Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1390 | 1391 | (Page 1392) | 1393 | 1394 | .... | 1462 | newer

    0 0

    Νομίζω πως όσοι εκπαιδεύτηκαν, όχι μόνο αυτοί είναι ευτυχισμένοι και το νοικοκυριό τους διοικούν καλά, μα και τους άλλους ανθρώπους ωφελούν.

     

    Σωκράτης


    0 0

    20151001-2

    Εμείς να προσπαθούμε να μειώνουμε τον εγωισμό και τη φιλαυτία μας. Να είμαστε ταπεινοί. Να δοθούμε στον Χριστό κι όλα φεύγουν τα αντιδραστικά, σωματικά και ψυχικά.

     

     

    Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης


    0 0

    Γιατί είναι σημαντικό; Μετά από επικοινωνία που είχα με πολύ κόσμο, που ταξίδεψε αρκετές φορές τόσο στην Ελλάδα αλλά και...

    0 0

    Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος πραγματοποίησε σήμερα το πρωί τα εγκαίνια της έκθεσης «ΤΟ ΗΜΕΤΕΡΟΝ ΚΑΛΛΟΣ. Βυζαντινές εικόνες από την Θεσσαλονίκη», που στεγάζεται στην Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων και θα διαρκέσει μέχρι τις 31 Μαρτίου 2019.

    Φωτογραφίες: Ραφαήλ Γεωργιάδης

    Φωτογραφίες: Ραφαήλ Γεωργιάδης

    Την έκθεση διοργανώνει το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών με αφορμή τον εορτασμό του Ιωβηλαίου των πενήντα ετών λειτουργίας του (1968-2018). Πρόκειται για μια μοναδική έκθεση που φιλοδοξεί να προβάλει την καλλιτεχνική παραγωγή της βυζαντινής Θεσσαλονίκης ως σπουδαίου πνευματικού κέντρου που παρήγαγε υψηλής ποιότητας ζωγραφικά και ψηφιδωτά έργα τέχνης αλλά και να αναδείξει τη μεγάλη συνεισφορά της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής των Βλατάδων στη διάσωση μεγάλου αριθμού εικόνων που αποτελούν σημαντικά δείγματα αυτής της καλλιτεχνικής παραγωγής.

    Φωτογραφίες: Ραφαήλ Γεωργιάδης

    Φωτογραφίες: Ραφαήλ Γεωργιάδης

    Στο πλαίσιο της έκθεσης εντάσσονται βυζαντινές εικόνες που προέρχονται από το σκευοφυλάκιο της Ιεράς Μονής Βλατάδων, ενώ έχει ήδη εξασφαλισθεί η συμμετοχή πολύ σημαντικών βυζαντινών εικόνων από τις Ιερές Μητροπόλεις Θεσσαλονίκης, Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης, Κασσανδρείας, Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, και Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος. Πολύτιμα εκθέματα θα είναι επίσης, η εικόνα της Παναγίας Αγιοσορίτισσας με την επωνυμία «Η Ελπίς των Απελπισμένων» από το Freising (Γερμανία), η οποία θα παραμείνει στην έκθεση για ένα μήνα, καθώς και η ψηφιδωτή εικόνα του Αγίου Δημητρίου, με ενσωματωμένο φιαλίδιο μύρου, από το Sassoferrato της Ιταλίας.

    Φωτογραφίες: Ραφαήλ Γεωργιάδης

    Φωτογραφίες: Ραφαήλ Γεωργιάδης


    0 0

    Το εκχύλισμα καλεντούλας που είναι το κύριο συστατικό έχει αντιφλεγμονώδη και αντισηπτική δράση. Αρωματικά προϊόντα που περιέχουν εκχύλισμα καλέντουλας από...

    0 0

    20151001-3

    Ο πιστός φίλος είναι έμψυχος θησαυρός, περιφραγμένος κήπος, πηγή σφραγισμένη που ανοίγει από καιρό σε καιρό και προσφέρει τον πλούτο της ψυχής του. Φίλους δε λέω τους καλούς και αγαθούς και τη φιλία που δημιουργήθηκε με γνώμονα την αρετή.

    Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος


    0 0

    Μαρτύρησε στο Καρατζασού στις 2 Οκτωβρίου του 1794 Καταγόταν από τη Φιλαδέλφεια της Μ. Ασίας από γονείς Χριστιανούς και ήταν στο επάγγελμα...

    0 0

    Τα μυστήρια της Εκκλησίας αποτελούν λειτουργίες και ενέργειες του Σώματος της Εκκλησίας, το οποίο είναι το Σώμα του Χριστού. Μέσω των μυστηρίων ενεργεί ο ίδιος ο Χριστός. Σκοπός τους είναι η ένταξη του ανθρώπου στην Εκκλησία και η συνεχής κοινωνία με τον Χριστό. Η σωτηρία του ανθρώπου επιτυγχάνεται με την ένωσή του με το Σώμα της Εκκλησίας [94]. Η ανθρώπινη φύση θεραπεύτηκε με το απολυτρωτικό έργο του Χριστού και η ανακαινιστική, μεταμορφωτική, ζωοποιητική και αγιαστική παρουσία του Αγίου Πνεύματος συνεχίζεται, όπως σε κάθε εποχή έτσι και σήμερα, δια των μυστηρίων. Έτσι με τα μυστήρια ο άνθρωπος ζει και προγεύεται την Βασιλεία του Θεού από τώρα [95].

    Με το μυστήριο της Μετανοίας ο Χριστός παρέχει την άφεση σε κάθε βαπτισμένο χριστιανό, ο οποίος μετανοεί και επιθυμεί την επιστροφή του στην Εκκλησία. Η αμαρτία δεν είναι υπόθεση μόνο του χριστιανού αλλά όλης της Εκκλησίας, ως Σώματος του Χριστού. Γι’ αυτό και η Εκκλησία αναλαμβάνει την θεραπεία του πνευματικά ασθενή με τα μυστήρια, τους κανόνες, τις συμβουλές, τα οποία είναι αποθησαυρισμένα μέσα στην μακραίωνη παράδοσή της.

