, ο σεμνός αυτός, θεοτοκοφιλής και λόγιος Νεοσκητιώτης ιερομόναχος, που εκοιμήθη στις 29.9.1943. Είχε πεθάνει πριν πεθάνει, καθώς του είχαν πει οι μακάριοι Γεροντάδες του, όταν ήταν νέος. Η Παναγία, κάποια φορά που ήταν άρρωστος, του είχε πει: «Ο ελπίζων εις εμέ δεν φοβάται ούτε σε τούτη ούτε στη άλλη ζωή!». Με την ευλογία της εκινείτο. Προείδε το τέλος του. Έλεγε συνέχεια τους Χαιρετισμούς της πολυαγαπημένης του Παναγίας, ακόμη και στον ύπνο του. Παραμονές της εκδημίας του είδε στ’ όνειρό του τον φίλο του, τον άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως (+1920). Μίλησε ξανά στον καλό υποτακτικό του Θεοφύ¬λακτο για την έξοδο την ανεπίστροφη από τον μάταιο αυτό κόσμο.

    Πηγές-Βιβλιογραφία

    Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού, Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Α', Αθήναι 1979, σσ. 27-30. Συνοδείας Σπυρίδωνος Ξένου αρχιμ., Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Σπετσιέρης, Νεοσκητιώτης, Ανέκδοτα από τη ζωή του, Ο Όσιος Γρηγόριος 4/1979, σσ. 47-55. Ιωσήφ μοναχού, Πατερικαί Μορφαί Νέας Σκήτης, Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 40-51. Ιωακείμ Σπετσιέρη αρχιμ., Απομνημονεύματα, Αγιορειτική Μαρτυρία 6/1990, σσ. 53- 54, 11/1991, σσ. 101-103, 16-17/1992, σ. 129. Του αυτού, Η ερημίτις Φωτεινή, Άγιον Όρος 2006".

    Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1901-1955, σελ.367-369 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.


    0 0

    Η μνήμη του εορτάζεται στις 29 Σεπτεμβρίου. Ο Άγιος Μαλαχίας γεννήθηκε κατά το έτος 1500 μ.Χ. στην Λίνδο της Ρόδου...

    0 0

    Το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής, από την Β΄ προς Κορινθίους επιστολή του Απ. Παύλου, είναι σε νεοελληνική μετάφραση το ακόλουθο: «Αδελφοί, μπορεί να υπάρχουν στον ίδιο τόπο ο ναός του Θεού και ο ναός των ειδώλων; Εσείς είστε ναός του αληθινού Θεού, όπως ο ίδιος είπε: Θα κατοικήσω ανάμεσά τους και θα πορεύομαι μαζί τους. Θα είμαι Θεός τους, κι αυτοί θα είναι λαός μου. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος: Φύγετε μακριά απ’ αυτούς και ξεχωρίστε. Μην αγγίζετε ακάθαρτο πράγμα, κι εγώ θα σας δεχτώ. Θα είμαι για σας ο Πατέρας, κι εσείς θα είστε γιοί και θυγατέρες μου, λέει ακόμα ο παντοκράτορας Κύριος. Αφού λοιπόν, αγαπητοί μου, έχουμε αυτές τις υποσχέσεις, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από καθετί που μολύνει το σώμα και την ψυχή. Ας ζήσουμε μία άγια ζωή με φόβο Θεού» (Β΄ Κορ. 6,16-7,1).

    Τα λόγια αυτά απευθύνονται στους χριστιανούς της Κορίνθου, για τους οποίους η χριστιανική ιδιότητα συνοδευόταν από ορισμένες βασικές θυσίες μέσα στην κοινωνία της εποχής. Δεν ήταν π.χ. αυτονόητο ότι μπορούσε κανείς να ασπασθεί τον Χριστιανισμό και παράλληλα να εξακολουθεί να μετέχει στην κοινωνική ζωή της πόλης του, ή να προάγεται επαγγελματικά, χωρίς η χριστιανική ιδιότητά του να του στέκεται εμπόδιο. Έπειτα, υπήρχαν και τα λεγόμενα «ειδωλόθυτα», υπολείμματα δηλαδή κρεάτων από ζώα θυσιασμένα στους ειδωλολατρικούς θεούς που προσφερόταν σε συνεστίαση. Ήταν δυνατό να λάβει μέρος ο χριστιανός σε μία τέτοια εκδήλωση; Αλλά και ήταν εύκολο να αρνηθεί τη συμμετοχή του στους συγγενείς ή φίλους που τον καλούσαν; Κι αν ο προσκαλών ήταν ο εργοδότης του, ήταν τόσο αυτονόητο για τον νέο χριστιανό να αρνηθεί θέτοντας σε κίνδυνο τη θέση του; Το πρόβλημα σε μας σήμερα φαίνεται λιγότερο οξύ, τότε όμως ήταν ένα καυτό υπαρξιακό και πρακτικό πρόβλημα.

    Η απάντηση του Παύλου είναι αυστηρή: Όπως το φως δεν έχει καμιά σχέση με το σκοτάδι, έτσι και ο χριστιανικός Θεός δεν έχει με τα είδωλα. Η αλήθεια δεν μπορεί να συνυπάρχει με το ψέμα. Εκείνη οδηγεί στη ζωή, αυτό στον θάνατο. Τα ασυμβίβαστα δεν συνταιριάζονται παρά με ζημία πάντοτε για τις συνειδήσεις. Και όμως πολλές φορές, ιδίως σήμερα, φιμώνεται η βαθύτερη διαμαρτυρία της συνειδήσεως, κι ο συμβιβασμός γίνεται αυτονόητη πραγματικότητα για την οποία κανείς δεν ανησυχεί. Θυσιάζονται ιδανικά και ιδεολογίες για την επίτευξη οικονομικής και επαγγελματικής ανόδου, για την εξασφάλιση μιάς κοινωνικής θέσης, για την τακτοποίηση γενικά μέσα στη ζωή. Όσο κι αν δεν είναι αρεστό να το ομολογούμε, ο συμβιβασμός με τις διάφορες καταστάσεις της ζωής παρατηρείται σε μεγάλη κλίμακα, πολλές φορές μάλιστα είναι και αναπόφευκτος. Κι ας μη νομίσει κανείς ότι αυτό γίνεται πάντοτε συνειδητά και σχεδιασμένα. Μπορεί να παρεκκλίνει κανείς σε μία γεμάτη συμβιβασμούς συμπεριφορά χωρίς να το καταλάβει, ανεπαίσθητα, με ευσεβή καμιά φορά προσχήματα. Η συνήθεια στον χριστιανισμό υπάρχει κίνδυνος να μεταφέρει τον χριστιανό από την ουσία στον τύπο, από το πνεύμα της αγάπης στο γράμμα του Νόμου. Πάνω όμως από τη συνήθεια βρίσκεται η συνειδητή συμπεριφορά, η ολοκληρωτική προσκόλληση στον Θεό μακριά από συμβιβασμούς και ψεύτικη ικανοποίηση της συνειδήσεως, μακριά από προσκόλληση σε είδωλα.

    Το μήνυμα του Παύλου προς τους Κορινθίους αποτελεί μία αφυπνιστική φωνή προς τον χριστιανό κάθε εποχής, φωνή εναντίον του εύκολου συμβιβασμού, της «δίψυχης» συμπεριφοράς, της απαράδεκτης προσαρμοστικότητας. Ο πιστός δεν ζει βέβαια εκτός τόπου και χρόνου, και δεν μπορεί να είναι ανεπηρέαστος από τις ελκυστικές δυνάμεις της ζωής. Ως ναός όμως του ζωντανού Θεού δεν πρέπει να επιτρέψει στον εαυτό του τη φθορά και τη συμμετοχή του σε ναούς ειδώλων. Η ζωή του είναι μία πάλη σκληρή και συνεχής, ένας αγώνας εναντίον των αντιθέτων προς τα ιδανικά του δυνάμεων. Αλλά συγχρόνως και αγώνας εναντίον του ίδιου του εαυτού του, που χωρίς να το καταλάβει, με εύλογες δικαιολογίες και με φαινομενικά ορθές και λογικές ενέργειες προσαρμόζει τον Χριστιανισμό στα μέτρα του, δημιουργώντας μία επιφανειακή ικανοποίηση της συνειδήσεώς του. Η αφυπνιστική φωνή του Παύλου συνίσταται στο ξεσκέπασμα του εαυτού μας, στην τοποθέτησή του μπροστά στην αλήθεια του Ευαγγελίου, η οποία με κανένα τρόπο δεν μπορεί να συνυπάρχει με το ψέμα της κοινωνικής συμβατικότητας, με την υποκρισία και τον συμβιβασμό. Η αλήθεια είναι οδυνηρή, αλλά από την οδύνη γεννιέται η ζωή, η ζωή που δεν χαρακτηρίζεται από τον φόβο του βιολογικού τερματισμού της.

     

    Πηγή: www.agiazoni.gr


    0 0

    «Γίνεσθε ούν οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ υμών οικτίρμων εστί»

    Εάν διαβάσουμε τα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων σοφών, αλλά κι όλων των σοφών του κόσμου, θα δούμε πως θέλοντας να διατυπώσουν το δίκαιο, το πρέπον, το νόμιμο και το καλό έγραψαν πάρα πολλούς λόγους και κατασκεύασαν μακρούς διαλόγους και βιβλία. Μερικές φορές πέτυχαν να πούν και να γράψουν σπουδαία πράγματα, αλλά και πολλές φορές έφεραν τους ανθρώπους σε σύγχυση. Πολλά απ’ αυτά που είπαν οι σοφοί, αντί να διαφωτίσουν τους ανθρώπους, τους έκαναν να σκοτισθούν περισσότερο.

    Αντίθετα, ο θειότατος Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, όταν ήλθε πάνω στη γη και ενσαρκώθηκε, ξανάφερε στην επιφάνεια τον έμφυτο νόμο του ανθρώπου κι έκανε τη βούλησή μας αιτία του καλού η του κακού, του νόμιμου η του παράνομου, του δίκαιου η του αδίκου. Με λίγα λόγια είπε όλα εκείνα που χρειάζεται ο άνθρωπος. «Και καθώς θέλεται ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» (Λουκ. 6,31) η «γίνεσθε οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (οπ.π. στιχ. 36). Πάνω στα λόγια αυτά του Κυρίου ας κάνουμε μερικές παρατηρήσεις.

