Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1391 | 1392 | (Page 1393) | 1394 | 1395 | .... | 1462 | newer

    0 0

    Η επιτυχία είναι εξίσου δύσκολη να τη χειριστείς, με την αποτυχία.

     

    Δημήτρης Χορν


    0 0

    20151002-2Όλοι οι αληθινοί χριστιανοί λεγόμαστε Ορθόδοξοι, επειδή έχουμε την διδαχή του Ιησού και αγωνιζόμαστε να ζήσουμε σύμφωνα με αυτήν. Είμαστε παιδιά της κολυμβήθρας, γιατί εκεί υιοθετούμεθα, εκεί αναγεννώμεθα. Γινόμεθα ένα σώμα, αφού τρώμε το σώμα του Χριστού και γινόμεθα σύσσωμοί Του. Γινόμεθα το ίδιο αίμα, αφού πίνουμε το αίμα του Χριστού και γινόμεθα σύναιμοί Του. Αποκτούμε τον ίδιο νου, αφού γινόμεθα σύννοες Χριστού. Έχουμε μια ψυχή, αφού γινόμεθα σύμψυχοι Χριστού. Είμαστε για όλα αυτά ένα σώμα και οφείλουμε να αγαπάμε ο ένας τον άλλο, όπως το ορίζει ο Κύριος “αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν” (Ματθ. κβ’ 39).

    Γέροντας Άνθιμος Αγιαννανίτης


    0 0

    Την εορτή του Αγίου Ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης και των συν αυτώ αναιρεθέντων κατά την Μικρασιατική καταστροφή, καθώς και την επέτειο...

    0 0

    Την Πέμπτη 20-9-2018 ο Μητροπολίτης Παροναξίας Καλλίνικος τέλεσε τον Αγιασμό στο Δικαστικό Μέγαρο Νάξου με την ευκαιρία της έναρξης της...

    0 0

    20151002-3

    Θα μας πλησιάσει σαν φίλος Εάν έλθουμε ακόμη και στην θέση του φιδιού, αναμφιβόλως και αυτό πολύ θα το πονέσουμε, και θα το διαισθανθεί αμέσως και θα μας πλησιάσει κοντά σαν φίλος. Φυσικά, τότε η ευγνωμοσύνη μας στον Θεό θα είναι περισσότερη, που μας τίμησε με την εικόνα Του και δεν μας έκαμε φίδια – ενώ Νοικοκύρης είναι και μπορούσε να μας κάνη και φίδια, να σβαρνιζόμαστε στη γη και να τρώμε γη και τον περισσότερο καιρό να βρισκόμαστε μέσα στην τρύπα (του ψυγείου) ναρκωμένοι.

    Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης


    0 0

    Σαν σήμερα, 2 Οκτωβρίου 1991, απεδήμησε εις τας ουρανίους μονάς, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Δημήτριος Παπαδόπουλος.

    Γεννημένος στα Θεραπειά της Κωνσταντινούπολης στις 8 Σεπτεμβρίου 1914, από τους Παναγιώτη και Ειρήνη Παπαδοπούλου. Φοίτησε στο δημοτικό στη σχολή της κοινότητός του και στο γαλλοελληνικό λύκειο του Γαλατά [1]. Ακολούθησε την ιερά επιστήμη της θεολογίας στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης από το 1931 μέχρι το 1937, όπου και αποφοίτησε [2]. Χειροτονήθηκε στον πρώτο βαθμό της ιερωσύνης, στο βαθμό του διακόνου, την Κυριακή 25 Απριλίου 1937, από τον Επίσκοπο Ναζιανζού Φιλόθεο [3], το ίδιο έτος. Υπηρέτησε στη Μητρόπολη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως γραμματέας και ιεροκήρυκας για ένα έτος (Οκτώβριο 1937 – Νοέμβριο 1938). Ως διάκονος υπηρέτησε στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Υψωμαθείων. Το 1942 (29 Μαρτίου) χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων Φερικιόι. Από το 1945 όπου εκεί δίδασκε την αρχαία ελληνική γλώσσα.

    Στις 23 Ιουλίου 1964 εξελέγη από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, βοηθός Επίσκοπος Ελαίας. 8 έτη αργότερα και συγκεκριμένα στις 19 Φεβρουαρίου 1972, ο Δημήτριος προάχθηκε σε Μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου. Στις 18 Ιουλίου 1972 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, αφού η Νομαρχία Κωνσταντινουπόλεως διέγραψε τα ονόματα των επικρατέστερων υποψηφίων, του Χαλκηδόνος Μελίτωνος [4], Σταυρουπόλεως Μαξίμου [5], Δέρκων Ιακώβου [6] και Χαλδαίας Ιακώβου.

    Υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες και πολυδιάστατες εκκλησιαστικές μορφές. Λάμπρυνε τον θρόνο του Αποστόλου Ανδρέου του πρωτοκλήτου, με το παράδειγμά του. Ήταν ο άνθρωπος της ησυχίας, της σιωπής, της αφάνειας. Δεν είχε ανάγκη από εγκώμια και επαίνους. Ήταν ανεξίκακος, διακριτικός και προσεκτικός άνθρωπος. Ευαίσθητος και πραγματικά αληθινός. Εργάσθηκε με ταπείνωση, σύνεση και αγάπη προς τον συνάνθρωπό του. Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στην ενότητα της Εκκλησίας και πάντοτε με τη συνεργασία των άλλων Ορθοδόξων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Προώθησε τους θεολογικούς διαλόγους ανάμεσα στην Ορθοδοξία και στις άλλες ομολογίες, συγκροτώντας διάφορες επιτροπές. Η Πατριαρχεία του ήταν δοξασμένη. Υπήρξε ο Πνευματικός ηγέτης του Ορθόδοξου Γένους, συνεχιστής της παραδόσεως των Αγίων Αποστόλων.

    Μερικά σημαντικά γεγονότα επί της Πατριαρχείας του είναι: με πρωτοβουλία δική του η καθιέρωση της ημέρας του Περιβάλλοντος, ορίζοντας την να εορτάζεται την πρώτη του μηνός Σεπτεμβρίου μαζί με την ημέρα της Ινδίκτου, μεγάλο γεγονός η ιστορική του επίσκεψη το 1987 στην Πάτμο λόγω των εννιακοσίων ετών από την ίδρυση της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Επίσης, το 1981 εορτάσθηκαν τα 1600 χρόνια της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, τα 1200 χρόνια της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Κατόρθωσε να πάρει άδεια ώστε να ανοικοδομήσει το Πατριαρχικό κτήριο, το οποίο καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1941.

    Ευχόμαστε ο Θεός να τον αναπαύει μετά των Αγίων και Δικαίων. Ας έχουμε την ευχή του πάσας τας ημέρας της ζωής μας.

     

    Παραπομπές:

    1. Ο Γαλατάς είναι κεντρική παράλια περιοχή με λιμενικές εγκαταστάσεις της Κωνσταντινούπολης, που βρίσκεται στη ΒΑ πλευρά και άκρη του Κερατίου κόλπου. Αποτελεί το παράλιο τμήμα, συνέχεια της ακτής Τοπ Χανέ της ευρύτερης περιοχής που ονομάζεται Μπέηογλου, όπου βρέχεται από τα νερά του Βοσπόρου (ανατολικά) και του Κεράτιου Κόλπου (νότια).
    2. Βασίλειου Σταυρίδη, Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος (Παπαδόπουλος) 1972-1991, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 30.
    3. Γεννήθηκε στο Κατιρλή της Νικομηδείας στις 21 Νοεμβρίου 1882. Αποφοίτησε από την Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1908. Στις 5 Απριλίου 1908 χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Μητροπολίτη Νικομηδείας Φιλόθεο. Ως Διάκονος υπηρέτησε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας. Στις 15 Αυγούστου 1910 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον Επίσκοπο Μυρίνης Αλέξανδρο και έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Διορίστηκε Αρχιερατικός Επίτροπος Αδραμυττίου της Μητροπόλεως Εφέσου. Στη συνέχεια διορίστηκε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Γηρομερίου και Διευθυντής της εκεί ιερατικής σχολής. Το 1913 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Στις 19 Μαρτίου 1931 εξελέγη τιτουλάριος Επίσκοπος Ναζιανζού. Στις 5 Οκτωβρίου 1943 εξελέγη Μητροπολίτης Προικοννήσου. Εκοιμήθη στην Κωνσταντινούπολη στις 10 Νοεμβρίου 1963. Ενταφιάστηκε στο Νεκροταφείο Προφήτου Ηλιού Μεγάλου Ρεύματος.
    4. Ο Μελίτων Χατζής υπήρξε προσωπικότητα που συνέβαλε δραστικά στη νεότερη πορεία της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και πνευματικός πατέρας πολλών σύγχρονων ιεραρχών. Γεννήθηκε το 1913.Τη στοιχειώδη εκπαίδευση έλαβε στην κοινοτική – αστική σχολή Γαλατά και συνέχισε τις γυμνασιακές σπουδές στο Ελληνογαλλικό Λύκειο της κοινότητας Σταυροδρομίου. Στη συνέχεια εισήχθη στη Θεολογική Σχολή Χάλκης από την οποία αποφοίτησε ως αριστούχος το 1934. Το 1934 χειροτονήθηκε Διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Χαλκηδόνος και μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη Μάξιμο Ε΄ (1946 – 1948), και έλαβε το όνομα Μελίτων. Έπειτα διορίστηκε Αρχιδιάκονος στη Μητρόπολη Χαλκηδόνος (1934 – 1938). Τον Μάρτιο του 1938ο Πατριάρχης Βενιαμίν (1936 – 1946) τον διόρισε Υπογραμματέα της Ιεράς Συνόδου θέση που παρέμεινε ως το 1941, οπότε χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από το Μητροπολίτη Χριστουπόλεως Μελέτιο. Έπειτα από κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών στη Μεγάλη Βρετανία, το έτος 1947 ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Μάξιμος Ε΄ (1946 – 1948) τον κάλεσε στο Φανάρι, όπου τον ενέταξε στην Πατριαρχική αυλή και τον διόρισε Μέγα Πρωτοσύγκελλο του Πατριαρχείου. Παρέμεινε στην θέση αυτή για μία τριετία (1947 – 1950) και στις 23 Νοεμβρίου του 1950 η Ιερά Σύνοδος τον εξέλεξε Μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου (1950 – 1963). Κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του στη Μητρόπολη Ίμβρου και Τενέδου ίδρυσε στα δύο νησιά επτά σχολεία για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ένα ημιγυμνάσιο καθώς και κατηχητικά σχολεία. Το 1963 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Ηλιουπόλεως και Θείρων και του ανατέθηκε ο τομέας των πανορθοδόξων, διορθοδόξων και διαχριστιανικών (διομολογιακών) σχέσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στη Μητρόπολη Ηλιουπόλεως και Θείρων παρέμεινε για τρία έτη, μέχρι τον Οκτώβριο του 1966, οπότε εξελέγη πρώτος τη τάξει του Πατριαρχείου Μητροπολίτης Χαλκηδόνος (1966 – 1989). Ήταν ο πρώτος Ιεράρχης που εκπροσώπησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην επίσκεψή του στο Βατικανό κατά την τελετή της άρσεως των αναθεμάτων (1965) και προήδρευσε στην Α΄ Πανορθόδοξη Σύνοδο της Ρόδου. Κατά το διάστημα 7 – 16 Ιουλίου 1972, από τον θάνατο του Πατριάρχη Αθηναγόρα μέχρι και την εκλογή του Πατριάρχη Δημητρίου, ο Μητροπολίτης Μελίτων διορίστηκε με συνοδική απόφαση Προεδρεύων της Ιεράς Ενδημούσης Πατριαρχικής Συνόδου. Εκοιμήθη στις 27 Δεκεμβρίου του 1989.
    5. Γεννήθηκε το 1919 στη Βατούσα της Λέσβου. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1944. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1944 από τον Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Μάξιμο. Το 1951 διορίστηκε Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Χάλκης και το 1955 ανέλαβε Σχολάρχης αυτής. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε στις 6 Αυγούστου 1952 από τον Μητροπολίτη Σάρδεων Μάξιμο. Στις 26 Φεβρουαρίου 1961 χειροτονήθηκε τιτουλάριος Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1965 προήχθη σε εν ενεργεία Μητροπολίτη με τον ίδιο τίτλο. Εκοιμήθη στις 4 Ιανουαρίου 1991.
    6. Γεννήθηκε το 1885 στη Νεάπολη (Νεβσεχίρ) της Καππαδοκίας. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1916. Υπηρέτησε ως Ιεροκήρυκας της Κοινότητος Κοντοσκαλίου και Αρχιδιάκονος στη Μητρόπολη Χαλκηδόνος. Το 1919 προσελήφθη στην Πατριαρχική αυλή όπου υπηρέτησε ως Γραφεύς της Ιεράς Συνόδου, Αρχειοφύλακας και Μέγας Αρχιδιάκονος (1924-1926). Στις 23 Μαρτίου 1926 εξελέγη Μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου. Στις 28 Μαρτίου 1926 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Πέραν από τον Μητροπολίτη Ανέων Θωμά. Στις 4 Απριλίου 1926, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως χειροτονήθηκε Επίσκοπος στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Στη Μητρόπολή του κατόρθωσε να μεταβεί τον Οκτώβριο του 1930. Στις 23 Μαΐου 1950 εξελέγη Μητροπολίτης Δέρκων. Παραιτήθηκε λόγω γήρατος την 1 Μαρτίου 1977. Ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Βαλουκλή.