    Ο άνθρωπος, ο οποίος έχει συναισθανθεί την λανθασμένη πορεία της ζωής του, έχει αισθανθεί ότι έχει πληγωθεί από την αμαρτία και τον εαυτό του χρειάζεται την βοήθεια της Εκκλησίας, για να αποκατασταθεί όλη η ύπαρξή του. Η αμαρτία δεν έχει ένα ηθικιστικό χαρακτήρα αλλά βαθιά οντολογικό. Δεν αλλοιώνει μόνο την ηθική του ανθρώπου αλλά πρωτίστως την οντολογική του υπόσταση. Ο άνθρωπος μακριά από τον Δημιουργό του ζει με τρόπο διαφορετικό για τον οποίο πλάστηκε. Ζει σε μία παρά φύση κατάσταση μακριά από την συνεχή επικοινωνία με τον Θεό, μακριά από την πηγή του φωτός του, με αποτέλεσμα να αμαυρωθεί η ψυχή του και να αλλοιωθεί όλη η ύπαρξή του [96].

    Η αποκατάσταση της σχέσης με τον Θεό γίνεται με το μυστήριο της εξομολόγησης, το οποίο δυστυχώς σήμερα έχει υποβιβαστεί σε ένα τελετουργικό με δικανικό και νομικό χαρακτήρα [97]. Τα στοιχεία της ελπίδας, της χαράς, που φέρνει η αποκατάσταση της σχέσης με τον Θεό, της γνήσιας ταπείνωσης, της συγχώρησης, της πνευματικής θεραπείας, τα οποία έχουν ένα οντολογικό χαρακτήρα, έρχονται σε δεύτερο επίπεδο, διότι κυριαρχεί ο φόβος, η αγωνία, ο σκεπτικισμός, η στείρα καθηκοντολογία, η εξαγόρευση των αμαρτιών. Η αντίληψη αυτή δυστυχώς του μυστηρίου της εξομολόγησης είναι εσφαλμένη και έχει τις ρίζες της στην προτεσταντική – ηθικολογική επιρροή των τελευταίων αιώνων στην θεολογία και πρακτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

    Η θεραπεία του ανθρώπου πραγματοποιείται με την μετάνοια [98]. Η μετάνοια κατά την πατερική γραμματεία είναι μία θεραπευτική επιστήμη [99]. Στην εξομολόγηση ο άνθρωπος ζητά την θεραπεία των πνευματικών τραυμάτων του, όχι την διαγραφή των αμαρτιών του με έναν δικανικό τρόπο [100].

    Απαραίτητο στοιχείο για την θεραπεία μέσω της μετάνοιας είναι η συνεργασία του ανθρώπου με τον Θεό [101]. Η ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου να επιστρέψει στην πατρική εστία είναι το πρώτο ζητούμενο σε μία υγιή πνευματική σχέση ανθρώπου και Θεού. Η φιλανθρωπία του Θεού ζητά την ελεύθερη απόφαση, την προαίρεση του ανθρώπου, η οποία είναι η βασική προϋπόθεση της μετανοίας και της άφεσης του [102]. Έτσι η συνεργασία του ανθρώπου με την θεία Χάρη τον οδηγεί στην μετάνοια βιώνοντας σταδιακά την άφεση και το έλεος του Θεού. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξει ο άνθρωπος μόνο σε μία ηθική ανακαίνιση. Αυτό μπορεί να γίνει, εάν θεωρήσει ότι δεν χρειάζεται η δική του μετάνοια παρά μόνο η θεία Χάρη, η οποία ενεργεί με κάποιο μαγικό τρόπο [103]. Αυτή είναι μία εσφαλμένη αντίληψη για την μετάνοια. Η πατερική γραμματεία τονίζει ότι ακόμη και αν είναι μικρή η μετάνοια του ανθρώπου, η θεία Χάρη αναπληρώνει τα υπόλοιπα [104]. Έτσι η μετάνοια είναι ένα δώρο του Θεού προς τον συνεργαζόμενο άνθρωπο [105].

    Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

     

    Παραπομπές:

    94. «Ου … έλυσε μόνον και τω Πατρί κατήλλαξεν αποθανών ο Σωτήρ, αλλά και έδωκεν ημίν εξουσίαν τέκνα θεού γενέσθαι, συνάψας μεν εαυτώ την φύσιν την ημετέραν διά της σαρκός, ην ανείλετο, συναπτών δε ημών έκαστον τη εαυτού σαρκί τη δυνάμει των μυστηρίων» Νικόλαος Καβάσιλας, Περί της εν Χριστώ ζωής, Λόγος A’, PG 150, 508 C.
    95. «Την μεν νοεράν εξείπον ένωσίν σοι διαφόρως και ποικίλως, αισθητήν δε την των μυστηρίων λέγω» Συμεών Νέος Θεολόγος, Ύμνοι Λ’, Έργα, τομ. Γ’, σ. 251.
    96. «Ωσπερ ξένην της φύσεως ημών την κακίαν ούσαν, διά δε της παραβάσεως του πρώτου παρεισδύσασαν ανθρώπου κατεδεξάμεθα, φύσιν ημίν τω χρόνω καθαπερεί γενομένην» Συμεών Μεταφραστής, Παράφρασις εις 150 κεφάλαια εις τους Ν΄ λόγους του αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου 66, Φιλοκαλία Γ΄, σ. 197. και Σταύρος Μπαλογιάννης, Ψυχιατρική και ποιμαντική ψυχιατρική (Πουρνάρα : Θεσσαλονίκη, 1986) σ. 434.
    97. «ιατρείον γαρ εστιν ενταύθα, ου δικαστήριον, ουκ ευθύνας αμαρτημάτων απαιτούν, αλλά συγχώρησιν αμαρτημάτων παρέχον» Ιωάννης Χρυσοστόμος, Περί μετανοίας, ομιλία Γ΄, δ΄, PG. 49, 297 Α.
    98. «καλόν μεν γαρ το μη αμαρτείν, αγαθόν δε και τον αμαρτάνοντα μετανοείν· ώσπερ άριστον το υγιαίνειν αεί, καλόν δε και το ανασφήλαι της νόσου» Κλήμης Αλεξανδρεύς, Παιδαγωγός, Α΄, PG. 8, 348 B.
    99. «ταύτα πάντα τα κακά μετάνοια ειλικρινής θεραπεύειν επίσταται, παρά του κριτού την επιστήμην ταύτην εγκεχειρισμένη» Ισίδωρος Πηλουσιώτης, Επιστολών Βιβλίον Ε΄, Επιστολή ΣΝΓ΄, PG. 78, 148.
    100. Κάλλιστος Ware, Η εντός ημών Βασιλεία, ο.π., σ. 89.
    101. «ο γαρ άνθρωπος αυτεξούσιος εστι της εαυτού σωτηρίας και απώλείας» Αναστάσιος Σιναίτης, Ερώτηση ΝΕ, PG 89, 617 B.
    102. «τούτο γαρ εν τη προαιρέσει του ανθρώπου εστιν εάν ούν θελήση δούναι την προαίρεσιν μόνον προς Κύριον, αυτός εκριζοί τα πάθη και τους λογισμούας της κακίας απ’ αυτού και ούτως καθαρίσας αυτόν, εμφυτεύει εν αυτώ τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος» Μακάριος ο Αιγύπτιος, Ομιλίαι Πνευματικαί, ΝΣΤ’, β’. ΒΕΠΕΣ 42, 31.
    103. Γεώργιος Μαντζαρίδης, Χριστιανική Ηθική (Θεσσαλονίκη : Πουρναράς, 1983) σ. 201.
    104. «Μικρά η μετάνοια σου; αλλά μεγάλη η του Δεσπότου φιλανθρωπία» Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τον ΛΓ Ψαλμόν, γ’. PG 55, 578.
    105. Ηλίας Βουλγαράκης, «Προσεγγίσεις στο θέμα Μετάνοια» Σύναξη, τεύχ. 21 (Αθήνα : Σύναξη, 1987) σ. 52.