    Οι άνθρωποι ομοιάζουν με το Θεό

    Ένας μεγάλος ασκητής της Εκκλησίας μας, ο όσιος Νείλος, κάνει την ακόλουθη παρατήρηση: Όπως τα παιδιά με τους γονείς τους έχουν κοινούς χαρακτήρες, δηλ. έχουν ομοιότητες στο πρόσωπο και στο σώμα κι απ’ αυτές τις ομοιότητες καταλαβαίνουμε τίνος γιός είναι κάποιος, το ίδιο συμβαίνει και με τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου. Από τα λόγια και τα έργα του καταλαβαίνουμε τίνος διδασκάλου είναι κάποιος μαθητής. Το ίδιο και ακόμη περισσότερο συμβαίνει με τους μαθητές του Χριστού, δηλ. τους Χριστιανούς. Οι πιστοί Χριστιανοί είναι μαθητές του αιώνιου Πατέρα· «όστις γαρ αν ποιήση το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν» (Ματθ. 12,50). Αλλού πάλι λέγει· «μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε… οίδε γαρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων» (οπ.π. 6,25 και 32). Ο Πατέρας μας ο ουράνιος, εφ’ όσον είμαστε παιδιά Του, θα μας φροντίσει. Έχουμε συγγένεια και οικείωση με το Θεό. Αυτός είναι πατέρας μας και μείς παιδιά Του. Μέσα στο Ευαγγέλιο ο Κύριος μας δείχνει τα σημάδια, για να γίνουμε παιδιά Του, εφ’ όσον βέβαια το θελήσουμε· «Μάθετε απ’ εμού ότι πράός ειμι και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. 11,29). Αφού ο κύριος είναι πράος και ταπεινός και τα παιδιά Του οφείλουν να είναι έτσι. «Έσεσθε ούν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστίν» (οπ. π. 5,48). Η αυτό που μας λέγει στο σημερινό ανάγνωσμα, δηλ. να γίνουμε οικτίρμονες (εύσπλαχνοι), γιατί και ο Θεός είναι τέτοιος (Λουκ. 6,36).

    Σε ποια μπορούμε να μιμηθούμε το Θεό;

    Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί πως δεν καλούμαστε απ’ το Θεό να Τον μιμηθούμε στην παντοδυναμία, στη σοφία η στα θαύματα, αλλά στην αγάπη, στην καλοσύνη, στην ευσπλαχνία. Ο Θεός είναι απόλυτα ελεήμων και εύσπλαχνος, αλλά και η εικόνα Του, που είναι ο άνθρωπος, ανάλογα με τη δύναμη που διαθέτει, δηλ. «συμμέτρως», μπορεί να μιμηθεί το Θεό στην αγάπη προς τον πλησίον. Μπορούμε να συγχωρήσουμε τους εχθρούς μας κι εκείνους που μας έκαναν κακό. Η συγγένειά μας με το Θεό φαίνεται σ’ αυτές τις καταστάσεις. Μπορούμε να μιμηθούμε το Θεό στην ευσπλαχνία. Ο Θεός, κατά τους Πατέρες, επειδή είναι η πηγή της χάριτος, της αγάπης και της σοφίας, «πάσιν αδέως ταύτην (την χάριν) μεταδίδωσιν››, τα δίνει όλα χωρίς φόβο και χωρίς να αδικήσει κανέναν. Αυτό μεταφράζεται ως εξής για μας: Όλοι οι άνθρωποι, μηδενός εξαιρουμένου, μπορούμε να ομοιάσουμε με το Θεό ως προς την αγάπη και την ευσπλαχνία.

    Η αμαρτία εμπόδιο ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο

    Η αμαρτία μας έκανε μεγάλη ζημιά. Την μεν αγάπη προς τον εαυτό μας την αύξησε, ενώ την αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον τη μείωσε. Έτσι καταντήσαμε μισάνθρωποι. Το κήρυγμα που έχει περιεχόμενο την αγάπη προς τους εχθρούς μας, θεωρείται αφέλεια. Η αγάπη είναι κατάσταση, σύμφωνα με την άποψη των πολλών, των ταπεινών ανθρώπων. Εάν δείξουμε αγάπη στους άλλους, κινδυνεύουμε να χαρακτηριστούμε χαζοί κι ασήμαντοι. Δεν μπορούν να πιστεύσουν οι άνθρωποι πως προάγονται με την καλοσύνη και την ευσπλαχνία. Όποιος έφθασε να προσεύχεται για τους εχθρούς του, έφθασε στην κορυφή των αρετών. «Αγάπης ανυποκρίτου τεκμήριον, αδικημάτων συγχώρησις», θα τονίσει ο άγιος Μάρκος ο ασκητής.

    Αδελφοί μου,

    Αντί να φροντίζουμε να επιβληθούμε με τη δύναμη της εξουσίας και των όπλων, ας καλλιεργήσουμε την αγάπη προς τον πλησίον, για να ομοιάσουμε με το Θεό και να κληρονομήσουμε τη Βασιλεία Του, που είναι κοινωνία αγάπης.

     

    πηγή: www.agiazoni.gr


    0 0

    Σύνηθες φαινόμενο ιδίως στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στην παγκόσμια κοινότητα, είναι η διεκδίκηση με κάθε τρόπο της αύξησης του μεριδίου στον πλούτο. Άλλοι κινούμενοι από ένα αίσθημα δικαίου, άλλοι βασιζόμενοι στην πλεονεξία τους, άλλοι αποσκοπώντας στη διαμόρφωση ομαλών κοινωνικών συνθηκών, άλλοι ανταγωνιζόμενοι κάποιους που τους προσδιορίζουν ως προνομιούχους, άλλοι στοχεύοντας στη χειραγώγηση μαζών, προκειμένου να τις εκμεταλλευτούν κατόπιν για τους δικούς τους σκοπούς, κάνουν λόγο για το ‹‹δίκαιο του αγώνα››, εξεγείρουν ανθρώπους, μάχονται και αντιμάχονται σε μια προσπάθεια να κατακτήσουν και να κατοχυρώσουν οικονομικά δικαιώματα και απολαβές, σπανίως για όλους, συνήθως για ορισμένους που προσδιορίζονται ως ‹‹ημέτεροι››, ‹‹δικά μας παιδιά››, ‹‹αγωνιστές››, ‹‹χρήσιμοι››…

    Βεβαίως, είναι γεγονός ότι η ανισοκατανομή του πλούτου -είτε σε διακρατικό, είτε σε κοινωνικό επίπεδο- είναι η κυρίαρχη, σκληρή πραγματικότητα, η οποία πυροδοτεί πολλές από τις εντάσεις που δρομολογούν βιαιότητα, ωμότητες, ανθρωπιστικές κρίσεις και κυρίως σκλήρυνση της καρδιάς, μηδενιστικά πιστεύματα και περαιτέρω αναπαραγωγή της ανομίας και της αδικίας. Εξίσου όμως αδιαμφισβήτητο ιστορικό συμπέρασμα είναι ότι ο έτσι προκαλούμενος αέναος κύκλος της κρυφής ή φανερής βίας, ‹‹νόμιμης›› ή παράνομης, ούτε καταπαύει με περισσότερη και μεγαλύτερη πάλη και αντιπαράθεση, μιάς που κάτι τέτοιο μάλλον τον θρέφει, ούτε σταματά, πολύ δε περισσότερο δεν καταργείται με ιδιοτελείς συμβιβασμούς, λογικές εξασφάλισης και καχυποψία έναντι του οποιουδήποτε άλλου. Το αποτέλεσμα είναι ότι στις ημέρες μας όσοι προσπάθησαν να σκοτώσουν τον όποιον δράκοντα της οικονομικής εκμετάλλευσης, πριν τον εξαφανίσουν, είχαν ήδη βγάλει οι ίδιοι τις δικές τους φολίδες σε μια διαδικασία απλής αντικατάστασής του…

    Πως πραγματικά αυξάνει ο ‹‹μισθός μας››;

    Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Χριστός, χωρίς να κάνει καμία οποιουδήποτε τύπου οικονομική ανάλυση, υποδεικνύει πως ο άνθρωπος θα έχει ‹‹μισθό›› πολύ. Καταρχήν, που; Στο παρατιθέμενο απόσπασμα δεν καταγράφεται η συνήθως αναμενόμενη φράση ‹‹εν τω ουρανώ››, την οποία με δόση ειρωνείας των λόγων του Χριστού συνηθίζουν να αναφέρουν πολλοί. Αλλού όντως υπάρχει η φράση ‹‹ο μισθός υμών πολύς εν τω ουρανώ›› (Λουκ. 6,23), σε συνάφεια με την υπομονή των μαθητών του Χριστού έναντι της ανθρώπινης κακίας και μοχθηρίας, στα πλαίσια των μακαρισμών. Αλλά εδώ η αναφορά περί μισθού δεν έχει καμία σχέση με τον ουρανό, κάτι που ούτε εμμέσως μπορεί να συναχθεί ή να υπονοηθεί. Ο Κύριος μιλά για την ανθρώπινη καθημερινότητα, τη ζωή στη συνέχειά της, τον άνθρωπο ως πρωταγωνιστή στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Επομένως, κάνοντας λόγο για μισθό ο Χριστός δεν αναφέρεται στη μέλλουσα θεία ανταπόδοση και δωρεά, υπονοεί κάτι το οποίο έχει εφαρμογή στη γη, αλλά αντέχει και στην αιωνιότητα.

    Πως μας συμβουλεύει ο Χριστός να αυξήσουμε τον μισθό μας; Καταργώντας την ανταποδοτική λογική και ξεκινώντας μια άμιλλα για το ποιος θα υπερκεράσει τον άλλο στην προσφορά και τη φροντίδα. Παρακαλεί για την υιοθέτηση μιάς πρακτικής αντίθετης σε πολλές από τις θεωρήσεις της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης. Συνάμα δε είναι από τις σπάνιες φορές που χρησιμοποιεί στον λόγο του προστακτική, σε μια προσπάθεια ν’ αναδείξει το απολύτως αναγκαίο της εφαρμογής όσων λέει, όχι γιατί είναι ένας ακόμη εξουσιαστής, αλλά γιατί όποτε δεν εφαρμόστηκαν όσα είπε, εκείνος που υπέφερε ήταν η ανθρωπότητα.