    0 0

    Η πείρα της ζωής μάς αποκαλύπτει ότι «τίποτα απ’ όσα μας συμβαίνουν, δεν είναι τυχαίο». Όλα, ακόμα και αυτά που φαίνονται μικρά και ασήμαντα, έχουν ένα λόγο, ένα σκοπό, που στοχεύει στο καλό του ανθρώπου.

    Η πρόνοια του Θεού για τον κάθε άνθρωπο ενεργεί ώστε και από τα αρνητικά να βγει κάτι θετικό. Βέβαια, το θετικό για τον καθένα διαφέρει ανάλογα με τις προτεραιότητές του και την αντίληψή του για το σκοπό της ζωής. Ένας πλεονέκτης π.χ. θετικό βλέπει καθετί που αυξάνει αυτό στο οποίο έχει προσκολλημένη την καρδιά του. Δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι το να το στερηθεί και ν’ αποδεχτεί τη στέρηση θα του δώσει την ελευθερία.

    Ευτυχώς, ο δικός μας Θεός, ο Θεός των Πατέρων μας, που μας αγαπά ουσιαστικά και τέλεια, δε διστάζει ν’ αφήσει το παιδί του να στερηθεί, να πονέσει, να δυσκολευτεί, προκειμένου να ελευθερωθεί από τις μέσα του δεσμεύσεις που του στερούν τη χαρά της ζωής. Όπως γίνεται με το θεράποντά μας ιατρό που δεν έχει αναστολές στο να μας θεραπεύσει ακόμα και μέσα από δύσκολες συνθήκες θεραπευτικής αγωγής.

    Είναι αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ότι ο Θεός δεν τιμωρεί με τις όποιες δοκιμασίες μάς έλθουν. Ούτε προέρχονται απ’ Αυτόν οι δοκιμασίες και τα δυσάρεστα της ζωής. Ως αγάπη, δεν μπορεί να τιμωρεί, απολαμβάνοντας τη θέα ενός ταλαίπωρου ανθρώπου εξ αιτίας των αμαρτιών του. Η αντίληψη περί του Θεού τιμωρού ή εκδικητού είναι αιρετική. Η Ορθοδοξία, ως η ορθή γνώμη-αντίληψη, μιλά για ένα Θεό που συν-πάσχει και συν-πορεύεται με τον αμαρτωλό, τον ταλαιπωρημένο, τον αδικημένο της ζωής.

    Δεν αναιρεί όμως η αγάπη του Θεού την ωφέλεια που θα προέλθει από τις δοκιμασίες. Γιατί αυτές, αν ο άνθρωπος τις περνά με υπομονή κι εμπιστοσύνη κι ελπίδα, θα ταπεινώσουν το αταπείνωτο φρόνημα και θ’ αποκαλύψουν την ομορφιά και το φως του εαυτού μας, του πλησίον και του Θεού, που ο εγωισμός και η έπαρση μας την κρύβουν.

    Τελικά, όλα τα δύσκολα και δυσάρεστα, όπως και τα ωραία κι ευχάριστα, συμβάλλουν στην πνευματική μας ανάπτυξη, στη μορφοποίηση της προσωπικότητάς μας κατά το πρότυπο του Θεανδρικού προσώπου. Όχι όμως σε όλους ούτε στον ίδιο βαθμό, αλλά στο σημείο που θέλουμε να «μορφωθεί» μέσα μας ο Χριστός και να ζήσουμε τη ζωή Του. Η απαραβίαστη ελευθερία μας καθορίζει την πορεία μας, είτε στο φως είτε στο σκοτάδι, είτε στο Χριστό είτε στην κόλαση.

    Η στάση μας απέναντι στις δοκιμασίες είναι η έμπρακτη κατάθεση της θέλησής μας να πορευτούμε ή όχι την οδό του Κυρίου, δηλαδή την οδό της ολοκλήρωσής μας ως πρόσωπα προορισμένα για αιώνια ζωή, τώρα και πάντα.


    0 0

    Η έννοια της αυτονομίας που προβάλλει η χριστιανική ηθική δεν ταυτίζεται με την κοσμική ηθική που θέλει να επιβάλλει ότι νόμος πρέπει να είναι αποκλειστικά η θέληση, η οποιαδήποτε θέληση του ανθρώπου. Ο δυτικός κόσμος πίστεψε και πιστεύει στην αυτόνομη ηθική, που δεν προέρχεται από το Θεό αλλά αντλείται μέσα από το ίδιο το άτομο. Αυτή η ηθική έχει καθαρά εγωκεντρικό χαρακτήρα καθώς αναγνωρίζει ως υπέρτατη αξία την αγάπη του ατόμου προς τον εαυτό του και ως μέτρο όλων των πραγμάτων τον άνθρωπο. Η ηθική αυτή δεν συγκροτείται από κάποιες γενικά αποδεκτές αρχές και η κρίση του ανθρώπου δεν υπακούει σε κάποιους αντικειμενικούς κανόνες, αλλά είναι αυθαίρετος. Η αυτόνομη ηθική και η υποκειμενική κρίση καλλιεργούν το έδαφος για την επικράτηση ενός άκρατου εγωκεντρισμού και μίας απόλυτης σύγχυσης. Αυτήν την επικράτηση της αυτόνομης ηθικής την βιώνουμε καθημερινά με τον πιο τραγικό τρόπο σε μεγάλα ζητήματα ηθικής τάξεως που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο όπως είναι τα ζητήματα της βιοηθικής, των αμβλώσεων, της ευθανασίας, (Βλ. Νικολάου Κόϊου, Επ’ ελευθερία εκλήθητε. Αυτονομία και ετερονομία στην Ηθική, Αθήνα 2004,σελ.163-171) αλλά και το πρόσφατο αναφυέν ζήτημα των έμφυλων ταυτοτήτων. (Βλ. Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή, Οι έμφυλες ταυτότητες και η ενοφυλία των Γνωστικών, Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 6 εξ.). Οι θιασώτες αυτής αυτόνομης κοσμικής ηθικής προτείνουν ως υπέρτατο νόμο την ατομική επιθυμία του καθενός. Αυτή όμως η κατάσταση αντί να οδηγεί στην ελευθερία οδηγεί στη δουλεία του εγώ καθώς η βούληση του ανθρώπου θεωρείται ο υπέρτατος νόμος.

    Η ορθόδοξη χριστιανική ηθική έχει ως αφετηρία την ετερονομία και ο προορισμός της είναι η αυτονομία. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής θεολογίας κ. Μαντζαρίδης Γεώργιος, απέναντι στα αντικρουόμενα σχήματα της πολυώνυμης ετερόνομης καὶ της ποικιλόμορφης αυτόνομης ηθικής ο Χριστιανισμός προβάλλει ένα τρίτο είδος ηθικής, που υπερβάλλει και γεφυρώνει την αντιθετική διάκριση αυτονομίας και ετερονομίας (Βλ.Γ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική, τομ. Ι, Θεσσαλονίκη 2002, σελ.127). Προβάλλει την ηθική της ετερόνομης ή χαρισματικής αυτονομίας. Η ηθική αυτή αρχίζει με την ετερονομία και καταλήγει στην αυτονομία. Έχοντας ὁ άνθρωπος «δεδανεισμένον» το εἶναι του, δεν μπορεί να μην έχει «δεδανεισμένην» και την αυτονομία του. Και επειδή η αυτονομία, όπως και το εἶναι του ανθρώπου, προσφέρεται ως δωρεά, τον καθιστά όντως αυτόνομο· τον ελευθερώνει από την αυτονομία της φιλαυτίας και τον εισάγει στην αυτονομία της υιοθεσίας του από τον Θεό ή της θεώσεως. Όσο περισσότερο προσεγγίζει ο άνθρωπος τον Χριστό, τόσο περισσότερο κατανοεί τον βαθύτερο εαυτό του και ζει την αληθινή αυτονομία. Αυτή κορυφώνεται με την ελευθερία από τον φόβο του θανάτου. Γιατί κανείς δεν είναι πιό ελεύθερος και κανείς δεν μπορεί να είναι πιο αυτόνομος από αυτόν που νικά τον φόβο του θανάτου»  (Βλ.Γ. Μαντζαρίδη, Αυτονομία και ετερονομία στην ηθική, περ. Σύναξη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014, τ.132).