    0 0


    0 0

    Παιδαγωγικά μέσα. Τρόποι δηλαδή διαπαιδαγώγισης, τους οποίους χρησιμοποιούν οι γονείς και οι δάσκαλοι ή φροντιστές για να βοηθήσουν το παιδί στην συναισθηματική, διανοητική και πνευματική του ανάπτυξη. Όμως, τελευταία, υπάρχει μια έντονη αντίδραση και έκδηλη αντιπαράθεση προς όλα τα παλαιά μοντέλα διαπαιδαγώγισης και κυρίως αφόρητη αποστροφή ως προς την οποιασδήποτε μορφής πειθαρχίας.

    «Ξέρεις τι ακούω εγώ εδώ μέσα;» έλεγε ο Γιώργος αναφερόμενος στον χώρο της δουλειάς του. «Στου ενός το σχολείο, κάτσε στο «καρεκλάκι της σκέψης» να σκεφθείς τι έκανες. Στου άλλου, είπανε στο παιδί του, δεν θα φας το μεσημέρι για τιμωρία. Να πούνε στο δικό μου παιδί τέτοιο πράγμα;! Θα τους πατήσω κάτω!» Στ’ αλήθεια, δεν ήθελα να συζητήσω με τον Γιώργο για το θέμα που έβλεπα πως τον καίει. Όμως αυτός ήθελε. Και καλά έκανε.

    «Αφήστε τα παιδιά να μεγαλώσουν χωρίς περιορισμούς και απαγορεύσεις. Μη δεσμεύετε την ελευθερία τους, τις επιθυμίες τους, τις πράξεις τους. Αυτά τα συστήματα τα καταπιέζουν, τα κάνουν κομπλεξικά και κακά. Αφήστε τα να κάνουν ό,τι τους αρέσει, ό,τι τα ευχαριστεί. Αφήστε τα μόνα τους να διδαχτούν από τις εμπειρίες τους για ό,τι τους επιτρέπεται , για ό,τι δεν τους επιτρέπεται για ό,τι τους οφελεί και για ό,τι τους βλάπτει». «Στην τελική, θέλω το παιδί μου να είναι ελεύθερο!» λέει ο Γιώργος.

    Δεν ξέρω πως ορίζει ο κάθε άνθρωπος την ελευθερία, και ποια στοιχεία του χαρακτήρα και του παρελθόντος του προσπαθεί να αντιπαλέψει ώστε να δημιουργήσει ένα καλύτερο μέλλον για το παιδί του, αλλά είμαι σίγουρη ότι ελευθερία δεν σημαίνει ασυδοσία. Η πραγματική ελευθερία εμπεριέχει το στοιχείο της πειθαρχίας, τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής.

    Η ελευθερία, όπως την εννοούν οι μεγάλοι, και η ελευθερία όπως την αντιλαμβάνονται τα παιδιά συναντώνται στο πεδίο της αγωγής. «Ένα λάθος, που συνήθως γίνεται, είναι να αποφεύγουμε την πειθαρχία, τις απαγορεύσεις ή τις διορθώσεις εν ονόματι της θεωρίας «να αφήσουμε το παιδί να έχει τη δική του προσωπικότητα». Στο άλλο άκρο, η πειθαρχία που καταστρέφει τις καλές σχέσεις ενήλικα και παιδιού ή συνθλίβει το παιδί με το αίσθημα ότι δεν μπορεί να πετύχει τίποτε που να αξίζει, είναι επίσης λανθασμένη» γράφει η μοναχή Μαγδαληνή στο βιβλίο: Συνομιλίες με παιδιά – μεταδίδοντας την πίστη, έκδοση Ι.Π.Σ. Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, σελ. 155.