    Και τι ακριβώς συνιστά; Κάνετε στους άλλους ανθρώπους ο,τι θέλετε εκείνοι να κάνουν σ’ εσάς. Προλάβετέ τους στην αγάπη, ξεπεράστε τους στην προσφορά, φροντίστε τους, ώστε να νιώσουν αγάπη. Μην υποτάσσεστε στην ανταποδοτική λογική. Αν αγαπάτε μόνον όσους δείχνουν να σας αγαπούν, ποιο το όφελος; Κι αν κάνετε καλό σε όσους σας ευεργετούν, πάλι ποιο το όφελος; Κι αν δανείζετε μόνον όσους ελπίζετε ότι θα σας τα επιστρέψουν, και πάλι ποιο το όφελος; Εσείς οι χριστιανοί όμως, όσοι φέρετε το όνομά μου ως χαρακτηριστικό σας, αγαπάτε τους εχθρούς σας, κάνετε το καλό σε όλους ανεξαιρέτως και αδιακρίτως, και δανείστε χωρίς να οδηγείτε στην απελπισία κανέναν. Μόνον έτσι εξασφαλίζετε πραγματικά μεγάλη ανταμοιβή και θα είστε υιοί του Θεού, καθώς θα του έχετε μοιάσει στην ευεργεσία και την ωφέλεια.

    Η χριστιανική θεώρηση της καθημερινότητας

    Πολλοί έχουν πεί ανά τους αιώνες ότι τα παραπάνω δεν γίνονται. Εξαιτίας τους έχουν κατηγορήσει τον Χριστιανισμό ως ουτοπία. Όμως, όποτε ιστορικά διαπιστώθηκε η εφαρμογή τους, πιστοποιήθηκε συνάμα -πέραν της πνευματικής ακμής- οικονομική ευμάρεια, ουσιαστική αναδιανομή του πλούτου στην κοινωνία, προνοιακό σύστημα ικανό να υποστηρίζει και ν’ αντιμετωπίζει την οποιαδήποτε δυσκολία. Αποδεικνύεται έτσι ότι δεν είναι υπεύθυνος ο υλικός πλούτος για την πολιτιστική και γενικότερα πνευματική προκοπή, αλλά μάλλον το αντίθετο, ότι δηλαδή τα ηθικά προτάγματα και η συνειδητή πνευματική ζωή παράγει ανυπολόγιστα αποτελέσματα, ακόμη και στο οικονομικό πεδίο.

    Που διαφέρει η χριστιανική θεώρηση της καθημερινότητας, ακόμη και της οικονομικής, από τις λοιπές θεωρήσεις; Σε πολλά, κυρίως όμως στην αντιμετώπιση του άλλου, ο οποίος δεν προσδιορίζεται ως εχθρός, αντίπαλος, ανταγωνιστής, αλλά ως αδελφός, συνάνθρωπος, μέλος του ίδιου σώματος. Και αυτό επειδή ο ίδιος ο Χριστός μας, με τη διδασκαλία του, ουσιαστικά μας έκανε να κατανοήσουμε ένα βασικό σημείο. Ότι δεν υπάρχουν εχθροί. Με τον λογισμό και τον φόβο μας τείνουμε να βλέπουμε παντού εχθρούς, ιδίως εκεί που δεν υπάρχουν, κατατάσσοντας εξαρχής τους πάντες σε αυτήν την κατηγορία εξαιτίας της ανωριμότητάς μας και της απειρίας μας.

    Πόθος του Χριστού μας, αποστολή της Εκκλησίας του, να κατανοήσουμε όλοι ότι η αγάπη είναι η υποχρεωτική οδός και η μόνη που, πριν μας καταξιώσει της Βασιλείας των ουρανών, δημιουργεί και στη γη τις προυποθέσεις μιάς ζωής που αξίζει κανείς να τη ζει.

     

    Πηγή: www.agiazoni.gr


    0 0

    «Επειδή ο Κύριος άλλοτε μεν λέει: «Μη κατακρίνετε και δεν θα κατακριθείτε από το Θεό», άλλοτε δε προστάζει να κρίνουμε δίκαια «Μη κρί¬νετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνετε» (Ιω. 7,24), συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται εξολοκλήρου να κρίνουμε, αλλά διδασκόμαστε ότι η μία κρίση από την άλλη είναι διαφορετική.

    Ο Απόστολος Παύλος μάς έδειξε καθαρά σε ποιές περιπτώσεις πρέπει να κρίνουμε και σε ποιές όχι.

    Γιατί ως προς εκείνα μεν που ανήκουν στη διά¬κριση του καθενός και δεν διατάσσονται από τη Γραφή είπε: «Συ λοιπόν γιατί κατακρίνεις τον αδελφό σου;» (Ρωμ. 14,10), και «Ας μην κατακρίνουμε πλέον ο ένας τον άλλον» (Ρωμ. 14,13).

    Ως προς εκείνα δε που δυσαρεστούν τον Θεό, καταδίκασε εκείνους που δεν κρίνουν και ο ίδιος διατύπωσε την κρίση του με τα εξής λόγια: «Εγώ πάντως, απών σωματικά, παρών όμως πνευματικά, έχω ήδη, με την εξουσία που δίνει ο Κύριός μας Ιησούς, καταδικάσει σαν να ήμουν παρών αυτόν που διέπραξε μια τέτοια ασχήμια. Αφού, λοιπόν, συναχτεί η εκκλησία, στην οποία θα μετέχω και εγώ πνευματικά, να παραδοθεί, με τη δύναμη του Κυρίου μας Ιησού, ο άνθρωπος αυτός στο σατανά για το σωματικό του αφανισμό, έτσι ώστε να σωθεί το πνεύμα του την ημέρα του Κυρίου Ιησού» (Α΄ Κορ. 5,3-5).

    Συνεπώς, αν κάτι ανήκει στη δική μας διάκριση ή είναι αμφίβολο, δεν πρέπει να κρίνουμε γι’ αυτό τον αδελφό, σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου Παύλου που αναφέρεται σ’ εκείνα που αγνοούμε: «Ώστε μη σπεύδετε να κάνετε κρίσεις πρόωρα, ωσότου έλθει ο Κύριος. Εκείνος θα ρίξει φως σε ό,τι είναι κρυμμένο στο σκοτάδι και θα φανε¬ρώσει τις προθέσεις των καρδιών» (Α΄Κορ.4,5).

    Είναι δε απαραίτητη ανάγκη να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα του Θεού, για να μη δεχθεί μαζί με τον ένοχο κι’ εκείνος που σιωπά (και δεν διαμαρτύρεται) την οργή του Θεού, εκτός εάν, επειδή πράττει τα ίδια με τον κατηγορούμενο, δεν έχει παρρησία να κρίνει τον αδελφό του (τον πλη¬σίον), ακούοντας τον Κύριο που λέει: «Βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα δεις καθαρά, ώστε να βγάλεις (με προσοχή και αγάπη) το αχυράκι από το μάτι του αδελφού σου» (Ματθ. 7,5).

    «Σε δύο περιπτώσεις κατά τη γνώμη μου, επιτρέπεται να πούμε κάτι κακό για κάποιον: Όταν υπάρχει ανάγκη να συσκεφτεί κανείς με άλλους πεπειραμένους πώς θα διορθωθεί εκείνος που αμάρτησε, κι’ όταν χρειαστεί να προφυλάξουμε εκείνους που από άγνοια μπορούν πολλές φορές να συναναστραφούν με κάποιον κακό, σαν να ήταν καλός. Γιατί ο Απόστολος Παύλος παράγγειλε να μη συναναστρέφεται κανείς με ανθρώ-πους τέτοιου είδους (Β Θεσ. 3,14), για να μη δεχθεί κάποτε αγχόνη στην ψυχή του.

    Δηλαδή να κάνουμε αυτό που βρίσκουμε ακριβώς ό,τι έκανε ο ίδιος Απόστολος γράφοντας στον Τιμόθεο: «Αλέξανδρος ο χαλκουργός, μου προξένησε πολλά κακά. Απ’ αυτόν να φυλάγεσαι και συ, γιατί εναντιώθηκε πολύ στο κήρυγμά μου» (Β’ Τιμ. 4,14).

    Εάν λοιπόν δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη, σαν την παραπάνω, εκείνος που κατακρίνει με σκοπό να συκοφαντήσει και να διασύρει, είναι επικριτής, ακόμη κι’ όταν είναι αληθινό αυτό που λέει».

    («Όροι κατ’ επιτομήν, κατ’ ερώτησιν και απόκρισιν» Ε.Π.Ε τ. 9ος )


    0 0

    Η εισήγηση της καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η εν Χριστώ ζωή στην Ορθόδοξη Παράδοση» (Βουδαπέστη 28-29 Αυγούστου 2018)

    Ο Νικόλαος Καβάσιλας[1] υπήρξε μέγας θεολόγος, μυσταγωγός με βαθειά θεολογική σκέψη. Στα συγγράμματά του και ανάμεσά τους στα δύο περισσότερο γνωστά, «Εις την θείαν λειτουργίαν» και «Περί της εν Χριστώ ζωής», αποτύπωσε την εμπειρία της Εκκλησίας, όπως αποκρυσταλλώθηκε στο πέρασμα των χρόνων. Λίγο νεώτερος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, γεννήθηκε περί το έτος 1322 στη Θεσσαλονίκη, στη «Μητρόπολη των φιλοσόφων» όπως ο ίδιος την αποκαλεί, σε μία εποχή έντονων πνευματικών και κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων: έριδες Ησυχαστών-Βαρλαμιτών (1341-1368), διαμάχη μεγάλου δούκα Αλεξίου Απόκαυκου και μεγάλου δομέστικου Ιωάννου Καντακουζηνού για την επιτροπεία του θρόνου μετά τον θάνατο του Ανδρονίκου Γ’ (1341-1347), κίνημα Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1342-1349). Στη γενέτειρά του έλαβε την πρώτη του μόρφωση, την οποία επαύξησε στην Κωνσταντινούπολη με τα ανώτερα μαθήματα της εγκυκλίου παιδείας (Γραμματική, Ρητορική, Διαλεκτική, Αριθμητική, Γεωμετρία, Αστρονομία, Φυσική) και στη συνέχεια με τη Φιλοσοφία και τη Θεολογία.