    Σύμφωνα με τη βιβλική και πατερική παράδοσή μας ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού με σκοπό να τελειοποιηθεί και να ομοιάσει το Θεό. Εφόσον ο Θεός είναι αγάπη (Α΄Ιω.4,7) ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό για να γίνει τέλειος όπως ο Θεός, δηλαδή να αγαπά το Θεό και τον πλησίον του ανιδιοτελώς όπως αγαπά ο Θεός τον κόσμο (Α΄Ιω.4,7-11). Ο προορισμός του ανθρώπου είναι η ανιδιοτελής αγάπη μέσω της αυταπάρνησης (Ιω.15,12-13), μιας αγάπης ελεύθερης από κάθε ιδιοτέλεια και από κάθε ανάγκη. Αυτό είναι δυνατόν να κατορθωθεί μόνο δια της πνευματικής ασκήσεως της βουλήσεως, διότι η ηθική τελείωση πραγματοποιείται εν πλήρη ελευθερία καθώς ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να κατακτήσει την τελείωση χωρίς να εξαναγκάζεται από κανέναν. Άλλωστε ο Θεός καθοδηγεί τους ανθρώπους όχι αναγκαστικώς αλλά δια των συμβουλών, διότι αν και ο Θεός θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι πάντες σώζονται, επειδή ο Θεός σώζει μόνο δια της αγάπης σεβόμενος την ανθρώπινη ελευθερία (Βλ.Ιωάννου Ρωμανίδη Πρωτοπρεσβυτέρου, Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα 1989, σελ. 20,123). Αναφέρει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ο Θεός είναι, για όσους θέλουν, η ζωή και η σωτηρία όλων, και των ευσεβών και των ασεβών. Είναι κάτι παρόμοιο με την ακτινοβολία του φωτός, με την θέα του ηλίου και με την εναλλαγή των εποχών (τα οποία προσφέρονται εξίσου σε όλους τους ανθρώπους).

    Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ


    0 0


    0 0

    Σήμερα όλοι οι Χριστιανοί παρακολουθούν με αγωνία και εν προσευχή τον ιερό αγώνα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για την ενότητα όλων των Χριστιανών αλλά και την μετάδοση Του Χριστού σε όλα τα Έθνη και όλους τους ανθρώπους.

    Για τον λόγο αυτό αφιερώνω την εργασία και ομιλία μου αυτή στο Μαρτυρικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και στο μαρτυρικό πρόσωπο του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ.κ. Βαρθολομαίου, ο οποίος εκφράζει εν σιωπή και σεμνότητι την αγωνία για ενότητα όλου του Χριστιανικού κόσμου, όλης της ανθρωπότητας και όλης της ιστορίας. Ενότητα για την οποία εκτενώς προσηύχετο επί γης ο Υιός του Θεού: ῾Ίνα ώσιν Έν᾽, εν Χριστώ Ιησού, τον Υιό της Παρθένου.

    Ο Χριστός Είναι η Κρίση της Ιστορίας, διότι ο Ίδιος είναι η Τελεία Αγάπη, η Τελεία Γνώση, η Τελεία Ελευθερία, ο Τέλειος Έρως ως το απολύτως Ανιδιοτελές. Η Ιστορία έχει ως Τέλος, Τελείωση και Νόημα τον Χριστό ως τον Αίτιο των πάντων, το Α και το Ω.

    Μέσα στην Ορθόδοξη Θεολογία και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία περιέχεται και αποκαλύπτεται το Μυστήριο του Θεού, δηλαδή περιέχεται και αποκαλύπτεται ο Όλος Θεός, ως Τριάς Ζώντων Προσώπων, αλλά και ο όλος άνθρωπος ως μυστήριο Μέγα, ως τόπος και Εικών μοναδική, προσωπική και ανεπανάληπτος του Ιδίου του προσωπικού και Αληθινά Ζώντος Θεού.

    Η ορθόδοξη Ανατολή μάς διδάσκει την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος και την Νοερά προσευχή ως έρως και καύση καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως. Μας διδάσκει την ένωση του νου – διάνοιας -λόγου με την καρδιά και δι᾽ αυτής με τον Ίδιο τον Ζώντα Θεό ως τον Μεσσία και Σωτήρα Χριστό.

    Δεν υπάρχει ουδεμία απόδειξη περί του Θεού, εκτός του Θεού. Ο Θεός αυτο-αποδεικνύεται και δεν ετερο-δεικνύεται. Χωρίς τον Θεάνθρωπο Χριστό ούτε ο Θεός υφίσταται ούτε ο άνθρωπος. Μόνον δια του Χριστού γνωρίζουμε τον Θεό. Εκτός του Χριστού έχουμε μόνον σκιά του Θεού και σκιά του ανθρώπου.

    ῾Κανείς δεν μπορεί να πάει στον Πατέρα μου ει μη δι᾽ εμού᾽, ῾Εγώ ειμί η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή᾽. Έξω από τον Χριστό δεν υπάρχει καθόλου δρόμος για τον Πατέρα.

    Η Ορθόδοξος Εκκλησία σημαίνεται κυρίως δια της Θείας Λειτουργίας. Εδώ, στην Ορθόδοξο Θεία Λειτουργία ο άνθρωπος και ο κόσμος, ο Χώρος, ο Χρόνος και τα πρόσωπα μεταμορφούνται και εισέρχονται στην καινή Κτίση των ονομάτων, στην Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εδώ όλα αποκτούν όνομα μοναδικό και ανεπανάληπτο. Εδώ όλα αναγνωρίζονται με το δικό τους όνομα, το όνομα που τους εδόθη από καταβολής κόσμου.

    Η Θεία Λειτουργία μάς εισάγει στην όντως αποφατικότητα ως Θείο Γνόφο, ως Θεοφάνεια και μεταμόρφωση του Κτιστού. Μας οδηγεί στην όντως ένωση του Κτιστού με το Άκτιστο. Η Θεία Λειτουργία διευρύνει τις αισθήσεις, την διάνοια, την νόηση, το σώμα. Εδώ έχουμε ουσιώδη μεταμόρφωση του σώματος και της ψυχής, προκειμένου ο άνθρωπος να οδηγηθεί στη Θέα του Θεού εν Χριστώ. Δια του Χριστού και εν τη Θεία Λειτουργία ο άνθρωπος εισέρχεται στο Όρος Θαβώρ. Εισέρχεται στην περιοχή της Θείας Μεταμορφώσεως. καθίσταται πραγματικά και κατά Χάριν Χριστός και κατά Χάριν Θεός. Ο άνθρωπος ενούται εν Χριστώ, πραγματικά, με τον Τριαδικά Υποστατικό και Ζώντα Θεό. Στην Θεία Λειτουργία έχουμε όντως πραγματικά και αισθητά μετοχή στα έσχατα, μετοχή στην Βασιλεία.

    Το κτιστό έρχεται στο είναι από το μηδέν μέσα στην Άκτιστο Ενέργεια του Ιδίου του Ακτίστου Θεού.

    Αύτη είναι η Θεολογία των Ακτίστων Ενεργειών της Ορθοδόξου Ανατολής, η μόνη Αληθής και Ορθόδοξος Θεολογία.

    Χωρίς την διάκριση Ουσίας και Ενέργειας έχουμε αναγκαστικά πανθεϊσμό, ή αλλιώς, ψευδή και ανύπαρκτο Θεό, δηλαδή Θεολογικού τύπου αθεΐα.

    Διότι χωρίς αυτή την διάκριση Ουσίας και Ενέργειας, δεν έχουμε Υποστατικές διακρίσεις. Δεν έχουμε Ζώντα Θεό. Δεν έχουμε Αληθινή Σάρκωση του Θεού. Δεν έχουμε αληθινή Θεοφάνεια, αληθινή Γνώση, αληθινή Θεωρία – Θέα του Θεού. Δεν έχουμε αληθινή δυνατότητα Σωτηρίας του Κτιστού, δεν έχουμε ουδεμία Σωτηρία ως ένωση πραγματική, αληθινή, οντολογική και υπαρξιακή, με το Άκτιστο. Δεν έχουμε Χριστό, δεν έχουμε ανάσταση, ούτε του σώματος ούτε της ψυχής. Δεν έχουμε Θέωση, δεν έχουμε ούτε Αγία Τριάδα, ούτε Θεό, ούτε Θεολογία.

    Χωρίς την διάκριση Ουσίας και Ενέργειας έχουμε μόνο φαντάσματα, ιδέες, σκιές, μυθολογία.

    Η Ορθόδοξος Θεία Λειτουργία είναι ο Τόπος της όντως συνάντησης των ανθρώπων με τον Χριστό. Όταν ο άνθρωπος συναντηθεί με τον Χριστό εν τη Εκκλησία Του, τότε μόνον αληθεύει και αρχίζει να ζει. Τότε αρχίζει να υπάρχει, να βλέπει, να αντιλαμβάνεται, να αγαπά. Τότε βεβαιώνεται αδιάψευστα πώς έξω από τον Χριστό είναι νεκρός ο ίδιος και ο κόσμος όλος, είναι όλα ανύπαρκτα, είναι μηδέν και μη όν.

     

    Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ


    0 0

    Κανένας, νομίζω, από όσους σκέπτονται σωστά, δεν θα φέρει αντίρρηση, ότι η καταλαλιά γεννιέται από το μίσος και τη μνησικακία.

    Καταλαλιά σημαίνει, γέννημα του μίσους, λεπτή αρρώστια, αλλά και παχιά· παχιά βδέλλα, κρυμμένη και αφανής, που ρουφάει και εξαφανίζει το αίμα της αγάπης. Σημαίνει υποκρισία αγάπης, πρόξενος της ακαθαρσίας, αιτία του βάρους της καρδιάς, εξαφάνιση της αγνότητας.

    Όπως ακριβώς υπάρχουν κοπέλες που διαπράττουν τα κακά χωρίς να κοκκινίζουν από ντροπή, κι άλλες που φαίνονται βέβαια πολύ ντροπαλές αλλά πράττουν στα κρυφά χειρότερα από τις προηγούμενες, το ίδιο μπορούμε να δούμε και σχετικά με τα πάθη της ατιμίας. Πάθη όμοια με τις κοπέλες αυτές είναι η υποκρισία, η πονηριά, η λύπη, η μνησικακία, η καταλαλιά της καρδιάς. Άλλη εντύπωση δημιουργούν εξωτερικά, και άλλος είναι ο στόχος τους.

    Άκουσα κάποιους να καταλαλούν και τους επέπληξα. Και οι εργάτες αυτοί του κακού θέλοντας να δικαιολογηθούν αποκρίθηκαν και μου είπαν, ότι αυτό το κάνουν από αγάπη και ενδιαφέρον προς εκείνον που κατέκριναν! Κι’ εγώ τους είπα· «Αφήστε κατά μέρος την αγάπη αυτού του είδους, για να μη διαψευσθεί εκείνος που είπε: «Εκείνον που κακολογούσε κρυφά τον πλησίον του, αυτόν εγώ τον καταδίωκα» (Ψαλμ. 1οο, 5). Εάν λέγεις ότι τον αγαπάς τον πλησίον σου, να προσεύχεσαι γι’ αυτόν κρυφά, και όχι να τον κακολογείς. Γιατί αυτός ο τρόπος της αγάπης είναι αποδεκτός από τον Κύριο».

    Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος Ι΄, «Περί καταλαλιάς»)

    επιμέλεια: Αλέκος Χριστοδούλου.


    0 0

    Aγαπητοί μας αναγνώστες, στο σημερινό μας άρθρο θα ασχοληθούμε με ένα θέμα που μας απασχολεί αρκετό καιρό. Μετά όμως από τις τελευταίες εξελίξεις και την πρόσφατη είσοδο κάποιων «γνωστών-αγνώστων» στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου, στην οδό Ασκληπιού, στο κέντρο της Αθήνας, διακόπτοντας τη Θεία Λειτουργία, φωνάζοντας συνθήματα, νομίζουμε ότι είναι ο καιρός να το αγγίξουμε.

    Είμαστε σίγουροι, ότι όλοι, λίγο πολύ, έχουμε διαπιστώσει κάποια πρόσωπα, είτε μεμονωμένα που μονοπωλούν μέσω των ΜΜΕ τη δημόσια ζωή, είτε κάποια κινήματα, ΜΚΟ, συλλόγους ή κάποιους οργανωμένους φορείς, να αντιδρούν έντονα και να διαμαρτύρονται, για θέματα που τους απασχολούν. Τα ίδια πρόσωπα όμως και φορείς, σε άλλες αντίστοιχες και επίσης σοβαρές, έως και θλιβερές καταστάσεις, εκεί προτιμούν να παραμένουν βουβοί, άφαντοι ή στην καλύτερη περίπτωση τυπικά χλιαροί, βγάζοντας απλά μια τυπική, έως αδιάφορη επιστολή διαμαρτυρίας ή συμπαράστασης, περισσότερο για να ρίξουν «στάχτη στα μάτια του κόσμου», παρά ότι το πιστεύουν και το καταδικάζουν κιόλας.

    Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, ειλικρινείς και χωρίς να μασήσουμε τα λόγια μας, αναρωτιόμαστε πως γίνεται κάποιοι που δηλώνουν «Αλληλέγγυοι» να διαμαρτύρονται για τις συνθήκες διαβίωσης στη χώρα μας, των μεταναστών. Να τους απασχολούν ιδιαιτέρως οι συνθήκες κράτησης των μεταναστών, όταν βρίσκονται σε σωφρονιστικά καταστήματα από παραβατική συμπεριφορά και ταυτόχρονα οι ίδιοι να είναι άφαντοι στις πρόσφατες πυρκαγιές που έπληξαν στη χώρα μας την Κινέτα και το Μάτι της Αττικής. Είναι απορίας άξιον, πως δεν ευαισθητοποιήθηκαν να στήσουν έστω μια δομή σίτισης ή να βγάλουν έστω μια ανακοίνωση συμπαράστασης προς τους πυροπαθείς κατοίκους; Πως γίνεται τα μέλη της λεγόμενης ΛΟΑΤ κοινότητας, να είναι υπέρ σε κάθε «δικαίωμα» μελών της, ακόμη και αν είναι εις βάρος της νομιμότητας (π.χ. πρόσφατη απόπειρα ληστείας σε κοσμηματοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας) και να αδιαφορούν υπέρ των δικαιωμάτων των άλλων πολιτών που δεν ανήκουν σε αυτούς; Πως γίνεται μέλη των λεγόμενων «VEGAN» που είναι αντίθετοι με την κρεατοφαγία, ταυτόχρονα τρομοκρατούν και ασκούν εκφοβισμό σε αυτούς που πωλούν, εμπορεύονται ή έστω καταναλώνουν κρέας στην προσωπική τους διατροφή; Πως γίνεται διάφοροι ζωόφιλοι, να κόπτονται για τα δικαιώματα των ζώων, να έχουν καταφέρει με τις πιέσεις τους (και καλά έκαναν σε αυτό) να ποινικοποιήσουν την παραβατική συμπεριφορά απέναντι στα ζώα, αλλά ταυτόχρονα οι ίδιοι, να είναι αδιάφοροι στα δικαιώματα ή στην βοήθεια, των ίδιων των ανθρώπων; Πως γίνεται ο «Ρουβίκωνας» να ασκεί τρομοκρατία και βία, σε όσους κατά τη γνώμη τους δεν είναι επαναστατικοί και δίκαιοι, αλλά να αδιαφορούν για την ελεύθερη και απρόσκοπτη λατρεία, που ήδη από το 313 μ.Χ. με το Διάταγμα των Μεδιολάνων, ισχύει μέχρι τις μέρες μας; Τέλος, πως γίνεται η Χρυσή Αυγή, να κάνει συσσίτια μόνο για Ελληνες και να ελέγχει τις άδειες σε εμποροπανήγυρη των Μεταναστών, λες και το στομάχι ή η νομιμότητα, έχει να κάνει μόνο με το έθνος και την ελληνικότητα του αίματος και αν ναι, τι δουλεία έχουν ταυτόχρονα οι σβάστιγκες και οι ναζιστικοί χαιρετισμοί (δεν έχει σημασία μόνο η προέλευση ότι ήταν αρχαιοελληνική, σημασία έχει και πως χρησιμοποιήθηκαν και τι περιεχόμενο προσέλαβαν από τον Χίτλερ εκ των υστέρων) και τόσα άλλα.

    Γενικά όλα αυτά, τα παραπάνω κινήματα, στην αρχή εγείρουν ανοχή, μετά αναγνώριση, αργότερα επιβολή αξιώσεων έναντι της πλειοψηφίας, στη συνέχεια ισότητα, αργότερα ευνοϊκή μεταχείριση και στο τέλος, όταν αποκτήσουν πλήρη τον έλεγχο και γίνονται πλειοψηφία, συμπεριφέρονται ως συστήματα ολοκληρωτικά, μη αναγνωρίζοντας κανένα δικαίωμα και ανοχή σε αυτούς που δεν συμφωνούν με τις δικές τους επιλογές και νοοτροπίες!

    Το ερώτημα που διαχέεται εύλογα, γιατί υπάρχει αυτή η επιλεκτική ευαισθησία; Δικαιούται άραγε ο Χριστιανός, από την άλλη, να αντιδρά ως αντίποινα, με ανάλογη συμπεριφορά; Είναι κάτι ανεκτό για την Εκκλησία μας; Πηγάζει μέσα από το Ευαγγέλιο και την Εκκλησία μας; Είναι μερικά από τα ερωτήματα, που θα προσπαθήσουμε στις παρακάτω γραμμές να απαντήσουμε:

    Η επιλεκτική ευαισθησία υπάρχει, γιατί όλα τα παραπάνω δεν έχουν την πληρότητα, δεν είναι απόλυτα, δεν είναι όλο, αλλά μέρος που ταυτόχρονα οδηγεί σε μονομέρεια, τόσο στην κρίση όσο και στις ενέργειες. Επομένως πάντα θα υπάρχει ο διαχωρισμός «εμείς και οι άλλοι», «εμείς και αυτοί», «οι φιλελεύθεροι και οι συντηρητικοί» και ένα σωρό χαρακτηρισμοί και αντιθετικές ταμπέλες, που οδηγούν την κοινωνία μας στην πόλωση, τον διαχωρισμό και όχι στην ενότητα.

    Από την άλλη, σε καμία περίπτωση ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός δεν πρέπει να αντιδρά και να εκφράζεται με τέτοιους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και ενέργειες για κανέναν. Αυτό οφείλεται στο ότι έχει το Απόλυτο, την Κεφαλή-Ιδρυτή Χριστό, ο οποίος ως Θεός Λόγος, σαρκώθηκε, μας προσέλαβε όλους, φέροντας και τη Θεϊκή και την ανθρώπινη φύση. Ταυτόχρονα και παράλληλα με τον Χριστό, το σώμα Του, η Εκκλησία, από τη φύση και την προοπτική είναι οικουμενική, καθώς αφορά όλους τους ανθρώπους κάθε εποχής, φυλής και κοινωνικής τάξεως. Αν κάποιοι, είτε εντός της, είτε εκτός της, βλέπουν στην Εκκλησία, όχι μια αγκαλιά, αλλά αποκλεισμό και μονομέρεια, δεν οφείλεται στην ίδια, αλλά στην αλλοιωμένη θεώρηση και ιδεοληψία κάποιων. Εχουμε ξανατονίσει σε άλλο άρθρο μας, ότι η Εκκλησία αγαπά τον κάθε αιρετικό ή αμαρτωλό, απεχθάνεται όμως την αίρεση ή αμαρτία. Δεν ταυτίζει όμως τους ανθρώπους με αυτά, αλλά τους βλέπει στην προοπτική τους, ότι είναι εν δυνάμει Αγιοι, όσο και να έχουν τώρα αμαυρώσει την εικόνα τους…!

    Θα κλείσουμε με την αναφορά στην ίδια τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνεύσεως από κανέναν: «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού» (Προς Γαλάτας 3,28). Εφόσον λοιπόν κάποιος είναι ένα με τον Χριστό, τότε οδηγείται και στα εξής (τα παραθέτουμε μόνο σε μετάφραση για συντομία χώρου και χρόνου): «Η αγάπη σας ας είναι πάντοτε ειλικρινής, απαλλαγμένη από κάθε υποκρισία και ιδιοτέλεια· να αποστρέφεστε και να μισείτε με όλη σας τη δύναμη το πονηρό, να είσθε δε και να μένετε πάντοτε προσκολλημένοι στο αγαθό. Δια της ειλικρινούς και αδελφικής αγάπης να γίνεσθε φιλόστοργοι ο ένας στον άλλον και ο καθένας σας να αποδίδει τα πρωτεία της τιμής και του σεβασμού στους άλλους (και να μη σπεύδει να ζητά για τον ευατό του τιμές και πρωτοκαθεδρίες). Στον ζήλο και τη δραστηριότητα, που απαιτείται δια κάθε καλό έργο, να μη είστε ράθυμοι και δυσκίνητοι. Το πνεύμα σας, οι εσωτερικές πνευματικές δυνάμεις σας, να είναι διαποτισμένες και πλήρεις από τη φλόγα του κατά Θεόν ζήλου. Δι’ όλων δε αυτών των χαρισμάτων και αρετών, να δουλεύετε με προθυμία και να ευαρεστείτε τον Κύριο.

    Έχοντες ακλόνητη την ελπίδα στα άπειρα αγαθά, που σας έχει ετοιμάσει ο Θεός, να χαίρεστε και να αγάλλεσθε· στη θλίψη να δείχνετε υπομονή και γενναιότητα· να επιμένετε πάντοτε με προθυμία και ζήλο στη προσευχή. Με τα δώρα της αγάπης σας να γίνεστε συμμέτοχοι και βοηθοί στις ανάγκες των Χριστιανών· να επιδιώκετε τη φιλοξενία, χωρίς να περιμένετε να σας τη ζητήσουν. Να εύχεσθε και να παρακαλείτε, τον Θεόν δι’ εκείνους που σας διώκουν.