    Αυτό όμως που μου έκανε περισσότερο εντύπωση είναι όσα αναφέρει η Μαρία Μπακατσέλου στο βιβλίο της: Για σένα Μητέρα. Λέει πως όλη η συμπεριφορά των γονέων με τις πρόχειρες λύσεις, χωρίς παιδαγωγικές γνώσεις και συνέπεια, αποτελούν κακομεταχείριση της παιδικής ευαισθησίας. Αν δεν μπορέσουμε να εξηγήσουμε στο παιδί την αναγκαιότητα της πειθαρχίας στους κανόνες, θα έχει την εντύπωση πως είναι έξω από τους νόμους και θα υποφέρει όταν χρειαστεί να λειτουργήσει στο σύνολο. «Αν επιτρέπουμε στα παιδιά να κάνουν ό,τι θέλουν, επειδή το θέλουν, θα τα κακομάθουμε. Θα είναι δυστυχισμένα και θα αισθάνονται ανεπιθύμητα, όταν δεν γίνεται το δικό τους. Με λίγα λόγια θα μάθουν να αγαπούν τον εαυτό τους και όχι τον Θεό και τον πλησίον τους» λέει η μ. Μαγδαληνή στο ίδιο βιβλίο, σελ. 166. Η παιδαγωγική της διόρθωσης, είναι το τελευταίο μέσο στο οποίο πρέπει να καταφύγουμε. Αλλά πρέπει να ασχοληθούμε ενεργά, με κόπο και συνέπεια προς την κατεύθυνση της διαπαιδαγώγισης. Άλλωστε ο καλύτερος τόπος για να πείσουμε ένα παιδί ότι σοβαρολογούμε, είναι να εννοούμε ό,τι λέμε και να μην σταματάμε να επικοινωνούμε με αγάπη.

    Ο στόχος είναι κοινός: Να αναπτυχθεί μια ελεύθερη προσωπικότητα. Όσο οι γονείς συζητούν για τα θέματα αυτά, είναι ανοιχτοί σε ιδέες και προτάσεις και μπορούν να αφήσουν στην άκρη τα δικά τους «βιώματα», υπάρχουν ελπίδες ότι τα σημερινά παιδιά θα γίνουν καλύτεροι ενήλικες απ’ ότι εμείς.


    0 0

    Φιλόσοφος, πολιτικός και διανοούμενος ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, σημάδεψε ανεξίτηλα τα ελληνικά γράμματα και την πολιτική ζωή της χώρας. Ευτύχησε να διανύσει στον βίο του ολάκερο τον 20-ο αιώνα, τον μεγαλουργό στο πεδίο της επιστήμης και της τεχνικής, τον σπαραγμένο από δυο ολέθριους παγκοσμίους πολέμους και συνταραγμένο από την δίνη τεράστιων κοινωνικών αναταράξεων και πνευματικών ρευμάτων και αφουγκραζόμενος τον ιστορικό του κραδασμό, με το δυσθεώρητο φιλοσοφικό και πολιτισμικό του ανάστημα, να αποτυπώσει μια κατακλυσμιαία πνευματική παρουσία. Με την ηθική του εμπνοή, τον φιλοσοφικό του ετασμό, και το ογκωδέστατο και οιστρηλατημένο συγγραφικό του έργο, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ανακαίνησε το δύσβατο πεδίο της φιλοσοφίας και συνέβαλε ζωτικά στην αναβάθμιση της παιδείας των ελληνοπαίδων. Πάνω από όλα όμως ο ευγενής αυτός διανοούμενος που και με την ευδόνητη ευαισθησία του και τον ασίγαστο λυρικό του κραδασμό, αποτύπωσε αδρά το στίγμα του και στο φάσμα της ελληνικής ποίησης με επίζηλες διακρίσεις, υπήρξε ένας υψηλόφρων άνθρωπος. Καίτοι αρχήθεν στη ζωή του έδρεψε πλήθος από ηθικές και πνευματικές αριστείες, δεν παρασύρθηκε ποτέ σε μεγαλαυχία. Και όταν ακόμα ανέβαινε στο ύπατο αξίωμα για έναν έλληνα πολίτη, της προεδρίας της Δημοκρατίας, διατήρησε πάντοτε την σεμνότητα και την απλότητα, που πάντα τον διέκρινε σαν γνήσιο ταγό του έθνους.

    Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, είδε το φώς της ζωής στην Αθήνα την 1 Ιουλίου του 1899. Μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον πνευματικής ευμάρειας και ηθικής ευκρασίας – ο πατέρας του ήταν διακεκριμένος νομικός και βουλευτής και η μητέρα το γένος Ευστρατιάδη, ήρε την καταγωγή της από μια εκ των αριστοκρατικοτέρων οικογενειών της εποχής, όχι ασύνδετη με τη πνευματική πρόοδο και την οικονομική ακμή, που διαβίωνε στην Τεργέστη της Ιταλίας – καλλιέργησε τον από φυσικού του πνευματικό του προικισμό και γρήγορα προδιέγραψε το λαμπρό ακαδημαϊκό του μέλλον. Το 1914 ενεγράφη στη Νομική Αθηνών και το 1918 αποπεράτωσε τις σπουδές του μετάσχοντας – σύνδρομη και διαπλαστική του κύρους του- την ίδια χρονιά υπό τον μέγα Ελευθέριο Βενιζέλο του οποίου υπήρξε και Γραμματέας, στην ελληνική αποστολή της Ειρήνης στο Παρίσι. Το 1925 εγκαταστάθηκε στην Χαϊλδεβέργη για μεταπτυχιακές σπουδές όπου και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος. Στο περίφημο γερμανικό πανεπιστήμιο της φιλοσοφίας ο Τσάτσος θα συνεργαστεί με τους έξοχους επίσης Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο και μαζί τους εφεξής θα αποτελέσει την περίφημη για την αναγέννηση της σύγχρονης ελληνικής φιλοσοφίας τριανδρία. Ενώ βαθύτατους επηρεασμούς στην εξέλιξη του φιλοσοφικού του στοχασμού, θα εισδεχθεί ακόμα από τους λαμπρούς καθηγητές της Χαιδελβέργης Γιάσπερς και Ρίκερτ. Με τους Κανελλόπουλο και Θεοδωρακόπουλο ο Τσάτσος θα συνεκδώσει από το 1930 και για έντεκα συναπτά χρόνια το περίφημο έκτοτε τριμηνιαίο περιοδικό «Αρχείο Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών», που διαμόρφωσε την εξέλιξη των ιδεών και του διεπιστημονικού χώρου στην Ελλάδα. Υπήρξε αυτή η σπουδαία εκδοτική προσπάθεια η πνευματική ενδοχώρα, πλήθους αργότερα μεγάλων επιστημόνων και διανοητών, που συντέλεσαν στην πολιτισμική αναγέννηση του τόπου.