    Η «εν Χριστώ ζωή» είναι το εκτενέστερο και ίσως το πρώτο από τα μυσταγωγικά έργα του Νικολάου Καβάσιλα. Όπως ο ίδιος ορίζει, «εν Χριστώ ζωή», σημαίνει το «συναφθήναι Χριστώ».[2] Η σύναψη αυτή επιτελείται δια των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας. Πνευματική ζωή είναι η ζωή που ζούμε, οι κληρικοί, μοναχοί, λαικοί, όταν ζούμε μέσα στον Χριστό η όταν ο Χριστός ζει μέσα μας. Τότε με τη χάρη Του και τη δική μας συνεργία, η ψυχή και το σώμα μας, ο νους και η καρδιά μας, όλες οι αισθήσεις και λειτουργίες της ύπαρξής μας μεταμορφώνονται σε ψυχή, σώμα, νου, καρδιά, αισθήσεις και λειτουργίες Χριστού.[3]

    Ο Θεός ενοίκησε στον κόσμο με τη συνεργία της Θεοτόκου. Ο ιερός συγγραφέας στη θεομητορική Ομιλία του «Εις τον ευαγγελισμόν της Θεοτόκου» τονίζει ότι ο «Λόγος σαρξ εγένετο», μόλις η Παρθένος έδωσε την απάντησή της στον Θεό και δέχτηκε αμέσως από αυτόν το Πνεύμα που δημιουργεί την ομόθεη εκείνη σάρκα. Και πλάθεται έτσι με λόγο μητρικό ο του Πατρός Λόγος. Και κτίζεται με τη φωνή του κτίσματος ο Δημιουργός. Κι όπως, μόλις είπε Θεός «γενηθήτω φως», έγινε αμέσως φως, έτσι αμέσως με τη φωνή της Παρθένου το αληθινό ανέτειλε Φως κι ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα και κυοφορήθηκε αυτός που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον».[4]

    Ο Απ. Παύλος δηλώνει στους Γαλάτες ότι «έχει σταυρωθεί με τον Χριστό και ότι πλέον δεν ζη ο ίδιος αλλά ζη μέσα του ο Χριστός και τη ζωή που τώρα ζη στο σώμα, τη ζη με πίστη στον Υιό του Θεού, ο οποίος τον ηγάπησε και παρέδωκε τον εαυτόν του προς χάριν του» (Γαλ. 2:19-20). Η αδιάψευστη αυτή μαρτυρία του Απ. Παύλου, που είναι κοινή εμπειρία όλων των αγίων του Θεού διαμέσου των αιώνων, κυριαρχεί σε όλο το κήρυγμα της Εκκλησίας, η οποία καλεί τους ανθρώπους να αγαπήσουν τον Ιησού και να τηρούν τον λόγο Του, ώστε να έλθει με τον Πατέρα Του να κατοικήσουν στην ύπαρξη του καθενός (Ιω. 14:23).

    Οι βαπτισματικές κατηχήσεις, οι ερμηνευτικές ομιλίες, τα θεολογικά συγγράμματα ερμηνεύουν την ίδια θεμελιώδη αρχή. Ο Θεός ενοικεί μέσα στον καθένα, αλλά οι δωρεές Του γίνονται αντιληπτές και αποδίδουν πνευματικούς καρπούς μόνον με την ελεύθερη συνεργία του κάθε ανθρώπου. Γι αυτόν τον λόγο και η ποιμαντική προσπάθεια της Εκκλησίας είναι να οδηγούνται οι πιστοί, ώστε να προσλαμβάνουν το μέγα μυστήριο της πίστεως, δηλαδή τον Χριστό, το οποίο διαθλάται με τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας. Τα μυστήρια, επισημαίνει ο Καβάσιλας, ομοιάζουν με θυρίδες δια των οποίων εισέρχεται ο ήλιος της δικαιοσύνης στον σκοτεινό τούτον κόσμο ή ακόμη θα μπορούσαν να ονομαστούν και πύλες δικαιοσύνης.[5]

    Η οδός που υπαγόρευσαν οι θεοφόροι διδάσκαλοι της Εκκλησίας για την πρόσληψη του ενοικούντος Θεού είναι η υπακοή στις εντολές του Χριστού, η εγκράτεια, η κάθαρση από την αμαρτία, η προσευχή, η συμμετοχή στα μυστήριά της, η οποία τελικώς οδηγεί στην ένωση με τον Χριστό.

    Η υμνογραφία της Εκκλησίας από τον 4ο αιώνα και εξής αποτυπώνει τη διδασκαλία της και συγχρόνως προτρέπει τους πιστούς να οικειώνονται την εν Χριστώ σωτηρία. Ο ποιητικός λόγος, επί το πλείστον υψηλής ποιότητος, το περίτεχνο μουσικό μέλος, οι βιβλικές αναφορές και η θεολογία που αναπτύχθηκε στις Οικουμενικές Συνόδους ερμηνεύουν την αλήθεια του Ευαγγελίου στους πιστούς.[6] Στερεώνουν την πίστη τους στον Χριστό, τους αποτρέπουν από τις αιρέσεις και τους οδηγούν να Τον δεχτούν να ενοικήσει μέσα τους, ώστε το φως της θεότητας να καταυγάσει την ύπαρξή τους.

    Στους άφθονους λειτουργικούς ύμνους της Εκκλησίας οι δύο βασικές προϋποθέσεις για την ἐν Χριστῷ ζωή, η συγκατάβαση του Θεού και η συνεργία του ανθρώπου απαντούν διάσπαρτες με ποικίλους εκφραστικούς τρόπους και κειμενικά συμφραζόμενα (context).

    Στους ύμνους της Μ. Εβδομάδας που αναφέρονται στον ερχόμενο Νυμφίο Χριστό και στην εγρήγορση που οφείλουν να έχουν οι πιστοί για τη Βασιλεία των Ουρανών,[7] προβάλλονται οι προϋποθέσεις για τη συνάφεια με τον Χριστό, η οποία παραβάλλεται και με την απόλυτη αγαπητική σχέση των συζύγων. Όπως για παράδειγμα:

    «Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου,
    κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω,
    ίνα εισέλθω εν αυτώ” λάμπρυνόν μου
    την στολήν της ψυχής,
    φωτοδότα, και σώσον με»

    Στη ποιητική ατμόσφαιρα του ύμνου τονίζονται η παρουσία του Χριστού (νυμφώνας), οι προϋποθέσεις για τη συνάφεια του ανθρώπου μαζί του (συναίσθηση της αναξιότητας, η εκζήτηση του ελέους και του φωτισμού), ο στόχος που είναι η συνύπαρξη ( ίνα εισέλθω) και το αποτέλεσμα που είναι η σωτηρία.

    Σε ένα άλλο τροπάριο από τον όρθρο της Μ. Δευτέρας ο υμνωδός στην αρχή αναφέρεται εν συντομία στη βιβλική διήγηση για όσα συνέβησαν πριν από τα πάθη του Χριστού Ερχόμενος ο Κύριος, προς το εκούσιον Πάθος, τοις Αποστόλοις έλεγεν εν τη οδώ. Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα, και παραδοθήσεται ο Υιός του ανθρώπου, καθώς γέγραπται περί αυτού.

    Και στη συνέχεια προτρέπει τους πιστούς να τον ακολουθήσουν για να «συζήσουν» με αυτόν (ίνα συζήσωμεν αυτώ). Το ρήμα είναι χαρακτηριστικό της εν Χριστώ ζωής, που κι εδώ παραπέμπει στη στενή σχέση αγαπημένων συζύγων. Η μυστική συμπόρευση με τον Χριστό προϋποθέτει κάθαρση του νου (κεκαθαρμέναις διανοίαις), νέκρωση ως προς τις ηδονές του βίου (και νεκρωθώμεν δι” αυτόν), συσταύρωση (και συσταυρωθώμεν) και τελική συνανύψωση στην άνω Ιερουσαλήμ, η οποία, κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας, είναι η κατά χάριν θέωση του ανθρώπου. Το χάρισμα προέρχεται από τον Ιησού Χριστό, ο οποίος επλήρωσε όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας, όπως ομολογούμε στη θεία λειτουργία: «και ουκ απέστης πάντα ποιων έως ημάς εις τον ουρανόν ανήγαγες και την βασιλείαν σου εχαρίσω την μέλλουσαν».[8]

    Εξίσου χαρακτηριστικά είναι τα τροπάρια του Κανόνα της Μεταλήψεως, όπου υπογραμμίζεται η ενοίκηση του Χριστού μέσα στον άνθρωπο, με προϋποθέσεις τη συνεργία του ανθρώπου, που εκφράζεται με την εκζήτηση του ελέους του Θεού, τη συντριβή, τη συναίσθηση της αμαρτωλότητας, τα δάκρυα της μετανοίας, την κάθαρση από τις αμαρτίες. Όπως για παράδειγμα:

    «Δακρύων μοι παράσχου, Χριστέ, ρανίδας, τον ρύπον της καρδίας μου καθαιρούσας, ως αν ευσυνειδότως κεκαθαρμένος, πίστει προσέρχωμαι και φόβω, Δέσποτα, εν τη μεταλήψει των θείων δώρων σου» (ωδή γ’).

    Στην 8η ωδή του κανόνα ο πιστός με δέος παρακαλεί τον Χριστό να μείνει μέσα στην ύπαρξή του και ο ίδιος μέσα στον Χριστό.