    Να εύχεσθε και να λέγετε πάντοτε καλά λόγια δι’ όλους και ποτέ να μη καταράσθε. (Πλημμυρισμένοι από χωρίς φθόνο αγάπη) να χαίρεστε μαζί με εκείνους που χαίρονται και να κλαίτε μαζί με εκείνους που θλίβονται και κλαίνε. Να έχετε μεταξύ σας τα ίδια φρονήματα, τις αυτές πεποιθήσεις και κατευθύνσεις. Μην έχετε υψηλό φρόνημα δια τον εαυτόν σας. Ποτέ να μη αποδίδετε κακό αντί κακού, αλλά “να λαμβάνετε πρόνοια και φροντίδα, ώστε να φέρεσθε καλά και να πράττετε τα καλά σ’ όλους τους ανθρώπους”, τους φίλους και τους εχθρούς. Καθόσον δε εξαρτάται από σας να έχετε ειρήνη με όλους τους ανθρώπους. Να μην εκδικείστε και να μην υπερασπίζετε τον εαυτόν σας απέναντι εκείνων που σας αδικούν, αγαπητοί, αλλά αφήστε ελεύθερο τον τόπο να ενεργήσει η δικαία οργή Του Θεού εναντίον εκείνων που σας αδικούν. Διότι είναι γραμμένο· λέγει ο Κύριος. Κάνετε κάτι πολύ περισσότερο· δηλαδή “εάν πεινά ο εχθρός σου δίδε του ψωμί, εάν διψά φέρε του νερό να πιεί· διότι εάν αυτά τα καλά πράττεις, είναι σαν να βάζεις σωρούς από αναμμένα κάρβουνα στο κεφάλι του” (Αυτός δηλαδή θα καταληφθεί από φλογερές τύψεις συνειδήσεως και θα δοκιμάσει μεγάλη ντροπή δια το κακό, που σου έκανε). Να μη νικιέσαι από το κακό και να μη κυριαρχείσαι από οργή και εκδίκηση εναντίον αυτού, που σε αδίκησε, αλλά να νικάς το κακό με την καλοσύνη και τα αγαθά σου έργα» (Προς Ρωμαίους 12,14-21).

    Αυτό το μεγαλείο δεν το συναντάς πουθενά και βάζει τα πράγματα στη θέση τους για τις παρεκκλίσεις εκτός και εντός Εκκλησίας. Αμήν!

     

     


    0 0

    Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμά, εκπρόσωπε του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

    Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς

    Σεβαστοί Πατέρες

    Σεβαστές Γερόντισσες Εντιμότατοι άρχοντες

    Αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί και αδελφές Πανιερώτατε Μητροπολίτα Λεμεσού κ. Αθανάσιε, Πρόεδρε της παρούσης Συνεδρείας

    Το θέμα μας είναι: Ταπεινές προσωπικές εμπειρίες και μαρτυρίες γύρω από την προσωπικότητα του π. Συμεών Κραγιοπούλου.

    Ο π. Συμεών, ο σεβαστός πνευματικός μας Πατέρας, γνωστός σε πολλούς περισσότερο μέσα από τις ταπεινές εκδόσεις μας των ομιλιών του, έφυγε από τη ζωή αυτή πριν από τρία χρόνια σε ηλικία 90 ετών, μετά από τις επανειλημμένες παρατάσεις ζωής που του χάρισε ο Θεός. Ο ίδιος πίστευε ότι ο Θεός του έδινε αυτή την παράταση της ζωής, γιατί δεν είχε βάλει ακόμη αρχή μετανοίας. Ζούσε το του Αββά: «Ακμήν ουκ έβαλον αρχήν». «Αν θέλετε», έλεγε, «να σας δώσει ο Θεός πολλή ζωή, να ζητάτε να σας δώσει μετάνοια. Η μετάνοια δεν χορταίνεται».

    Στον τάφο του Πατρός είναι χαραγμένες τρεις λέξεις: «Ταπείνωση, αφάνεια, σιωπή» οι οποίες σφράγισαν και σημάδεψαν ολόκληρη τη ζωή του.

    Μετά από αυτό δεν ξέρω κατά πόσο θα ανέπαυε την ψυχή του να εκθέσουμε στην αγάπη σας, έστω και ακροθιγώς, κάτι από την κρυμμένη αγία ζωή της πολυδιάστατης και ανεξιχνίαστης για μας προσωπικότητός του, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν δέχτηκε ποτέ να ακούσει λόγο καλό και επαινετικό ενόσω ήταν στη ζωή. Και δεν δέχτηκε, γιατί ως γνήσιος και αληθινός αγωνιστής του Χριστού που ήταν, ήξερε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος για την ψυχή, από το να εισπράττει κανείς σ’ αυτόν τον κόσμο δόξα και τιμή. «Μακριά, μακριά», μου έλεγε κάποτε, «από όπου υπάρχει κίνδυνος να ακούσεις λόγο καλό, γιατί τίποτε άλλο δεν βλάπτει τόσο πολύ την ψυχή, όσο οι έπαινοι και οι λόγοι οι εγκωμιαστικοί».

    Είναι γεγονός ότι όλη η ζωή του Πατρός ήταν ταπείνωση, αφάνεια, σιωπή. Στοχεύοντας συνεχώς στο «λάθε βιώσας», όλη η προσπάθειά του ήταν πως να διαφεύγει την προσοχή των άλλων και να μένει τελείως απαρατήρητος, σαν να ήταν ανύπαρκτος· και αυτό συμβούλευε και σ’ εμάς.

    Και το πρώτο που μας έρχεται τώρα να πούμε, είναι ότι ο π. Συμεών έζησε ως άγνωστος μεταξύ αγνώστων και γνωστών. Έζησε ως ξένος στον κόσμο αυτό, γιατί ξένος ήταν και ο Χριστός. Χαρακτηριστικό ήταν ότι κάθε Μ. Παρασκευή βράδυ, μετά την περιφορά του Επιταφίου, κανοναρχούσε ο ίδιος και έψαλλε εκ βαθέων το «δος μοι τούτον τον ξένον», καθώς εκείνη την ώρα βίωνε προφανώς μαζί με τον Χριστό και τη δική του ξενιτεία.

    Κι εμείς ακόμη, που μας αξίωσε ο Θεός να βρεθούμε κάπως περισσότερο κοντά του, φοβούμαι πως δεν τον καταλάβαμε όσο έπρεπε και όσο οφείλαμε να τον καταλάβουμε. Όπως αντιλαμβάνεσθε, δεν ήταν εύκολη υπόθεση να συντονιστεί κανείς με τη συχνότητα του π. Συμεών. Όπως έλεγε και ο ίδιος, αναφερόμενος στην εποχή εκείνη που συγκατοικούσε με τον π. Τιμόθεο, τον πνευματικό του πατέρα, είναι δύσκολο να ζει κανείς με αγίους.

    Ο Πάτερ, παρ’ όλο που ζούσε και εκινείτο πολύ απλά και πολύ ανθρώπινα ανάμεσά μας, ουσιαστικά ζούσε μόνος με μόνο τον Θεό. Αποσυρμένος εκεί στην έρημο του κόσμου, στο ανδρώο Ησυχαστήριο του Πανοράματος, μακριά από τον φακό της δημοσιότητος, ζούσε τη σώζουσα μοναξιά. Ταυτόχρονα όμως η πλατιά από αγάπη καρδιά του αγκάλιαζε ολόκληρη την ανθρωπότητα, αλλά και τον καθένα μας χωριστά, γι’ αυτό και αισθανόμασταν την παρουσία του και εν απουσία του.

    Κέντρο και στόχος της ζωής του Πατρός ήταν ο Χριστός. Ήταν η αληθινή εν Χριστώ ζωή, που πιστεύουμε ότι διά του Αγίου Πνεύματος την αφομοίωνε σε τέλειο βαθμό. Και αυτό πάσχιζε με όλη του την καρδιά να μεταδώσει και στους πιστούς.

    Ο διακαής πόθος του και ο βαθύς καημός του να διδάξει και να μυήσει τις ψυχές στο μυστήριο της σωτηρίας, να ζουν, δηλαδή, όχι ανεύθυνα -ως ελεύθεροι, όπως έλεγε, σκοπευτές- όχι απλώς ως κοσμικοί άνθρωποι αλλά ως βαπτισμένοι χριστιανοί, μέσα στη συγκεκριμένη μαθητεία της Εκκλησίας, όπως ακριβώς ζούσε και ο ίδιος, κατέφαγε κυριολεκτικά την καρδιά του από πόνο και αγία αγωνία. Αμφιβάλλω αν μπόρεσε ποτέ κανείς να συλλάβει κάτι από αυτόν τον πόνο του, κάτι από τους θρήνους της ψυχής του και να αφουγκραστεί κάτι από τους εσωτερικούς καημούς του και τους κρυφούς αναστεναγμούς του.

    Εκείνο δε που έκανε την ψυχή του να ματώνει ήταν, όταν ως εκ της θέσεώς του διαπίστωνε ότι οι χριστιανοί, επηρεασμένοι και αυτοί από το σύγχρονο ισοπεδωτικό πνεύμα της κοινωνίας, αμάρταναν θανάσιμα, χωρίς να συνέχονται από την ανάγκη της μετανοίας. Και το χειρότερο, χωρίς να έχουν καν την αίσθηση ότι αμαρτάνουν.

    Ο π. Συμεών, όπως το ομολογούσε και ο ίδιος, ήταν πολύ πονεμένος άνθρωπος· γι’ αυτό και πονούσε πολύ για όλες τις ψυχές. Πονούσε για τον άνθρωπο, τον άνθρωπο τον βασανισμένο από την αμαρτία, για όλο το ποίμνιό του και για όλη την ανθρωπότητα. Πονούσε, γιατί πόνεσε ο ίδιος ο Χριστός. Έλιωνε συνεχώς από πόνο και αγάπη προς τον Χριστό και την Εκκλησία του. Ποτέ δεν αγάπησε τον Χριστό χωρίς την Εκκλησία του και την Εκκλησία χωρίς τον Χριστό.

    Η υπακοή του στην Εκκλησία και στις εκάστοτε υποδείξεις και παρατηρήσεις των Προϊσταμένων της ήταν απόλυτη. Το του αγίου Ιγνατίου «όπου επίσκοπος, εκεί και η Εκκλησία» και το «μηδείς χωρίς του επισκόπου τι πρασσέτω των ανηκόντων εις την Εκκλησίαν» ήταν η απαράβατη θέση και ο κεντρικός άξονας του Πατρός, γύρω από τον οποίον εκινείτο και ενεργούσε ως μέλος, αλλά και ως ομάδα μαζί με άλλους πιστούς που του εμπιστευόταν ο Κύριος, μέσα στην Εκκλησία Του.