    Το 1930 ο Κωνσταντίνος Τσάτσος έγινε υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και από το 1933 καθηγητής στην έδρα εισαγωγής στην επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Ενώ ήδη από τα πρώτα νεανικά του χρόνια, λόγω της διεσταλμένης ενασχόλησής του με την ποίηση και τα γράμματα, όπου με εκπληκτική ευχέρεια μιλώντας γερμανικά και γαλλικά είχε έλθει σε επαφή με τα μεγάλα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής διανόησης, είχε γνωριστεί με τον πατριάρχη της ελληνικής ποίησης – του οποίου έδρεπε την πνευματική θαλπωρή – Κωστή Παλαμά. Ήδη κιόλας από την ηλικία των 22 ετών, την τριετία 1921-24 και με το ψευδώνυμο «Ηβός Δελφός» δημοσίευσε τις πρώτες ποιητικές συλλογές του, που έκαμαν ξεχωριστή αίσθηση στον χώρο των διανοουμένων και προμήνυαν την καταλυτική επέλασή του στα ελληνικά γράμματα. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος δίχασε το άλλο μισό του άγρυπνου πνευματικά βίου του, πέρα από την φιλοσοφία και τα γράμματα, με την πολιτική, στης οποίας έφτασε μέχρι το ύπατο αξίωμα του προέδρου της δημοκρατίας – το 1975 στο οποίο και παρέμεινε μέχρι το 1980, οπότε και παραιτήθηκε – λαμπρύνοντάς το, με το πελώριο και διεθνούς αναγνώρισης πνευματικό του κύρος. Συνεδέθη στον στίβο της πολιτικής με τον κραταιό Κωνσταντίνο Καραμανλή και έκτοτε αποτέλεσε κεντρικό συνεργάτη του, με ξεχωριστή συμβολή στην θεσμική ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης, της εθνικής παιδείας, του πολιτισμού και του τουρισμού της χώρας, αλλά και της αναθεώρησης του συνταγματικού μας χάρτη.

    Στην πολιτική μας κονίστρα εισήλθε το 1945 αναλαμβάνοντας υπουργός εσωτερικών στην υπηρεσιακή κυβέρνηση του ναυάρχου Πέτρου Βούλγαρη. Ενώ στην ακόλουθη κυβέρνηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου που σχηματίσθηκε, ανέλαβε δυο υπουργεία του Τύπου και της Αεροπορίας. Έκτοτε η παρουσία του στην πολιτική ζωή της χώρας ήταν πολυεπίπεδη και καταλυτική. Πάντοτε όμως την κατευόδωνε το με απαρασάλευτη πίστη δημοκρατικό του φρόνημα. Για την ευθεία αντίθεσή του με τις αντιδημοκρατικές εκφάνσεις της πολιτικής μας ζωής όπως της μεταξικής δικτατορίας, κυνηγήθηκε και εκτοπίστηκε. Το 1939 η δικτατορία Μεταξά, τον συνέλαβε και τον εξετόπισε στη Σκύρο ως αντικεθεστωτικό. Εν συνεχεία μετατοπίστηκε στις Σπέτσες όπου διέμεινε μέχρι το 1940 οπότε και του επετράπη η επάνοδος στην Αθήνα. Το 1941 απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο για να επανέλθει το 1943. Την περίοδο της κατοχής συνεργάστηκε με τον συνταγματάρχη Τσιγάντε ως μέλος της επιτροπής που αποτελούσε τον σύνδεσμο μεταξύ της κυβερνήσεως του Καΐρου και των αντιστασιακών οργανώσεων. Αναγκάστηκε έτσι λόγω της δράσης του να διαφύγει το 1944 στην Μέση Ανατολή. Πάντοτε με ηθική δόνηση, διάθεση προσφοράς και αγάπη υποδειγματική για την πατρίδα. Το 1944 έγινε τακτικός καθηγητής στη νομική σχολή. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1946, όταν και παραιτήθηκε για να θέσει υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές.

    Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος κατέλειπε ογκωδέστατο και πολυεπίπεδο συγγραφικό έργο που εκτείνεται από την φιλοσοφία, την ποίηση, το δοκίμιο, την κριτική και τα αισθητικά μελετήματα, μέχρι τις πολιτικές βιογραφίες και την ιστορική ανάλυση. Δεσπόζουσα θέση σ΄ αυτό κατέχουν τα κριτικά του δοκίμια για τον Κωστή Παλαμά και τους μεγάλους ρήτορες Κικέρωνα και Δημοσθένη, τα φιλοσοφικά του δοκίμια : «Διάλογοι σε μοναστήρι», «Θεωρία της Τέχνης», «Η ζωή σε απόσταση», «Ο σύγχρονος κόσμος», «Πριν από το ξεκίνημα» κ.α. Στο πεδίο της φιλοσοφίας του δικαίου : «Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου», «Η κοινωνική φιλοσοφία του Καντ», «Ελληνική πορεία», κ.α. Στο φάσμα της λογοτεχνίας : «Η τριλογία της ψυχής μου», «Δύο Δράματα», « Ένας διάλογος για την ποίηση», «Τα ποιήματα του Κ. Τσάτσου». Αλλά και οι βιογραφίες : «Ελευθέριος Βενιζέλος», «Ο άγνωστος Καραμανλής», «Λογοδοσία μιας ζωής» (αυτό-βιογραφία). Τον Ιούνιο του 1961 ο απαράμιλλος δάσκαλος της φιλοσοφίας, εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Σε αυτήν εξάλλου διετέλεσε πρόεδρος και αντιπρόεδρος και επιχείρησε μείζονες τομές για την περαιτέρω διεύρυνση του ηθικού κύρους της. Αυτός εν σπέρματι υπήρξε ο αναγεννησιακός διανοούμενος Κωνσταντίνος Τσάτσος. Λαμπρός φιλόσοφος, εμπνευσμένος και ευπρεπής πολιτικός και πάνω από όλα μέγας διδάχος και ανακαινιστής της παιδείας του ελληνικού λαού.