    «Υπό την σην καταφυγών ευσπλαγχνίαν, Αγαθέ, κράζω σοι φόβω· Εν εμοί μείνον, Σώτερ, καγώ, ως έφης εν σοι· ιδού γαρ, θαρρών τω ελέει σου, τρώγω σου το Σώμα και πίνω σου το Αίμα» (ωδή η’).

    Η συνάφεια Χριστού – ανθρώπου είναι εφικτή με τη μετάληψη του Σώματος και του Αίματος. Η ευσπλαχνία και το έλεος του Θεού, ο προσδιορισμός «Αγαθός», η φράση «ως έφης» προσδιορίζουν την αμετάκλητη βούληση του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων»

    Στην 9η ωδή αποτυπώνεται με απέριττο γλωσσικό ύφος, με σχήμα ασύνδετο και κλίμακα των εννοιών η εν Χριστώ ζωή, η οποία αναφέρεται σε όλον τον ψυχοσωματικό άνθρωπο, «ψυχήν συν τω σώματι», τα στάδια που οδηγούν στην ενοίκηση του Θεού και η βεβαιότητα ότι το αίτημα θα γίνει αποδεκτό, εφόσον ο Δεσπότης στον οποίο απευθύνεται ο πιστός είναι ευεργέτης και πολυέλεος.

    «Ψυχήν συν τω σώματι αγιασθείην, Δέσποτα, φωτισθείην, σωθείην, γενοίμην οίκός σου τη των Μυστηρίων μεθέξει των ιερών, ένοικόν σε έχων συν Πατρί και Πνεύματι, ευεργέτα Πολυέλεε» (ωδή θ΄).

    Με τη μέθεξη των ιερών μυστηρίων ο πιστός εύχεται, ζητεί (συνεργεί) να εξαγιασθεί, να φωτισθεί, να σωθεί, να γίνει οίκος του Κυρίου, όπου θα κατοικήσει η Αγία Τριάδα (ένοικόν σε έχων συν Πατρί και Πνεύματι).

    Ένα από τα τελευταία τροπάρια πριν από τη θεία μετάληψη επαναφέρουν τη σχέση της αμέτρητης αγάπης του Θεού (θείω έρωτι) προς τον άνθρωπο, που παραπέμπει και πάλιν στην παραβολική σχέση συζυγίας. Ο πιστός την αναγνωρίζει και ανταποκρίνεται με το ίδιο πάθος (έθελξας πόθω με, Χριστέ). Συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του, ζητεί την άφεση των αμαρτιών και την απόλαυση της πρώτης και της δεύτερης παρουσίας του.

    «Έθελξας πόθω με, Χριστέ, και ηλλοίωσας τω θείω σου έρωτι· αλλά κατάφλεξον πυρί αύλω τας αμαρτίας μου, και εμπλησθήναι της εν σοι τρυφής καταξίωσον, ίνα τας δύο σκιρτών μεγαλύνω, Αγαθέ, παρουσίας σου.

    Το τελευταίο τροπάριο της ακολουθίας της Μεταλήψεως είναι το γνωστό που ψάλλεται και στην ακολουθία του Νυμφίου της Μ. Εβδομάδας:

    «Εν ταίς λαμπρότησι των αγίων σου, πως εισελεύσομαι ο ανάξιος; Εάν γαρ τολμήσω συνεισελθείν εις τον νυμφώνα, ο χιτών με ελέγχει ότι ουκ έστι του γάμου, και δέσμιος εκβαλούμαι υπό των αγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τον ρύπον της ψυχής μου και σώσόν με, ως φιλάνθρωπος».

    Στον ύμνο δεσπόζει η εικόνα του μυστικού γάμου και η απόλυτη συναίσθηση της αναξιότητας του πιστού να εισέλθει στον νυμφώνα. Ο πιστός ζητεί την κάθαρση και τη σωτηρία: «καθάρισον τον ρύπον της ψυχής και σώσον με». Ο Κύριος στον οποίο απευθύνεται αναμφισβήτητα είναι φιλάνθρωπος (ως φιλάνθρωπος) και συνεπώς η είσοδος στον νυμφώνα, δηλαδή η εν Χριστώ ζωή, είναι βεβαιωμένη. Άλλωστε, ο πιστός πριν προσέλθει «μετά φόβου θεού πίστεως και αγάπης» να μεταλάβει τα Τίμια Δώρα, συναισθανόμενος την αναξιότητά του, προσεύχεται στον Κύριο να μην κατακριθεί, παρακαλεί αυτά να συντελέσουν στον αγιασμό του, «Δέσποτα, φιλάνθρωπε, Κύριε ο Θεός μου, μη εις κρίμά μοι γένοιτο τα άγια ταύτα…» και στο τέλος καταλήγει με τον ψαλμικό στίχο (72:28): «Εμοί δε τω προσκολλάσθαι τω Θεώ αγαθόν εστι· τίθεσθαι εν τω Κυρίω την ελπίδα της σωτηρίας μου».[9]

    Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε το ρήμα «προσκολλάσθαι» του ψαλμού, το οποίο στη Γένεση χρησιμοποιείται, για να προσδιορίσει την ταύτιση των συζύγων σε σάρκα μία: «ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και κολληθήσεται τη γυναικί αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν; ώστε ουκέτι εισί δύο, αλλά σαρξ μία». (Γεν. 2:24). Το ίδιο επαναλαμβάνεται αυτολεξεί από τον Κύριο (Μτ 19:5, Μρ 10:7) και από τον Απ. Παύλο στην προς Εφεσίους επιστολή 5:31, η οποία, ως γνωστόν, αποτελεί το αποστολικό ανάγνωσμα στην ιερουργία του μυστηρίου του γάμου.

    Η εν Χριστώ ζωή, η μέθεξη θείου και ανθρώπινου, η μυστική συνύπαρξη Θεού στον άνθρωπο και του ανθρώπου στον Θεό είναι δυνατή με δύο βασικές προϋποθέσεις, μία αμετάβλητη και μία μεταβλητή. Η σωτηρία του ανθρώπου από τη φθορά στηρίζεται στην απέραντη φιλανθρωπία και το έλεος του Θεού, τα οποία είναι απαρασάλευτα. Η συναίνεση του ανθρώπου εξαρτάται από την ελευθερία του, την πνευματική του καλλιέργεια, τη μαρτυρία του ζώντος Θεού από τους πιστούς.

    Ο Νικόλαος Καβάσιλας, βαθύς γνωστής της πατερικής παράδοσης και της κοσμικής σοφίας, πνεύμα ανήσυχο σε μία εποχή με πολλαπλές αναζητήσεις, πορεύτηκε παράλληλα με την ησυχαστική παράδοση και πρόβαλε τη λογική λατρεία στη θέση της μονολόγιστης ευχής. Στη θέση της θέας του ακτίστου φωτός των αναχωρητών ησυχαστών με τα πολύτιμα συγγράμματά του υπέδειξε στους αναγνώστες του, μέσα στον κόσμο, τη θεωρία του φωτός του Χριστού, η οποία χαρίζεται με τη μετοχή στα ιερά μυστήρια και κατ’ εξοχήν στη θεία ευχαριστία.[10]

    Άλλωστε μετά τη θεία μετάληψη στο τέλος κάθε θείας λειτουργίας οι πιστοί ψάλλουν: «είδομεν το φως το αληθινόν ελάβομεν πνεύμα επουράνιον».

    Στην εποχή μας που λαμπιρίζουν παντού ποικίλα τεχνητά, εκτυφλωτικά και αποπροσανατολιστικά φώτα, το αληθινό φως είναι ανάγκη να μεταδίδεται με ποικίλους τρόπους στους «εν σκότει και σκιά θανάτου». Πρόκειται πλέον για τη λειτουργία μετά τη Λειτουργία[11], που όλοι πιστοί καλούνται να επιτελούν, ώστε να λάμπει το φως του Χριστού σε όλους τους ανθρώπους και ολοένα και περισσότεροι να τον προσλαμβάνουν μέσα στην ύπαρξή τους και να ανταποκρίνονται στη θυσιαστική αγάπη Του: «Γεύσασθε και ίδετε, ότι Χριστός ο Κύριος»!

    Παραπομπές:

    [1] Βλέπε για τον ιερό συγγραφέα και το έργο του ενδιαφέρουσες μελέτες στα Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου Οσίου Πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του Χαμαετού, Προνοία του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κκ Παντελεήμονος Β’, 17-20 Ιουνίου, Θεσσαλονίκη 1984. Σε όσα ακολουθούν αντλoύνται passim πληροφορίες από τις εισηγήσεις των Παναγιώτη Νέλλα, Εισαγωγικά στη μελέτη του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, σελ. 67-86, Ιωάννου Φουντούλη, Νικόλαος Καβάσιλας ο Μυσταγωγός, σελ. 133-154, Βασιλείου Στογιάννου, Η ελευθερία κατά τον Νικόλαο Καβάσιλα, σελ. 189-203.

    [2] Νικολάου Καβάσιλα, Περί της εν Χριστώ ζωής, Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών Πατέρων, Νικόλαος Καβάσιλας, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη1979, Λόγος B΄ σελ. 310 «έστι δη Χριστώ συναφθήναι διά πάντων ελθούσι…».

    [3] Λόγος Δ΄ passim.

    [4] Βλέπε Νικολάου Καβάσιλα, Εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Αειπαρθένου Μαρίας, Η Θεομήτωρ (Τρεις Θεομητορικές Ομιλίες), κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Παν. Νέλλας, Σειρά «Επί τας Πηγάς», εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1995. http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/agios_nikolaos_kabasilas/eis_ton_eyaggelismon_ths_8eotokoy.htm

    [5] Λόγος Α΄ σελ. 280, 284.

    [6] Βλέπε σχετικά Δήμητρας Κούκουρα, Υμνολογώντας τη Γραφή και κηρύσσοντας τον Λόγο.

    [7] Βλέπε Πρωτοπρ. Αλκιβιάδη Καλύβα, Η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, Μτφρ. Δήμητρας Α. Κούκουρα, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη,1991, σελ. 57-68.

    [8] Λειτουργία Ιερού Χρυσοστόμου, ευχή της αναφοράς.

    [9] Λειτουργία Ιωάννου Χρυσοστόμου, ευχή προ της θείας κοινωνίας.