    Μαζί του αισθανόσουν εντελώς ασφαλής και του εμπιστευόσουν απόλυτα τον εαυτό σου, γιατί ένιωθες να έχεις δίπλα σου τον άνθρωπο τον αληθινό, τον ελεήμονα και φιλάνθρωπο πατέρα με την κενωτική προσφορά προς όλους. Ξένοιαζες πέρα για πέρα, γιατί είχες τη βεβαιότητα ότι όλα τα βάρη σου, από οπουδήποτε κι αν προέρχονταν, τα αναλάμβανε εκείνος. Ό,τι γινόταν, γινόταν διά των ευχών του Πατρός. «Άσ’ τα όλα σε μένα», έλεγε, με την έννοια ότι τα αναλαμβάνει όλα ο Χριστός.

    Ως προς τις άλλες τώρα αρετές και τα χαρίσματά του, δεν μπορεί, νομίζω, να πει κανείς ότι το ένα χάρισμα το είχε περισσότερο ή λιγότερο από το άλλο, γιατί όλα τα ρύθμιζε η σπάνια διάκρισή του και όλα λειτουργούσαν κατά τον πιο τέλειο, κατά το δυνατόν, για την περίσταση τρόπο.

    Δεν θυμούμαστε ούτε μια φορά να ενήργησε με κάποια υπερβολή είτε προς το ένα είτε προς το άλλο άκρο. Ήταν εμφανώς ο άνθρωπος του μέτρου· της μέσης, της βασιλικής, όπως συνήθιζε να λέει, οδού.

    Και αυτό συνέβαινε, γιατί το θεμέλιο όλων των αρετών του ήταν η χριστομίμητη ταπείνωση και η φοβερή πίστη του. Αυτή την πίστη, αυτή την εμπιστοσύνη, αυτό το εν λευκώ και άνευ όρων άφημά του στην πρόνοια του Θεού -που ήταν το μόνιμο βίωμά του και το Α και το Ω της διδαχής του- τα απέκτησε, όπως το είπε επανειλημμένως και ο ίδιος, όταν μετά την κοίμηση του πνευματικού του πατρός, του π. Τιμοθέου, τον κάλεσε ο Κύριος να συνεχίσει το έργο εκείνου και βρέθηκε ξαφνικά μέσα στο πέλαγος, βρέθηκε σε έναν μονόδρομο.

    Τότε, αναλογιζόμενος πώς ήταν δυνατόν να επωμιστεί τη φοβερή ευθύνη που τον ανέμενε, τη στιγμή που ήταν τόσο νέος (μόλις 28 ετών) και αισθανόταν πέρα για πέρα ανεπαρκής μπροστά στο απρόσιτο γι’ αυτόν πνευματικό ύψος του πνευματικού του πατρός, κάποια ώρα, μετά από επίμονη και έμπονη μακροχρόνια προσευχή, πήρε, όπως είπε, την πληροφορία από τον Θεό: «Από σένα δεν περιμένω τίποτε. Άσ’ τα όλα σε μένα κι εσύ ακολούθα με». Αυτό ήταν.

    «Από τότε ξένοιασα», είπε, «και ό,τι έγινε μέχρι τώρα τα έκανε όλα ο Θεός, διά των πρεσβειών του π. Τιμοθέου» και του προστάτου του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, το φρόνημα των οποίων μιμήθηκε και αντέγραψε, τολμούμε να πούμε, σε απόλυτο βαθμό. Όπως έλεγε δε, ο Θεός επενέβαινε κατά τέτοιον τρόπο στη ζωή του, που δεν του άφηνε κανένα περιθώριο να πιστεύει ότι κάτι έκανε και ο ίδιος. Όλα ήταν του Θεού.

    Είναι γεγονός ότι σε όλες του τις ενέργειες ο Πάτερ δεν έβαζε καθόλου ανθρώπινη πρωτοβουλία. Με την απόλυτη πεποίθηση ότι «ο Θεός κυβερνά», «ξέρει ο Θεός» και «θα δείξει ο Θεός», δεν όριζε καθόλου, σε καμιά περίπτωση τον εαυτό του. Άφηνε να μιλάει πρώτα ο Θεός και ο δούλος του να ακούει: Πρώτα, όπως τόνιζε χαρακτηριστικά, του έλεγε ο Θεός να απλώσει τα πόδια και μετά του έστελνε το πάπλωμα. Είχε δηλαδή το κουράγιο, την ανεξάντλητη υπομονή και την ασκανδάλιστη πίστη, να περιμένει, μέχρις ότου απαντήσει ο Θεός. Και απαντούσε πάντοτε ο Θεός με τρόπο πολύ θαυμαστό, έστω και μετά από ολόκληρες δεκαετίες που είχε το κουράγιο να προσμένει, και τότε -όπως συνήθιζε ο ίδιος να λέει: «Καλύτερα δεν γινόταν!» Αν επιτρέπεται να πούμε, εδώ σ’ αυτό το σημείο, ο Θεός δεν του χάλασε ποτέ χατίρι του Πατρός, καθόσον «θέλημα των φοβουμένων Αυτόν ποιήσει, και της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς».

    Ως προς την τακτική του «θα δείξει ο Θεός», καθώς απέφευγε συνήθως να δίνει και κάποιες εξηγήσεις, ομολογούμε ότι σ’ αυτό το σημείο δυσκολευτήκαμε ιδιαίτερα στη συνεργασία μαζί του, γιατί, όπως καταλαβαίνετε, δεν είναι καθόλου εύκολο -όταν δεν είναι κανείς σε ανάλογα πνευματικά μέτρα- να μη σιγουρεύει τίποτε στη ζωή του και να ζει συνεχώς μέσα σ’ αυτή την αγία, όπως την ονόμαζε ο ίδιος, εκκρεμότητα.

    «Η ανυπομονησία και η βιασύνη», έλεγε συχνά, «σκοτώνουν την ψυχή, ενώ η καρτερία και η προσμονή ωριμάζουν και θεραπεύουν την ψυχή». Ο Πάτερ βίωνε, με δυό λόγια, σε όλη του τη ζωή το μαρτύριο της σώζουσας υπομονής. Και δεν ήταν λίγα τα πικρά ποτήρια που ήπιε γουλιά-γουλιά μέχρι τρυγός και οι δυσκολίες και τα καμίνια μέσα από τα οποία πέρασε. Μόνο όμως που δεν επηρεαζόταν από αυτά και έβγαινε πάντοτε αλώβητος, γιατί, όπως και να έρθουν τα πράγματα, «ο ταπεινός ου θροείται».

    Ως προς το κηρυκτικό και κτιτορικό έργο του, είναι φανερό ότι ολόκληρη η ζωή του ήταν διδαχή και δημιουργία. Έκτιζε εκκλησίες, έκτιζε μοναστήρια και αίθουσες για τη λατρεία και τη διακονία του λόγου του Θεού, αλλά πρώτα απ’ όλα έκτιζε ψυχές με πρώτο υλικό την αγιοπατερική διδαχή του, και την απόλυτη εμπιστοσύνη που ενέπνεε στις ψυχές με την ανιδιοτελή αγάπη του και την πλήρη ασφάλεια που τους παρείχε η όλη παρουσία του. Η παρουσία του π. Συμεών ήταν αυθεντική. Ήταν όντως αρχοντική.

    Επί εξήντα ολόκληρα χρόνια δεν χόρτασε και δεν κουράστηκε να μεταδίδει στο ποίμνιο τις ουράνιες αλήθειες έτσι όπως έβγαιναν βιωμένες, ζεστές και εμπλουτισμένες μέσα από τη δική του πάντοτε προσωπική εμπειρία. Έτσι απλά και ανεπιτήδευτα, όπως μιλούσε, και όχι από τη θέση του ακαδημαϊκού διδασκάλου προς μαθητές, συνήρπαζε, ξεκλείδωνε και αλλοίωνε τις ψυχές. Πολύ χαρακτηριστικά ήταν και τα πετυχημένα παραδείγματα που συνόδευαν τον λόγο του. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι ο Πάτερ ήταν και ο πρώτος ακροατής και μαθητής του λόγου του. Σαν να τα άκουσα, έλεγε, και εγώ για πρώτη φορά αυτά που είπαμε τώρα.

    Ως προς τον προβληματισμό του δε και την ιερή αγωνία του κατά πόσον το έργο του είναι ευάρεστο ενώπιον του Θεού – και αυτή την αγωνία την έχουν, νομίζω, όλοι οι πνευματικοί οδηγοί- τρεις φορές, όπως είπε στο εκκλησίασμα, τον βεβαίωσε η Παναγία ότι το έργο του το αποδέχεται ο Θεός.

    Όσο για το εξομολογητικό έργο του, τολμούμε να πούμε ότι είχε κάτι το ιδιαίτερο. Γνώστης βαθύς ο Πάτερ όλων των ψυχοπαθολογικών και γενικά των αρρωστημένων καταστάσεων που ταλαιπωρούν τόσο πολύ τον σύγχρονο άνθρωπο, με το εξαιρετικά ανεπτυγμένο διορατικό και προορατικό του χάρισμα, που το απέκρυπτε ωστόσο πολύ επιμελώς, λόγω δε και των ειδικών σπουδών που έκανε στο Στρασβούργο πάνω σε θέματα ψυχολογίας του βάθους και νηπτικών Πατέρων, είχε την ικανότητα να περνάει την ψυχή από πνευματικό τομογράφο και να της βγάζει το πιο αξιόπιστο ψυχογράφημα. Το διεισδυτικό του βλέμμα διαπερνούσε σε τόσο βάθος την ψυχή σου, που δεν μπορούσες να μην του αποκαλύψεις τους κρυφούς λογισμούς σου. Προσωπικά, κάθε φορά που αντίκριζα τον Πάτερ στην εξομολόγηση, ένιωθα να βρίσκομαι μπροστά στο κριτήριο του Θεού.

    Είχε το χάρισμα -ως «ομοιοπαθής», όπως έλεγε, που ήταν- να μπαίνει στη θέση του καθενός και, με την πλούσια συναισθηματική νοημοσύνη που διέθετε, να συμπάσχει κυριολεκτικά μαζί του. Ένιωθε να εξομολογείται και ο ίδιος μαζί με τον κάθε εξομολογούμενο χωριστά, με αποτέλεσμα να φεύγει κανείς από το εξομολογητήριο με την αίσθηση ότι κάποιος τον κατάλαβε, κάποιος τον πόνεσε, κάποιος τον δέχτηκε και τον αγάπησε έτσι όπως ήταν. Και αυτό συνέβαινε γιατί, όπως το είπε ο ίδιος: «Όσο κάτω κι αν κατρακυλήσει κάποιος, εγώ για πολλούς και διαφόρους λόγους, είμαι πιο κάτω ακόμη από αυτόν και περιμένω εκεί. Επομένως, μένει μια ελπίδα για την κάθε ψυχή».

    Για τον Πάτερ δεν μετρούσε ποτέ το πόσο αμάρτησες – αυτό είναι δεδομένο, έλεγε- αλλά το «μηκέτι αμάρτανε»· μετρούσε η μετάνοια της ψυχής. Χαρακτηριστική ήταν η άκρα συγκατάβασή του και η απόλυτη, θα λέγαμε, απάθειά του, που ενώ άκουγε τις πιο φοβερές και απίθανες πτώσεις και θα περίμενε κανείς να μαλώσει και να επιτιμήσει την ψυχή που είχε μπροστά του, δεν ταρασσόταν και δεν απογοητευόταν ποτέ από τίποτε και για τίποτε.