    0 0

    Βυζαντινή Αυτοκρατορία

    Κατά την περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας οι βλάχικοι πληθυσμοί αγωνίζονταν να εξασφαλίσουν τις κατάλληλες εκείνες συνθήκες για την συντήρηση κι αναπαραγωγή των κοπαδιών τους. Κατά περιόδους, συμμετείχαν σε συγκρούσεις στις περιπτώσεις όπου διακυβεύονταν τα κτηνοτροφικά τους συμφέροντα. Προκειμένου να εξασφαλίσουν κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες σύμφωνες με τον νομαδικό τρόπο ζωής τους, συμμετείχαν σε πολέμους, επιδρομές και συμμαχούσαν με άλλα κράτη, για παράδειγμα άλλοτε στο πλευρό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις ή ως συνοριοφύλακες με αντάλλαγμα την χρήση κάποιου γεωργικού κλήρου, κι άλλοτε στο πλευρό των Βουλγάρων. Μεταξύ 5ου και 14ου αιώνα παρατηρήθηκαν συχνές δημογραφικές ανακατατάξεις στην περιοχή της Μεσογείου που σχετίζονταν άμεσα με την παρουσία των Βλάχων. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε ιστορικά η μορφή της κτηνοτροφίας γνωστή ως νομαδισμός. Η μετάβαση από τον νομαδισμό στον ημι-νομαδισμό σχετίζεται με την σταθεροποίηση του τόπου παραμονής των Βλάχων στην λεκάνη της Μεσογείου, που πραγματοποιήθηκε μετά την οθωμανική κατάκτηση ως επακόλουθο αυτής (Nitsiakos, 1985).

    Οι περισσότερες προσπάθειες της βυζαντινής αυτοκρατορίας να υποτάξει και να εκμεταλλευτεί οικονομικά τους Βλάχους ήταν επιτυχής, παρότι εκείνοι σε πολλές περιπτώσεις είχαν προβάλει αντίσταση. Σε γενικές γραμμές, οι Βλάχοι την περίοδο αυτή, κατέβαλαν φόρους προς τον κρατικό μηχανισμό, παρείχαν στρατιωτικές υπηρεσίες περιστασιακά και παράλληλα προμήθευαν την Κωνσταντινούπολη με την κτηνοτροφική τους παραγωγή, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται την ενσωμάτωση και αφομοίωσή τους από το πολίτευμα και την κοινωνία των Βυζαντινών. Οι Βλάχοι διατήρησαν τον διακριτό τρόπο ζωής τους και τις πολιτισμικές τους ιδιαιτερότητες (Nitsiakos, 1985).

    Οθωμανική αυτοκρατορία

    Την περίοδο της Οθωμανικής κατάκτησης οι Βλάχοι κατοίκησαν στην περιοχή της οροσειράς της Πίνδου και των περιχώρων αυτής. Εξαιτίας της οθωμανικής κυριαρχίας και των κλιματολογικών συνθηκών (Μικρή εποχή των παγετώνων), ο τομέας της γεωργίας υπέστη πλήγμα, κι αυτό με τη σειρά του οδήγησε στην εκκένωση των πεδινών περιοχών, όπου εγκαταστάθηκαν κατά κύριο λόγο οι Οθωμανοί κατακτητές και στην εγκατάσταση των υποδούλων στις ορεινές περιοχές, μακριά από τον κατακτητή. Σύμφωνα με την Β. Ρόκου (2007), η μόνιμη εγκατάσταση των Βλάχων επετελέστη στο μεγαλύτερο βαθμό της κατά τον 17ο αι.

    Οι συνθήκες που οδήγησαν στον σχηματισμό των χωριών αυτών σχετίζονται άμεσα με τις μεθόδους κατάκτησης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ιδιαίτερη μεταχείριση που παρείχε στους κτηνοτρόφους λόγω της προνομιακής γεωγραφικής τους θέσης και της εξάρτησης που είχε ο κρατικός μηχανισμός από εκείνους για τον εφοδιασμό του με κτηνοτροφικά προϊόντα και κυρίως του κρέατος (Ρόκου, 2007; Nitsiakos, 1985). Η Οθωμανική επέκταση και κυριαρχία στα Βαλκάνια βασίστηκε σε έναν ισχυρό και αυστηρώς ιεραρχημένο κρατικό μηχανισμό. Αν κι οι κτηνοτροφικοί πληθυσμοί της αυτοκρατορίας ήταν ενταγμένοι κι εκείνοι στον μηχανισμό αυτό, εντούτοις οι συνθήκες υποτελείας που εφαρμόζονταν σε εκείνους ήταν πιο προνομιακές σε σχέση με τους γεωργικούς πληθυσμούς, λόγω της οικονομικής σημασίας της κτηνοτροφίας και την στρατηγικής σημασίας θέση των χωριών των πρώτων, που βρίσκονταν σε κομβικά σημεία για την επικοινωνία και το συστήματα ελέγχου της αυτοκρατορίας (Nitsiakos, 1985).

    Οι πρώτες μαρτυρίες προνομίων εντοπίζονται στα 1430 μ.Χ, ως ανταμοιβή του Σουλτάνου Μουράτ Β’, προς τους Μετσοβίτες, που φύλαγαν την περιοχή του Ζυγού και διευκόλυναν το πέρασμα του ιδίου μετά των στρατευμάτων του προς τα Γιάννενα.

    Σύμφωνα με τον Π. Αραβαντινό (1856, σσ. 186-187) οι βλάχικοι πληθυσμοί, το 1479, υποδουλώθηκαν εθελουσίως στους Οθωμανούς κατακτητές: « Εν τω μεταξύ τούτω οι εν τοις μεθορίοις της Ηπείρου και Θετταλίας Βλάχοι, διατηρήσαντες την αυτονομίαν των επί ικανώ διαστήματι, και θεωρούντες ήδη, ότι έμελλον, ίνα υποταχθώσιν αναποφεύκτως και καταστραφώσιν ένεκεν της περαιτέρω αντιστάσεως των απεφάσισαν αυθορμήτως την υποταγήν των υπό όρον του διοικείσαθαι απ’ ευθείας εκ της κατά καιρόν Βασιλομήτορος, όπερ επιτυχόντες διετήρησαν είδος δημοκρατικού τινος πολιτεύματος, ζώντες αβλαβώς και ανεπηρρεάστως, εν ω οι γειτνιάζοντες ομόθρησκοι υπήρχον εκτεθειμένοι εις μύρια δεινά.»