    [10] Βλέπε Ιωάννου Φουντούλη, Νικόλαος Kαβάσιλας ο Μυσταγωγός, Πρακτικά Θεολογικού… σελ. 152.

    [11] Archbishop Anastasios, Mission in Christ’s Way, Holy Cross Orthodox Press Pubications, 2010, σελ. 94-98.


    0 0

    Στον κύριο και αγαπημένο αδελφό μου Γεώργιο. Ο γνωστός μοναχός σου εύχεται να χαίρεσαι εν Κυρίω. Μη νομίζεις, σε παρακαλώ, για όνομα του Θεού, ότι από οκνηρία η από κάποια δυσαρέσκεια η αγανάκτηση δεν σου έστειλα τίποτα εδώ και πολύ χρόνο. Πάντοτε χαίρομαι να επικοινωνώ μαζί σου και όχι μόνο με μελάνι και χαρτί, αλλά και προφορικά, πρόσωπο με πρόσωπο. Το βάρος όμως των αμαρτιών μου αντιστέκεται στην επιθυμία μου, και παρά την θέλησή μου αναγκάζομαι να μένω σιωπηλός, επειδή ο χρόνος μου περνάει περισσότερο με νόσους και διάφορες ασθένειες. Γι’ αυτό, σε παρακαλώ, αγαπητέ μου, να με συγχωρήσεις, που σιωπούσα ακουσίως επί πολύ καιρό.

    Δέξου λοιπόν με αγάπη ως ενθύμιο την προσφορά των λόγων μου, και μάλιστα το τελευταίο μέρος του Α΄ Λόγου κατά της πλάνης των Αγαρηνών και τον Β΄ Λόγο για το ίδιο θέμα στους ευσεβείς, όπου υπάρχει και ένα κείμενο περί της εξόδου από τον «νυν αιώνα». Το ένα τετράδιο γράφηκε με το χέρι μου, ενώ τα άλλα έξι και τέσσερα φύλλα με το χέρι του Γρηγορίου. Αυτά περιέχουν κεφάλαια από τον Σαμουήλ τον Εβραίο [1], και τις αρκετά βάσιμες αντιρρήσεις μου. Επίσης σου επιστρέφω ο,τι μου έστειλες να αντιγράψω, αλλά δεν το αντέγραψα, διότι δεν κατάλαβα από που έπρεπε να αρχίσω και που να τελειώσω, και επί πλέον δεν έχω κατάλληλο μελάνι και κιννάβαρι. Γι’ αυτό αντίγραψέ το ο ίδιος, όπως σου αρέσει, και μη με κατηγορείς, σε παρακαλώ.

    Να σε φυλάξει ο Σωτήρας από κάθε κακία των ορατών και αοράτων εχθρών και να σε φωτίσει να εκτελείς πάντοτε «το θέλημά Του, το αγαθόν το ευάρεστον και τέλειον» [2]. Αμήν. Γράψε μου για την υγεία και την ζωή σου.

    Παραπομπές:
    1. Σαμουήλ στην εβραική βίβλο καλούνται τα Α´ και Β´ Βασιλειών της ελληνικής με-ταφράσεως των Ο´, από το όνομα του προφήτη Σαμουήλ, που πρωταγωνιστεί στα πρώτα τουλάχιστον κεφάλαια αυτών. Βλ. Π. Ι. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ, Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, Εν Αθήναις 1992, σ. 172.
    2. Πρβλ. Ρωμ. 12,2.


    0 0


    0 0

    Οι Γέροντες Αρσένιος (αριστερά) και Ιωσήφ.

    Διηγείται ο Μοναχός, π. Αρσένιος Σπηλαιώτης, (1886-1983):

    Είχαμε μια στέρναν και μαζεύαμε με τα λούκια βρόχινο [νερό], ίσα για τις ανάγκες· όμως για τις επισκευές των κελλιών μας κουβαλούσα στον ώμο από μακρυά.

    Μια μέρα ήταν πολύ καυτός ο ήλιος, με λυπήθηκε ο Γέροντας [Ιωσήφ ο Ησυχαστής (1897-1959)] και λέει στην Παναγία μας·

    – Σε παρακαλώ Παναγία μου κανόνισε λίγο νερό, γιατί πολύ κοπιάζει ο π. Αρσένιος. Αμέσως τότε ακούει κάποιον κρότον από τον διπλανό βράχον· στρέφει το βλέμμα του και τι να δη!

    Ίδρωνε ο βράχος και κατέβαζε κάτω νερό σταλαματιά – σταλαματιά. Βάλαμε αμέσως λεκάνη και το μαζεύαμε. Ήταν αρκετό.

    Έκτοτε απαλλάχτηκα από το κουβάλημα του νερού.

     

    Από το βιβλίο του Μοναχού Ιωσήφ Διονυσιάτη, ο “Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης, (1886-1993), Συνασκητής Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού”.


    0 0


    0 0

    20150929-1

    Μία είναι η αλήθεια, καθώς και μία κατά τη δύναμη η αρετή.

    Άγιος Κλήμης Αλεξανδρείας


    0 0

    iosif isihastul authThe passions are hard material: the Ural Mountains, kilometers high!

    Grace is the sun.

    It rises, but the shadow of the mountain prevents it from warming the whole created intellect of the person.

    >Blessed Joseph the Hesychast


    0 0

    Mε ιστορία που μετρά πάνω από 1000 χρόνια ζωής, το Μεσαιωνικό μοναστήρι αποτελεί σημείο αναφοράς της Αγίας Νάπας. Πρόκειται ουσιαστικά...

    0 0

      ΟΜΙΛΙΑ Β’ ΛΟΥΚΑ ( Λουκ. 6,31-36)

    Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός απεκάλυψε πολλές υπέροχες αλήθειες, άγνωστες μέχρι τότε. Πολλές από αυτές αφορούν στην συμπεριφορά μας με τους ανθρώπους, που επικοινωνούμε είτε μέσα στο σπίτι μας είτε έξω στην κοινωνία. Ίσως κανείς δυσκολεύεται να θυμάται όλα όσα πρέπει να τηρεί κατά την συναναστροφή του με τους άλλους ανθρώπους. Γι αυτόν τον λόγο, ο Ιησούς, ως σοφός Διδάσκαλος μας έδωσε σήμερα έναν Κανόνα ζωής, που ονομάστηκε, για την μεγάλη αξία που έχει, «Χρυσός Κανόνας». Τι γράφει αυτός ο Κανόνας; » Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να τούς συμπεριφέρεσθε κι εσείς» (Λουκ. 6,31). Λόγια απλά, εύκολα, κατανοητά, σύντομα, που μπορεί καθένας να τα θυμάται.

    Στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε: «ο μισείς μηδενί ποιήσεις» (Τωβίτ 4,15). Υπήρξαν αρχαίοι φιλόσοφοι που δίδαξαν παρόμοια· «ο σύ μισείς εταίρω μη ποιήσεις» . Να μη κάνεις στον άλλον ότι δεν θέλεις να σου κάνουν εκείνοι. Είναι η αρνητική άποψη του θέματος. Ο Ιησούς προχώρησε σε κάτι ανώτερο και υψηλότερο· αυτό που θέλεις να σου κάνουν κάνε το εσύ στους άλλους. Βλέπεις τον άλλον να στερείται ακόμα και το φαγητό του και να πεινούν τα παιδιά του. Εσύ, αν ήσουν στη θέση του, δεν θα ήθελες κάποιος να σε βοηθήσει; Έ, λοιπόν, κάνε και συ κάτι να τον βοηθήσεις, να μη πεθάνει από την πείνα! Δεν έχεις κι εσύ την δυνατότητα να του δώσεις κάποια τρόφιμα; Κινήσου, δραστηριοποιήσου μεταξύ των γνωστών σου, να γίνει μια ομαδική προσπάθεια, ώστε να βρεθεί τρόπος να αντιμετωπιστεί η κατάσταση.

    Αλλά εκείνο που μας συμβαίνει συχνά είναι· άν αυτός που στερείται είναι συγγενής ή φίλος μας, πρόσωπο που αγαπάμε, ενδιαφερόμαστε να βοηθήσουμε με κάθε τρόπο. Για άλλους όμως, παραέξω πρόσωπα αδιαφορούμε, γιατί δεν αισθανόμαστε αγάπη γι αυτούς.Τους θεωρούμε ξένους. Αυτό έρχεται να διορθώσει ο Κύριος και μας λέει: «Αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, ποιά εύνοια περιμένετε από τον Θεό; Αφού και οι αμαρτωλοί αγαπουν αυτούς που τους αγαπουν» (στίχ. 32). Εκείνο που έχει αξία είναι, «εσείς να αγαπάτε τους εχθρούς σας» (στίχ. 35). Ο Κύριος θέλει να αγαπάμε όχι μόνον άσχετους με μας και έξω από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον μας, αλλά ακόμη και εχθρούς μας. Αυτή είναι η βασική διαφορά χριστιανού και μή χριστιανού. Ο μή χριστιανός δεν θα αγαπήσει τον εχθρό του· θα εφαρμόσει το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» αν δεν του κάνει και κάτι χειρότερο και το «μισήσεις τον εχθρόν σου» (Ματθ. 5,38. 43). Ο χριστιανός όμως καλείται να εφαρμόσει τη νέα εντολή της αγάπης, που έδωσε ο Χριστός, και την οποία ποτέ κανείς δεν είχε διανοηθεί: Να αγαπάτε όλον τον κόσμο χωρίς διάκριση άν είναι φίλος ή εχθρός· αν σας αγαπά ή σας μισεί. Και όχι αισθηματικά και με λόγια να δείχνετε ότι τους αγαπάτε, αλλά και με έργα: «να τους ευεργετείτε», ακόμα και τους εχθρούς!

    Βέβαια το να ευεργετούμε ακόμα και αυτούς που μας έχουν στενοχωρήσει δεν είναι καθόλου εύκολο. Γι αυτό ο Ιησούς φέρνει ως υπόδειγμα τον Θεό ο Οποίος » είναι ευεργετικός και ωφέλιμος ακόμα και σε ανθρώπους αχάριστους και κακούς». Και εφόσον μιμηθούμε στην αγάπη τον Θεό, είπε ο Ιησούς, ο Θεός «θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει παιδιά Του» (στίχ. 35).