    Ο καημός του και το μέλημά του ήταν πώς να περισώσει αυτό που απέμεινε, πώς να αξιοποιήσει σωτηριολογικά το κακό που έγινε. Όλο το μυστικό ήταν να βοηθήσει την ψυχή, όπως και να ήταν τα πράγματα, να πάρει ενώπιον του Θεού τη στάση τη θετική. Να τα δει δηλαδή όλα μέσα στην πρόνοια του Θεού.

    Η λεπτή επίσης και ευαίσθητη καρδιά του δεν του επέτρεπε να λυπήσει επ’ ουδενί ή να φέρει σε δύσκολη θέση τον άνθρωπο. Ωστόσο όμως, το υψηλό αίσθημα ευθύνης που τον διακατείχε ενώπιον του Θεού για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων του έδινε συγχρόνως και τη δύναμη, αλλά και την πατρική άνεση, να μη χαρίζεται σε κανέναν απολύτως, ανεξαρτήτως θέσεως και γνωριμίας, και να τον θέτει προ των ευθυνών του ενώπιον του Θεού.

    Αυτό το κατόρθωνε, γιατί δεν είχε την παραμικρή τάση να κατακτήσει και να δεσμεύσει την οποιαδήποτε ψυχή που του έστελνε ο Θεός για να τη βοηθήσει. Φροντίδα του ήταν να κατευθύνει και να συνδέει την ψυχή με τον Θεό. Ο ίδιος έπαιζε τον ρόλο απλώς του χειραγωγού. Και επειδή πίστευε ότι δεν ήταν κατάλληλος να πάει να βρει μόνος του τις ψυχές, δεχόταν οποιεσδήποτε και οσεσδήποτε του έστελνε ο Θεός. Ως προς αυτό έλεγε ότι έκαμνε το έργο της «σταχομαζώχτρας» μέσα στον αγρό του Θεού. Και καθώς, μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν είχε τον φόβο μην τυχόν και τις χάσει, είχε όλη την άνεση να τους πει ξεκάθαρα όλη την αλήθεια του Θεού.

    Σ’ αυτό πιστεύουμε ότι συντελούσε πολύ και το ενδεικτικό της λεπτής ψυχής του χαρακτηριστικό, ότι σεβόταν σε απόλυτο βαθμό την ελευθερία της ψυχής. Στόχευε πάντα στο φιλότιμο της ψυχής· γι’ αυτό ουδέποτε προσπαθούσε να επιβάλει τη γνώμη του. «Χίλιες φορές», έλεγε, «να πεις την αλήθεια, αλλά ούτε μια φορά να προσπαθήσεις να την επιβάλεις· η αλήθεια είναι αλήθεια και επιβάλλεται από μόνη της».

    Όπως επίσης ουδέποτε έκανε κατάχρηση της εξουσίας που του παραχώρησε ο Θεός. Ενώ δηλαδή ως Γέροντας που ήταν -αν και ο ίδιος δεν θεωρούσε τον εαυτό του Γέροντα, γι’ αυτό και δεν άκουγε στην προσφώνηση «Γέροντα», αλλά «Πάτερ»- θα μπορούσε να μιλήσει κάποιες φορές σε τόνους υψηλούς ή και να μας μαλώσει ακόμη αυστηρά, όταν χρειαζόταν, να αστράψει και να βροντήσει, εμείς τουλάχιστον δεν τον είδαμε ποτέ στο Μοναστήρι να συμπεριφέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, γιατί θα του έλεγε, λέει, ο Θεός:

    «Ποιός είσαι εσύ! Κι εσύ αμαρτωλός είσαι».

    Όταν μάλιστα κάποια φορά τον ρώτησα γιατί αποφεύγει να μας βάλει έστω και έναν μικρό παιδαγωγικό κανόνα, επιτίμιο δηλαδή, η απάντησή του ήταν: «Τί κανόνα να βάλουμε, παιδί μου; Υπάρχει σήμερα για τον άνθρωπο μεγαλύτερος κανόνας από το να σηκώσει τον ίδιο τον εαυτό του; Ας μην του προσθέσουμε και άλλο βάρος· του φτάνει το βάρος από τον εαυτό του. Του φτάνει το βάρος από την αμαρτία».

    Η βαθιά επίσης ταπείνωσή του και η απέραντη μακροθυμία και ανεξικακία του τον υποχρέωναν να χρησιμοποιεί πάντοτε τη «ράβδο» της επιείκειας και της συγκατάβασης που, όπως αποδείχτηκε, φιλοτιμεί και ευαισθητοποιεί περισσότερο τις βεβαρυμένες ψυχολογικά σήμερα ψυχές. Ασκούσε δηλαδή την εκούσια, όπως έλεγε, και ελεύθερη, ευπρόθυμη υπακοή, που θεραπεύει και λυτρώνει την ψυχή, και όχι την εξαναγκαστική, που από τη μεγάλη του πείρα γνώριζε ότι αγριεύει και βλάπτει την ψυχή. Καλλιεργούσε με δυό λόγια τη φιλάνθρωπη υπακοή. Το μοναστήρι, έλεγε, δεν είναι στρατόπεδο ούτε διοίκηση χωροφυλακής. Δεν είναι δημόσια υπηρεσία. Οι άνθρωποι δεν είναι ρομπότ, δεν είναι μηχανές. Είναι πλάσματα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού με νου και καρδιά και ο Θεός δεν θέλει να ανταποκρίνονται πειθαναγκαστικά στο θέλημά του, αλλά ελεύθερα και με τη θέλησή τους. Αυτό είναι που έχει αξία, γιατί έτσι μόνο γκρεμίζεται το κατεστημένο, το είδωλο που ο καθένας μας έστησε μέσα του, και έτσι αρχίζει η ψυχή να λυτρώνεται από τα δεσμά της φιλαυτίας. Να είστε, μας έλεγε, μοναχές με μεράκι. Ωστόσο όμως δεν δίσταζε να απομακρύνει από το κοινόβιο οποιαδήποτε αδελφή που δεν μπορούσε να αφομοιωθεί από το κλίμα αυτό του κοινοβίου, καθώς πρόβλεπε ότι η ψυχή αυτή θα βλαφτεί αντί να ωφεληθεί. Και με όλη αυτή την τακτική της φιλάνθρωπης υπακοής δέσμευε αδέσμευτα και ακίνδυνα την ψυχή.

    Και λέμε ακίνδυνα, γιατί ο Πάτερ είχε και το σπάνιο ίσως χάρισμα να κρατάει μια ιερή απόσταση από την ψυχή. Και να προσπαθούσε κανείς να προσκολληθεί, λόγω ανθρώπινης αδυναμίας, στο πρόσωπό του, δεν μπορούσε να βλαφτεί, γιατί σ’ αυτό το σημείο δεν υπήρχε περίπτωση ο μακαριστός να ανταποκριθεί, και πολύ περισσότερο να χαριστεί ή να εκμεταλλευτεί την ψυχή. Ήταν τόσο ιερό το δέος που ενέπνεε η όλη παρουσία του, ώστε δεν μπορούσες να είσαι μαζί του και να μη λάμβανες και εσύ κάποια ανάλογα μέτρα.

    Το υψηλό επίσης, όπως είπαμε, αίσθημα της ευθύνης που τον διακατείχε, τον έκανε να είναι και υπερβολικά προσεκτικός. Ουδέποτε ξέφυγε από το στόμα του λόγος περιττός, πράγμα που υποχρέωνε και τον συνομιλητή του να είναι προσεκτικός. Ένα και μόνο βλέμμα του έφτανε για να σε βάλει αυτοστιγμεί στη θέση σου.

    Γενικά ο Πάτερ ήταν ο άνθρωπος που δεν μπορούσες να τον συνηθίσεις. Εγώ προσωπικά, κάθε φορά που χτυπούσε το κουδούνι της πόρτας και έμπαινε στο Μοναστήρι -υπόψη ότι ποτέ δεν είχε κλειδιά δικά του – ένιωθα σαν να τον έβλεπα για πρώτη φορά.

    Πάντοτε επίσης, καθώς ήταν πολύ άνετος και πρόθυμος, μετέδιδε αυτή την άνεση και στον συνομιλητή του· ουδέποτε ένιωθες στη συνεργασία μαζί του να πιέζεται από τον χρόνο. Σαν να είχε βρει το μυστικό του χρόνου, έτσι που ο χρόνος να τον υπηρετεί. Δεν είχε στην ψυχή του βιασύνη, γι’ αυτό και το άγχος ήταν τελείως ξένο προς την ύπαρξή του.
    Πάνω από όλα όμως ο π. Συμεών ήταν αδιαλείπτως προσευχόμενος. Κάθε στιγμή, έλεγε, έχει τη δική της ιστορία και παράγει το δικό της βίωμα. Γι’ αυτό και δεν μπορούσες ούτε μια στιγμή να τον πιάσεις ξεχασμένο και έξω από την προσευχή. Είτε μιλούσε είτε εργαζόταν είτε περπατούσε, σου έδινε την εντύπωση ότι ο νους του ήταν συνεχώς προσηλωμένος στη θεωρία του Θεού. Ταυτόχρονα όμως ήταν και τόσο προσγειωμένος, που τον έβλεπες να ασχολείται με όλη του την ευλάβεια και την προσοχή και με την πιο ασήμαντη, θα λέγαμε, λεπτομέρεια της καθημερινής ζωής. Ήταν με άλλα λόγια «τοις πάσι προσηρμοσμένος». Ζούσε δηλαδή όντως ως ετοιμοθάνατος και εργαζόταν ως αθάνατος.

    Η όλη έκφραση του προσώπου του έδειχνε ότι ο Πάτερ έπασχε συνεχώς τα θεία, και αυτό ένιωθε κανείς να κορυφώνεται στη λατρεία και ιδιαίτερα στη θεία Λειτουργία. Όσο και να το επεδίωκε να μην εκδηλωθεί εξωτερικά, οι λυγμοί του και τα δάκρυα που του ξέφευγαν πολλές φορές -παρά την προσπάθειά του να συγκρατηθεί- πρόδιδαν την πληγωμένη από την αγάπη του Χριστού καρδιά του. Λειτουργούσε όντως «ως θείος μύστης Θεού της χάριτος».

    Πάντοτε, κατά τα τελευταία ιδίως χρόνια, ήταν φανερό ότι ο Πάτερ «σήμερα» ήταν περισσότερο αλλοιωμένος από «χθες». Αυτό το διαπίστωναν όλοι όσοι τον συναντούσαν από κοντά. Αδιάψευστη μαρτυρία αυτής της πραγματικότητος αποτελεί και η διαπίστωση ενός εκ των γιατρών της κλινικής όπου νοσηλεύτηκε τελευταία, και ο οποίος, εντυπωσιασμένος προφανώς από τη φωτεινή και γαλήνια μορφή του Πατρός, είπε χαρακτηριστικά: αυτός ο κληρικός εκπέμπει πνευματική ακτινοβολία.