    Από το 1480-1648, το Μέτσοβο μαζί με άλλες 40-50 βλάχικες κοινότητες περιήλθαν υπό την προστασία της μητέρας του Σουλτάνου, η αλλιώς Βαλιντέ Σουλτάν. Αυτό με τη σειρά του είχε σαν αποτέλεσμα να πληρώνουν αναλογικά ασήμαντους φόρους και να απολαμβάνουν κάποια ουσιώδη προνόμια: α) Δεν υποτάσσονταν σε καμία επαρχιακή διοίκηση, β) απολάμβαναν αυτονομία και αυτοδιοικούνταν από ντόπιους κυβερνήτες, οι οποίοι εκλέγονταν και ήταν υπεύθυνοι για την αστυνόμευση της περιοχής τους, για τη διευθέτηση κοινών υποθέσεων και την είσπραξη των φόρων (Nitsiakos, 1985).

    Ακολούθησε μια περίοδος παρακμής μέχρι το 1659, που δόθηκαν τα σημαντικότερα προνόμια στην ιστορία του Μετσόβου από τον Σουλτάνο Μεχμέτ Δ’, σύμφωνα με τα οποία το Μέτσοβο υπαγόταν πλέον «διοικητικά στον νομό Ευβοίας, δικαστικά στη Λειβαδιά και εκκλησιαστικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (…). Η περιοχή αυτή κηρύχτηκε αυτόνομη, αυτοδιοίκητη, τόπος πολιτικής ασυλίας και τελούσε υπό την εποπτεία Μποσταντζή» (Τρίτος, 1992, σ. 19), του οποίου μέριμνα και πρόνοια ήταν η διατήρηση των προνομίων του οικισμού και η τήρηση της κυβερνητικής εντολής να μην προκληθούν ζημιές από πλευράς μουσουλμάνων προς τους Μετσοβίτες. Κατά την Β. Ρόκου (2007, σ. 75) «Το έτος 1659 είναι για το Μέτσοβο της κτηνοτροφίας η κρίσιμη ημερομηνία νομιμοποίησης της ταυτότητάς του, η περίοδος του προσδιορισμού της φυσιογνωμίας του ως ισχυρού κέντρου της κτηνοτροφίας, που συνδέθηκε τόσο με την οθωμανική κρατική βιοτεχνία υφασμάτων όσο και με την αρχόμενη δυτική εκβιομηχάνιση». Μέχρι το 1795, που ίσχυαν τα προνόμια αυτά, το Μέτσοβο σημείωσε εμπορική, οικονομική, πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια αναδείχθηκαν κάποιες δυναμικές προσωπικότητες, οι οποίες συνέβαλαν στην δημιουργία σημαντικού κτηνοτροφικού, εμπορικού και βιοτεχνικού κέντρου με συναλλαγές με το εσωτερικό και το εξωτερικό.

    Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

     


    0 0

    Όλοι οι χριστιανοί που εκκλησιάζονται μπαίνοντας στον ναό παίρνουν κεριά και αφού τα ανάψουν τα τοποθετούν στις καθορισμένες θέσεις, μανουάλια, μπροστά συνήθως από τις εικόνες των Αγίων. Πολλοί δεν γνωρίζουν τι συμβολίζει η πράξη τους αυτή. Μερικοί νομίζουν ότι το κάνουν για να ενισχύσουν οικονομικά το ναό της ενορίας τους. Πράγματι ενισχύεται ο ναός με την προσφορά των πιστών, αλλά πίσω από το άναμμα του κεριού κρύβεται ένας βαθύτερος συμβολισμός.

    Για πιο λόγο, λοιπόν, ανάβουμε κεριά;

    Θα παραθέσουμε τις απαντήσεις δύο μεγάλων αγίων και σπουδαίων θεολόγων της Εκκλησίας μας που εξηγούν αυτό το συμβολισμό, του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης και του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη. Ο καθένας αναφέρει 6 λόγους.

    Ο Άγιος Συμεών μας λέει ότι το κερί το ανάβουμε και συμβολίζει:

    α. Την καθαρότητα της ψυχής, επειδή το γνήσιο κερί κατασκευάζεται από καθαρό κερί μέλισσας.

    β. Το εύπλαστο της ψυχής μας. Όπως εύκολα πάνω στο κερί χαράζουμε ότι θέλουμε έτσι και στη ψυχή μας χαράζουμε το κακό ή το καλό.

    γ. Την ευωδία της Θείας Χάριτος, επειδή το κερί προέρχεται από τα άνθη που ευωδιάζουν.

    δ. Τον σκοπό της ζωής του χριστιανού που είναι ομοίωση προς τον Θεό, δηλ. την θέωση. Επειδή ο πιστός φλέγεται από αυτή την επιθυμία, την θυμάται ανάβοντας το κερί και βλέποντας τη φλόγα του.

    ε. Το φως του Χριστού. Όπως το φως του κεριού φωτίζει και διαλύει το σκοτάδι έτσι και το φως του Χριστού φωτίζει τη ζωή των πιστών.

    στ. Την αγάπη και την ειρήνη που πρέπει να έχει κάθε χριστιανός, επειδή το κερί παρηγορεί τον άνθρωπο με το φως του που είναι μέσα στο σκοτάδι.

    Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης μας αναφέρει τους εξής συμβολισμούς.

    Τα κεριά τα ανάβουμε:

    α. Για να δοξάζεται ο Θεός, που είναι το αληθινό και μοναδικό φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο.

    β. Για να διαλύσει το σκοτάδι της νύκτας και να μας παρηγορήσει από το φόβο του σκοταδιού.

    γ. Για να φανερώσουμε ότι έχουμε χαρά στην ψυχή μας.

    δ. Προς τιμήν των αγίων και των μαρτύρων της πίστεως μας, μιμούμενοι έτσι τους πρώτους χριστιανούς που άναβαν κεριά στους τάφους των Μαρτύρων.

    ε. Για να συμβολίζονται τα καλά μας έργα, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου: «ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς».