    Αν μπορούσαμε, αδελφοί μου, να αντιληφθούμε πόσο ψηλά μας ανεβάζει η έμπρακτη αγάπη προς όλους, ασφαλώς θα κάναμε ό,τι περισσότερο μπορούμε για να αξιωθούμε αυτής της ύψιστης τιμής, να γίνουμε παιδιά του Ύψιστου Θεού! Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή; Αξίζει να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια. Και η μέθοδος που θα ενεργούμε απλή: Να εφαρμόζουμε τον Χρυσό Κανόνα: Προκύπτει κάποιο θέμα με τον άλλον· αν έχουμε απορία πώς να ενεργήσουμε, να ρωτήσουμε τη συνείδησή μας: Αν θα ήμουν εγώ στη θέση του, τι θα ήθελα να μου κάνει ο άλλος; Αμέσως θα μας έρχεται η απάντηση και να κάνουμε ακριβώς αυτό που μας λέει η συνείδησή μας. Αρκεί, βέβαια, η συνείδησή μας να είναι υγιής και αγαθή και να φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα.

    Είθε, λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, εφαρμόζοντας καθημερινά στις συναναστρφές μας τον Χρυσόν Κανόνα του Κυρίου μας, να αξιωθούμε να αναγνωριστούμε από τον Θεό Πατέρα ως παιδιά Του.


    0 0

    Μία από τις χειρότερες αντιλήψεις που κυριαρχούν ως θεμέλιο στην κοσμική νοοτροπία, είναι η τακτική της ήσσονος προσπαθείας. Οι θιασώτες της – και δυστυχώς είναι πλειοψηφία- επιδιώκουν με τη μικρότερη δυνατή, έως καθόλου, προσπάθεια να κερδίσουν τα μέγιστα, ει δυνατό τον κόσμο όλο! Και αυτή η νοοτροπία καλλιεργείται, ώστε να διαστρωματωθεί συνολικά.

    Βλέπουμε έτσι τους μαθητές να διδάσκονται ο,τι μπορούν άκοπα να κατακτήσουν τη γνώση ή κι αν δεν την κατακτήσουν, ότι υπάρχουν πλάγιοι τρόποι που θα τους εξασφαλίσουν μία βολεμένη ζωή. Οι ίδιοι οι υπεύθυνοι για την εκπαίδευση των παιδιών μας, αναλίσκονται όχι στο πως θα εξασφαλίσουν παιδεία, αλλά στο πως θα διασφαλίσουν με τα ελάχιστα προαπαιτούμενα την αποφοίτηση των μαθητών και τη χορήγηση του απολυτηρίου. Στη συνέχεια οι φοιτητές, κατανοώντας τον χρόνο των σπουδών ως ευκαιρία για άλλα, επιδίδονται στο κυνήγι του ελάχιστου προαγώγιμου βαθμού, του γνωστού, ώστε τυπικώς να είναι εντάξει για τη λήψη του πτυχίου ασxέτως γνώσεων. Αλλά και μετά, κυριαρχεί η ουτοπική διεκδίκηση του λίγου κόπου και των πολλών χρημάτων. Και τέτοια προπέτεια καλλιεργείται από αυτό, ώστε να προβάλλονται ακόμη και παράλογες διεκδικήσεις ως αιτήματα. Στο τέλος, φταίνε πάντα οι άλλοι για τα όποια προβλήματα, καθώς «δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους» η «κοιτούν μόνο το συμφέρον τους», τη στιγμή που οι παvτες «επί τω αυτώ κρίματι έσμεν»!

    Αυτό δεν ισχύει μόνο σε επαγγελματικό επίπεδο, αλλά και σε θέματα πορείας ζωής. Πόσοι, θέλουν μεν να λέγονται καλοί γοvεις, επιδιώκουν όμως, «να ζήσουν και τη ζωή τους» προσπαθώντας να ξεφύγουν όσα μπορούν από τα γονεικά βάρη! Πόσοι, αποφεύγοντας το xρέος τους προς τους γοvεις, κοιτούν να τους «ταχτοποιήσουν» σε κάποιο ίδρυμα θεωρώντας ότι εκπλήρωσαν στο ακέραιο το καθήκον τους! Πόσοι προσέρχονται στη συζυγία σκεπτόμενοι το ότι θα ωφεληθούν κι όχι το πως θα αναλωθούν! Πόσοι κλείνονται στο βολεμά τους και αρνούνται να δεσμευθούν με οικογένεια και υποχρεώσεις, λιποτακτούντες έτσι από τον αγώνα της ζωής!

    Η πνευματική τακτική

    Παρουσιάζοντας ανάγλυφη τη διαφορά της παραπάνω περιγραφόμενης vooτρoπίας από τη νοοτροπία του Ευαγγελίου, ο αποστoλoς Παύλος χρησιμοποιεί με γλαφυρότητα μία εικόνα πολύ οικεία στην τότε εποχή. Παίρνει αφορμή από τη διαδικασία της σποράς και λέει το αυτονόητο. Όποιος σπέρνει με τσιγκουνιά, θα θερίσει λίγο καρπό. Κι όποιος σπέρνει με την καρδιά του, θα θερίσει πλούσια. Ουσιαστικά αναδεικνύει τη διαφορά της ορθολογιστικής, ωφελιμιστικής λογικής από την πνευματική, πρακτική και ωφέλιμη λογική. Εvας ο οποίος δεν έχει την εμπειρία της σποράς, δεν κατανοεί γιατί σκορπίζεται τόσος σπόρος στα χωράφια και αδειάζουν oι αποθήκες. Του φαίνεται παράλογο, η τουλάχιστον σπάταλο. Αν όμως, δεν αδειάσουν oι αποθήκες, δεν πρόκειται να ξαναγεμίσουν και μάλιστα με πολλαπλάσιο καρπό. Αν δεν «πεταχθεί» και μάλιστα μπόλικος ο σπόρος σε κάθε σημείο του χωραφιού, δεν πρόκειται να αναφυεί καρπός πoλυς, πoλλαπλάσιoς του σπόρου που κατ’ άλλους «πετάχθηκε»!

    Ποιο είναι το χαρακτηριστικό της σποράς και στη συνέχεια της καρποφορίας; Ότι είναι μία διαδικασία που δεν φαίνεται, καθώς εξελίσσεται κάτω από τη γη και θέλει τον χρόνο της. Κι όμως, καvεις δεν αμφιβάλλει ότι από το σπαρμένο σπόρο φύεται καρπός, ούτε έχει δεύτερες σκέψεις για το αν θα διαθέσει τον σπόρο, καθώς είναι ο μοvoς τρόπος να φθάσει στον καρπό. Μοιάζει με άλλα λόγια η διαδικασία αυτή με τον τρόπο της πνευματικής εργασίας.

    Με την καρδιά μας

    Τι θέλει να μας τονίσει ο Απόστολος; Επειδή η συνάφεια του κειμένου αφορά στην ελεημοσύνη, πολλοί θεοφόροι Πατέρες ερμηvευovτας το χωρίο, επικεντρώνονται στην ολοκάρδια προσφορά στον αδελφό και μάλιστα τον εμπερίστατο. Τονίζουν πως δεν επιτρέπεται είτε να προσφέρουμε με τσιγκουνιά σκεπτόμενοι πρώτα το υλικό μας συμφέρον, είτε να έχουμε δεύτερες σκέψεις για το αν η προσφορά μας έπιασε τόπο. Ελέγχουν την ελεημοσύνη «διά το θεαθήναι» και καλλιεργούν το πνεύμα θυσίας στην κάθε στιγμή της επίγειας ζωής, όχι για να κερδηθεί κάποτε η «άλλη», αλλά για να βιωθεί τώρα η όντως ζωή και να πραγματωθεί το «ελθέτω η Βασιλεία σου ως εν ουρανώ και επί της γης».

    Υπάρχει όμως και η ερμηνεία της ασκητικής γραμματείας. Εκεί ο στιχoς: «ο σπείρων φειδoμεvως φειδoμεvως και θερίσει, και ο σπείρων επ’ ευλογίαις επ’ ευλογίαις και θερίσει» ερμηνεύεται στην προοπτική της θεώρησης της ζωής. Γι’ αυτό και η ερμηνεία, ως διαρκής προτροπή, είναι όχι μόνον την ελεημοσύνη, αλλά με ο,τι καταπιάνεσαι άνθρωπε, να το κάνεις με όλη σου την καρδιά, με όλο σου το είναι, με όλες σου τις δυνάμεις, ώστε με τη θεία ευλογία να καταστείς πoλύκαρπoς και καλλίκαρπoς! Λιπoψυχίες, δεύτερες σκέψεις, πισωγυρίσματα, ιδιοτέλεια και σκοπιμότητα δεν αρέσουν στον Κύριο της Δόξης, ο οπoιoς διεκδικεί το «εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διαvoίας» του κάθε ανθρώπου που αναφέρεται πρoς Αυτόν.

    Αδελφοί μου, η ζωή του καθενός μας είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Το πως θα τη ζήσουμε εναπόκειται στις αποφάσεις μας. Ο Κύριός μας δεν διεκδικεί από τη ζωή μας πολλά, ούτε διεκδικεί λίγα. Τα διεκδικεί όλα! Γι’ αυτό και οι χριστιανοί ζούμε τη ζωή μας στην πληρότητά της, με την καρδιά μας, περνώντας την κάθε μας στιγμή εν αναφορά προς Αυτόν και το θείο θέλημά Του!

    Πηγή: www.agiazoni.gr


    0 0

    Ιησούς Χριστός ο Αρχιπάρθενος, έργον αγιογραφείου Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου 2015

    Σειρά κηρυγμάτων με ομιλητή τον Αρχιμανδρίτη π. Επιφάνιο Χατζηγιάγκου με θέμα την ερμηνεία του Συμβόλου της Πίστεως.

    Οι ομιλίες έγιναν στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Φλώρινας.