    στ. Για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες εκείνων που ανάβουν κερί και εκείνων υπέρ των οποίων το ανάβουν. Γι’ αυτό σε πολλούς ναούς διαφόρων περιοχών υπάρχουν ξεχωριστά μανουάλια όπου ανάβονται τα κεριά για τους ζωντανούς και για τους κεκοιμημένους.

    (Οσίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Εορτοδρόμιον, σ. 433)

    επιμέλεια: Αλέκος Χριστοδούλου.


    0 0


    0 0

    True autonomy is achieved through humility, in other words through the emptying of the self in order to make room for all others. The saints imitate the humility of Christ in His sacrifice on the Cross. The emptying of the self is the greatest Christian virtue. God raised Christ on high in return for His self-emptying and humility. This is why those who imitate Christ’s humility as a human person also partake in His elevation as God and human.

    It’s a grave mistake to isolate yourself from others, invoking autonomy in order to do so, because this actually leads to heteronomy, to being enclosed within yourself. All the virtues and gifts granted to saints are social in nature. This is why all the saints are social. If you look at their lives, they all imitate Christ in this way: humility, self-emptying, self-sacrifice and selflessness. Without these, it’s impossible to achieve autonomy in Christ. Although strict with themselves in their life of asceticism, they’re lenient with others. So we can say that those who have humility also have sociability, and that where there’s pride, there’s isolation. In any case, this is what sin does: it fractures the unity among people, creating an unnatural state.

    According to Saint John Chrysostom, humility’s the ‘mother of all good things’ and the ‘beginning and end of virtue’. Without humility, no progress in the virtues is possible and, by the same token, no imitation of Christ and similarity to Him. That is the foundation of virtue and from it all other virtues flow, while without it there is no virtue. According to Saint Maximos the Confessor, humility is as necessary a condition for one to be virtuous as gold is to be rich. Unless virtue cultivates humility, it’s pointless. Unlike the philosophers, who pursue virtue and attribute the achievements to themselves, the saints strive for humility, not virtue. They’re aware that their virtue’s the result of the soul being visited by Grace and that the merest suggestion of pride will cause this Grace to leave them. They prefer the Giver to the gifts of His love. They don’t seek the praise of other people because they know that praise is due only to God. All they want is His love. Having true self-awareness in the Holy Spirit, they know that they have come from non-being. They’re convinced that good cannot come from nothing and so they attribute all their achievements to the real Being, God. Besides, in the Church those who are valued are the last, not the first: ‘If people wish to be first, let them be the last of all and the servants of all’. Saints, into whom the peace of Christ has entered, rejoice to see others being praised, while they themselves are confined to the mud. They also rejoice when others are happier than they are and are sad when they see them troubled.

    True autonomy exists only with selfless love. But for people to love selflessly- even their enemies- they need humility. If you think about it, it’s not freedom if you assist and love those who behave well towards you, but it is if you do so towards your enemies. Modern society thinks that autonomy is seeking and acquiring what it is you want. Such an action is motivated by the passion of greed and should not be characterized as an act of freedom, because the reins of the soul are being held by the passion, which has its roots in pride. True freedom lies in sacrificing yourself and your will for the sake of others, not in your efforts to protect yourself and reject others.

    True humility is to put yourself in the place of others, which is a common denominator in the lives of the saints. Humility makes people stronger, making them ‘full of wisdom, love and divine energy’. So it should come as no surprise that saints are the spiritual support for thousands of people. Despite this, people today refuse to support other people selflessly, even to the least degree. This is true even of family and friends. It’s clear from this just how much power sin has over us and how prevalent division is.

    Finally, humility isn’t merely an attitude to life, nor simply a moral imitation of Christ. The humility of the saints is an ontological feature of their existence, thanks to which the passions are defeated and glorification is achieved. Western intellectuals reject humility, claiming that in this way human personality is oppressed. They also characterize it as a form of masochism that creates complexes and neuroses and leads people into a state of total submission to others. Christian humility, however, doesn’t cultivate some kind of psychological dolorism. Rather it promotes spiritual courage.

    The more people humble themselves and offer themselves to Christ, the more they kill off their self-love and open up so that God and their neighbours can dwell in them, then the more they contribute to their own glorification. In other words, death is conquered only with humility and only through humility are people made partakers in the divine nature and in total freedom in the Holy Spirit.


    0 0

    thaddeus-in-LUnless you sacrifice your self for the sake of the slightest virtue or shed blood in order to receive the Spirit, you’ll never achieve virtue. This is how God arranged things, with his providential power: that we should gain eternal life through our voluntary death.

    Unless you die voluntarily, you’ll never achieve eternal life and you’ll become moribund.

    Those who don’t die a perfect death, by cutting off their own will, won’t enter the Kingdom of Heaven.

    » Elder Thaddeus of Vitovnica


    0 0

    Ας αποβάλουμε την πνευματική μας τύφλωση. Ας πάψουμε να συγκεντρώνουμε όλη μας την προσοχή στα παροδικά επίγεια αγαθά. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το γεγονός ότι η αθάνατη ψυχή μας προσέχει μόνο τα παρόντα, τα ορατά αγαθά, αυτά που έχουν σχέση με τις αισθήσεις και ικανοποιούν τη σαρκική μας φύση.

    Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης


    0 0

    Η απόφαση αυτή ελήφθη κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της αρμόδιας κυβερνητικής επιτροπής για θέματα ασφαλείας, ενόψει της επίσκεψης Πούτιν...

    0 0

    Συνάντηση με τους οργανωμένους γονείς είχε ο Υπουργός Παιδείας και έκανε ενδελεχή αναφορά σε ό,τι αφορά τους σχεδιασμούς του Υπουργείου...

    0 0

    Ανταπόκριση-φωτογραφίες: Δημήτριος Πετρογιάννης Την Παρασκευή 21η Σεπτεμβρίου 2018 παρουσία της Εφόρου Αρχαιοτήτων Νομού Ευβοίας κυρίας Αμαλίας Καραπασχαλίδου , του βουλευτού...

older | 1 | .... | 1390 | 1391 | (Page 1392) | 1393 | 1394 | .... | 1462 | newer