    0 0

    Στο σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα είδαμε τον Κύριο, ευρισκόμενος με τους μαθητές του στο όρος της Γαλιλαίας, να τους παραδίδει τον τέλειο νόμο της Καινής Διαθήκης με την «επί του όρους ομιλία» του. Ο Κύριος κάνει μια σύγκριση μεταξύ της ψεύτικης και της αληθινής αγάπης που πρέπει να έχουν οι μαθητές Του. Ζητά την ανιδιοτελή αγάπη, την αγάπη που δεν έχει φραγμούς, την αγάπη χωρίς διάκριση. Αγάπη προς όλους, δικαίους και αδίκους, εχθρούς και φίλους. Αν δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτή την εντολή, η οποία είναι η πρώτη και μεγάλη, τότε δεν μπορούμε να γίνουμε πιστοί υπήκοοι της βασιλείας του Θεού, δεν μπορούμε να λάβουμε μισθό, δεν μπορούμε να κληθούμε «υιοί του υψίστου».

    Ο Χριστιανισμός κάνοντας υπέρβαση του νόμου της ανταποδόσεως, προτείνει την αρχή της αγάπης προς τον πλησίον, της αμνησικακίας και της ανταποδόσεως καλού αντί κακού, της συγχώρεσης. Όποιος δεν αγαπήσει γνήσια το Θεό και τον άνθρωπο, δεν πρόκειται να σωθεί έστω και αν γίνει σκελετός από τις νηστείες και τις κακοπάθειες, έστω αν κάνει όλη μέρα μετάνοιες, έστω αν είναι ο μέγας «θεολόγος» και ρήτορας, έστω και αν μαρτυρήσει και βασανιστεί, ακόμη έστω και αν κάνει θαύματα [1]. την παράδοση αναφέρεται στην καινή, τη νέα δηλαδή, εντολή του Κυρίου μας Καλούμαστε να αγαπούμε τον κάθε ένα με ανιδιοτέλεια, να αγαπούμε τους πάντες.

    H αγάπη είναι ένα τρίπτυχο που σχετίζεται τόσο με το πώς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, αλλά σχετίζεται τόσο με τη διάνοιά μας όσο και με την ψυχή μας, όσο και με τις πράξεις μας, με τη συμπεριφορά μας. Aγάπη σημαίνει το να αναγνωρίζω μέσα σε όλους και σε όλα την κοινή μας προέλευση και την κοινή βαθύτερη συμπαντική ουσία η οποία ενυπάρχει μέσα σε όλους και σε όλα.

    Θα αναρωτηθεί κανείς, πώς θα αγαπήσω αυτόν που με πληγώνει, αυτόν που με αδικεί, αυτόν που με σχολιάζει, που με συκοφαντεί, που με μισεί; Aυτό είναι το μέτρο της αληθινής αγάπης, το μέτρο της τελειότητας. Η αγάπη θέλει καλούς λογισμούς: Ό Θεός θα με δικαιώσει. Εγώ ας ξεχάσω το κακό, ας ξεχάσω αυτό πού μού στέρησαν. Η αγάπη δεν θέλει να θυμόμαστε το κακό. Με την αγάπη πρέπει να ξεχνάμε αυτό που μας έκαναν. Ούτε να νιώθουμε ικανοποίηση αν πάθει ο άλλος κακό, αυτός που μου έκανε εμένα κακό. Αν συλλάβουμε τον εαυτό μας να νιώθει ικανοποίηση, να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε πολύ χαμηλά [2]. Ποια σημασία έχει να αγαπώ αυτούς που με αγαπούν, μας είπε ο Ιησούς στο Ευαγγέλιο. Παράδειγμα αυτής της αγάπης έχουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό ενώπιον των σταυρωτών Του. «Πάτερ «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι »[3].

    Αυτού του είδους αγάπης έδειξαν οι άγιοι της Εκκλησίας ενώπιον των βασανιστών τους. Αυτό μας παραγγέλλει ο Κύριος να κάνουμε, να αγαπούμε τους εχθρούς μας, να τους ευεργετούμε, να τους δανείζουμε, χωρίς να περιμένουμε καμία ανταπόδοση. Αυτή την αγάπη την άκουγαν οι μαθητές του Κυρίου, διότι μέχρι τότε οι άνθρωποι ζητούσαν μια αγάπη με ανταπόδοση, μια αγάπη δηλαδή, προς τον άνθρωπο που αγαπούσαν μόνο. Ο Κύριος, όμως, είδαμε ότι ζητά ένα άλλο είδος αγάπης, την αγάπη χωρίς υπολογισμούς. Η αγάπη είναι συνώνυμη της θυσίας. Γίνομαι θυσία για τον άλλο. Δίνω τον εαυτό μου για να τον βοηθήσω. Και για να αγαπήσουμε, πρέπει να είμαστε ταπεινοί. Χωρίς αγάπη, και θαύματα να κάνεις κάποιος, ακόμη και στο μαρτύριο να φτάσει, δεν είναι τίποτε, λέει ο Απόστολος Παύλος [4].

    Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους, δεν στερεί τα αγαθά Του από τους αμαρτωλούς. Μας φέρεται με επιείκεια, μας ανέχεται, μας ευεργετεί αδιάλειπτα, και εμείς οι αχάριστοι και συμφεροντολόγοι άνθρωποι τον περιφρονούμε με τις τόσες αμαρτίες μας. Τον επικαλούμαστε συνήθως όταν χρειαστούμε κάτι, είτε για κάποια ασθένεια που μας επισκέφθηκε, είτε για να λύσει κάποιο πρόβλημα που μας συνέβηκε. Και μετά. Πάλι τα ίδια, παρασυρόμενοι από τις σειρήνες του μάταιου τούτου βίου, επηρεασμένοι από τα αγαθά και τις ηδονές του κόσμου τούτου.

    Ο Θεός έστειλε τον Υιό του τον Μονογενή στον κόσμο, για να μας σώσει όλους εμάς τους αμαρτωλούς. Υπήρξε το τέλειο πρότυπο της ευσπλαχνίας. «Διήλθεν ευεργετών και ιώμενος »[5] σε όλη την επίγειά Του ζωή. Έδειχνε συμπάθεια στους μετανοημένους, θεράπευε τους ασθενείς, και το κυριότερο και πιο σημαντικό συγχώρησε τους σταυρωτές Του. Έγινε ο μιμητής όλων των μαρτύρων που εορτάζει η Εκκλησία μας. Η διδασκαλία του Ιησού για συγχώρεση και αγάπη δεν είναι απλά κάποια ηθική θεωρία αλλά ενυλώνεται και βιώνεται μέσα στη ζωή των Αγίων μας. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει ότι δεν είπε ο Κύριος, εάν νηστεύετε, εάν ασκείτε παρθενία η εάν προσεύχεσθε, θα γίνετε όμοιοι με τον Πατέρα, αλλά «γίνεσθε οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών » [6]. Αυτό με το οποίο μπορούμε να εξισωθούμε με το Θεό είναι «το ελεείν και οικτίρειν» [7].

    Ακούσαμε, επίσης, στο Ευαγγέλιο σήμερα τον Κύριο να λέει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως »[8], δηλαδή όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται, έτσι και εσείς να συμπεριφέρεστε. Σοφός και χρυσός αυτός ο κανόνας. Αν εγώ δεν κάνω κακό στον διπλανό μου, στον συνάνθρωπό μου, απλώς και μόνο για να μην μου το ανταποδώσει και εκείνος, αυτό δεν έχει καμιά ωφέλεια. Το να μην κάνω κακό στον άλλο γιατί τον αγαπώ, γιατί στον εαυτό του βλέπω το Δημιουργό Θεό, αυτό είναι χριστιανικό και ασφαλώς ωφέλιμο και αρεστό.

    Ας δείχνουμε σε όλους τους ανθρώπους την καλοσύνη, στοργή και ευσπλαχνία μας, και όχι την μαγκιά και την σκληρότητά μας. Αυτές τις αρετές έχει ιδιαιτέρως ανάγκη η εποχή μας. Και ο λόγος είναι γιατί οι πλείστοι έχουν γίνει άσπλαχνοι, ανελεήμονες, άστοργοι, κοιτάζουν και τρέφουν τον εγωϊσμό τους και καλλιεργούν το φθόνο προς το συνάνθρωπό τους. Ας μην επηρεαζόμαστε εμείς από αυτούς τους ανθρώπους, γιατί είναι παραδείγματα προς αποφυγή. Εάν μπορούμε να τους πλησιάσουμε και να τους μιλήσουμε με διάκριση για το σφάλμα τους, καλώς, αλλιώς οφείλουμε να προσευχόμαστε για να τους φωτίσει ο Θεός. Στόχος μας είναι να γίνουμε σύμμορφοί του Υιού και Λόγου του Θεού, αφού γίναμε κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση του Θεού, και οι ψυχές μας θα αποκτήσουν τα θεία γνωρίσματα. Η αγάπη και η ευσπλαχνία είναι αγώνας, γιατί προϋποθέτει ότι έχεις νικήσει τον εγωισμό σου και τον ατομισμό Ας μην ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα των δύο αυτών αρετών, της αγάπης και της ευσπλαχνίας του Θεού. Μόνο έτσι θα μπορούμε να κληρονομήσουμε την ουράνιο Βασιλεία, την ετοιμασμένη από καταβολής κόσμου για τον άνθρωπο.

     

    Παραπομπές:

    1. Μητροπολίτου Φθιώτιδος Νικολάου, «Εἰς ἐπίγνωσιν Θεοῦ», Αποστολική Διακονία, β΄ έκδοση 1999, σελ.219-223.
    2. Ιερομονάχου Καββαδία, Γέροντες και Γυναικείος Μοναχισμός, Ιερά Μονή Βατοπαιδίου 2015.
    3. Λουκά 23,34.
    4. Α΄ Κορινθίους13, 2-3.
    5. Πράξεις 10,38.
    6. Λουκά 6,36.
    7. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Τα ευρισκόμενα πάντα, Kεφάλαιο Β΄, PG 64,1044.
    8. Λουκά 6,31.


older | 1 | .... | 1388 | 1389 | (Page 1390) | 1391 | 1392 | .... | 1462 | newer