    Και καθώς ο μακαριστός αφηνόταν ολοτελώς στη χάρη του Θεού, ο Θεός τον αναγεννούσε και βιολογικά. Εκεί που έβλεπε κανείς την πλήρη σωματική αδυναμία του και κατάπτωση, από την όλη επισφαλή υγεία του και την προχωρημένη ηλικία του, μόλις άρχιζε το έργο του, ειδικά τη διδαχή και την εξομολόγηση, υπερέβαινε τόσο πολύ τον εαυτό του, που δεν σου άφηνε κάποια εντύπωση κοπώσεως και ανημποριάς. Ήταν φανερό ότι δεν ζούσε ο ίδιος, αλλά ζούσε εν αυτώ ο Χριστός.

    Αλλά οσαδήποτε κι αν ειπωθούν είτε τώρα είτε αργότερα, η ζωή του Πατρός δεν μπορεί να περιγραφεί και να εκφραστεί μέσα από τί δικά μας φτωχά λόγια και ανθρώπινα σχήματα, δεδομένου ότι η μεγαλύτερη αρετή του ήταν η ικανότητα που είχε να καλύπτει την αρετή του. Η ζωή του Πατρός θα μένει για πάντα κρυμμένη ως ιστορία, για να συνεχίζεται μόνο ως ζωή· ως ζωή θεανθρώπινη. Ως ζωή εν Χριστώ.

    Τον πιο πετυχημένο ίσως χαρακτηρισμό τον έδωσε, νομίζω, με μία μόνο φράση ο μακαριστός Μητροπολίτης μας Παντελεήμων ο Β ‘ όταν στις 23 Νοεμβρίου 1993 ευαρεστήθηκε να εγκαταστήσει την ταπεινότητά μου στη διακονία της ηγουμενίας του Ησυχαστηρίου. Την ώρα δηλαδή που, μετά την τέλεση της σχετικής ακολουθίας, κατευόδωνε ο Πάτερ τον Παναγιώτατο μαζί με τους τότε στενούς του συνεργάτες, τον νυν Άγιο Βεροίας και τον Άγιο Λαγκαδά, καθώς και τον μακαριστό Ελασσώνος, κυρό Βασίλειο, κάτι πρέπει να του είπε ο μακαριστός Παντελεήμων, λόγο δηλαδή επαινετικό, που εμείς δεν τον είχαμε ακούσει, γιατί ήμασταν σε κάποια απόσταση· ακούσαμε όμως πολύ καθαρά τον Πάτερ να λέει, σκυμμένος πάνω εκεί στο ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου: «Εγώ, Παναγιώτατε; Εγώ είμαι μη ων». Όποτε, έτσι αυθόρμητος όπως ήταν ο Δεσπότης, βγάζει το χέρι του από το παράθυρο και λέει με τη βροντερή φωνή του: «Ένας είναι ο Συμεών!»

    Με πολύ δέος και πολλή προσοχή τολμήσαμε να αποκαλύψουμε κάτι από την αγία ζωή του Πατρός, έτσι όπως εμείς τη βλέπαμε και την καταλαβαίναμε με τις δικές μας ατελείς πνευματικές αισθήσεις από τις εξωτερικές του κυρίως εκδηλώσεις, μέσα από την πολυχρόνια συνεργασία που ευδόκησε ο Κύριος να έχουμε μαζί του. Η εσωτερική του όμως μυστική ζωή, η σφαίρα της πνευματικής μέθης και των θείων αρπαγών που διαισθανόμασταν ότι ζούσε, αυτή ανήκει στην άβατη για μας περιοχή. Γι’ αυτά μόνο «η ημέρα δηλώσει».

    Ήδη ο Πάτερ, πιστεύουμε ότι πέρασε στη χώρα των ζώντων και κατέλαβε τη θέση του μεταξύ εκείνων που προήλθαν «εκ της θλίψεως της μεγάλης και έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του αρνίου».

    Σεβασμιώτατε άγιε Πρόεδρε,

    Προσωπικά αισθάνομαι και τώρα, αυτή την ώρα, ο Πάτερ να είναι παρών ανάμεσά μας. Ο π. Συμεών δεν μας άφησε ορφανούς και δεν μας εγκατέλειψε μόνους εδώ σ’ αυτή τη ζωή. Εξακολουθεί να ζει και να είναι παρών με τον λόγο του τον ζωντανό, που μας έτρεφε και με τον οποίο θα συνεχίσει να μας τρέφει, να μας στηρίζει, να μας νουθετεί και να μας καθοδηγεί, όπως πάντοτε, απλανώς και κατά αλήθειαν, ιδιαίτερα μάλιστα σήμερα, που η πλάνη στον χώρο της Εκκλησίας, δογματική και βιωματική, έχει πάρει τόσο ανεξέλεγκτες διαστάσεις που κινδυνεύουν -κατά τον Ευαγγελιστή- να πλανηθούν, «ει δυνατόν, και οι εκλεκτοί». Όσο για μας, μεγάλη η ευθύνη για τη βαριά πνευματική παρακαταθήκη που μας κληροδότησε. Ευχηθείτε, σας παρακαλούμε πολύ να μείνουμε πιστοί και σταθεροί «εν οις εμάθαμεν και επιστώθημεν, ειδότες παρά τίνος εμάθαμεν», όπως προτρέπει ο απόστολος Παύλος τον ισόψυχο μαθητή του Τιμόθεο. Αυτό περιμένει ο Πάτερ και από μας, και αυτό πιστεύουμε ότι θα είναι και η ελάχιστη ανταπόκρισή μας στη σταυρωμένη αγάπη του για τη σωτηρία μας.

    Την ευχή του νάχουμε

    Σας ευχαριστώ πολύ


    0 0

    Abba Pimin was right to say that the sign of a true monk is how he reacts to temptation. According to the Wisdom of Sirach (2, 1), a monk who truly comes to work for God should prepare his soul against temptations, so that he won’t be surprised nor upset by anything, but will believe that whatever happens is because of God’s providence. Where God’s providence is, everything is good and everything that happens is for the benefit of the soul. Everything that God does for us, He does in our own best interest, because He loves us and spares us. As Saint Paul says (I Thess. 5, 18), we have a duty to be thankful for His goodness and should never lose heart or waver over what happens to us, but should accept it with humility and hope in God, certain, as I said, that whatever He does for us, He does so out of goodness, love and for our benefit. It’s not possible for things to turn out well except through God’s mercy.

    If you have a friend and you’re certain he or she loves you, then, if you suffer at their hand, even if it’s terrible, you’ll believe that they did it out of love. You’ll never believe that your friend wanted to hurt you. How much more so should we believe that God, Who made us, brought us into being from nothing, became human and died for us, does everything for us out of goodness and love. For a friend, you might say: ‘He or she did this out of love and pity. But obviously they don’t have the insight to arrange all my affairs with proper perception and so have injured me without wishing to’. But you can’t say that about God. Because He’s the source of all wisdom and knows everything that will be of benefit to our soul, He takes care of everything to do with us, down to the smallest detail. You might also say of a friend: ‘He or she loves and pities me, knows what’s in the best interest of my soul and can handle matters efficiently. But they aren’t powerful enough to help me as regards what they think I need’. But, again, we can’t say that about God. Because everything’s possible for Him and there’s nothing He can’t do.

    So we know about God that He loves and shows mercy to His creation, that He’s the source of wisdom, that He knows how to arrange our life, that nothing’s impossible for Him and that everything’s subject to His will. We should also know that, whatever He does, He does for our best interest. Therefore, let us accept it gladly, as we said before, as coming from a benefactor and good Master, even though it may seem harsh. Because everything happens according to His just assessment and He’s so merciful that He doesn’t overlook even our slightest sadness.

    Often though, we have doubts about this and say: ‘But when disaster strikes, we then sin because of being upset, so how can we believe that what happens is in our best interest?’ We wouldn’t sin when disaster strikes, brothers, if we weren’t lacking in patience and if we didn’t refuse to suffer the slightest sorrow or unexpected setback. Because God never permits us to suffer anything that’s beyond our powers to bear, as Saint Paul says: ‘And God is faithful; he will not let you be tempted beyond what you can bear’ ( I Cor. 10, 13). It’s we who don’t have patience, who don’t want to suffer even a little, who won’t accept anything with humility. This is why we’re so distressed and the more we try to avoid temptations, then the more we’re weighed down by them, lose patience and can’t get rid of them.

    There are people, who, for a variety of reasons, swim in the sea. If they’re good swimmers, when a wave comes towards them, they duck underneath it and stay there till it passes. So they’re able to continue swimming safely. But if they resist, the wave picks them up and casts them a long way off. All they’ve achieved is to be defeated, rather than make progress. But if, as I said, they duck below the wave and humble themselves, it passes and does them no harm. They continue swimming as they wish and finish whatever task they’re about. The same is true of temptations. As long as you’re prepared to suffer them with patience and humility, you’ll get through them without harm. But if you remain sad and upset, reckoning everyone else to be the cause of your problems, you torture yourself by weighing yourself down with temptations. In this way, they don’t bring you any benefit, but, rather, do you harm.

    Because temptations really do benefit us, if we suffer them calmly. And if we’re troubled by a passion, it doesn’t serve us to become upset by it, because, if we do, that’s a sign of pride and lack of awareness. It comes from ignorance of the situation, from avoiding pain, as the Fathers say: ‘This is why we make no progress- because we don’t know how much we can bear, we haven’t the patience to complete any task we begin and we want to acquire virtue without effort’.

    Why are people who are subject to the passions surprised when they’re troubled by one? Why are they troubled when they put it into practice? You have the passion and are troubled by it? You’re bound to it and ask ‘Why is it troubling me?’ Better to have patience, struggle against it and ask help from God. Because it’s impossible not have the pain of a passion if you’ve given in to it.


    0 0

    [Previous post: http://bit.ly/2DDZC7z]

    2. Hesychasm in the prism of anthropological reflection

    Synergic anthropology starts with the complete reconstruction of hesychast anthropology[3]. Let us point out its principal elements and stages.

    Hesychasm is ascetical and mystical practice of Eastern-Christian (Orthodox) Christianity which begins to form itself up together with the emergence of Christian monasticism in the 4th c. in the practice of the Desert Fathers of Coptic Egypt and Palestine. It achieves its accomplished mature form in a thousand years, in Byzantium in the 14th c. Still in the Middle Ages it spreads all over Orthodox oikumene and then undergoing many crises and breaks continues its living existence up to our days. As an historical and anthropological phenomenon hesychasm (as well as any spiritual practice) represents a dyad, a combination of individual practice and collective tradition, i.e. community which elaborates, preserves and translates the refined art of this practice, the canon of the exact and identical reproduction of its experience. Such a combination of the individual and the collective is similar to what we see in biological systems, in populations of living organisms. Each specimen in a population leads its individual existence which has the equally individual goal, the implementation of the genetic program inherent in each of its cells. However, to achieve this goal the specimen should live in a population. The belonging to a community of specimens is a necessary premise of successful existence of any individual specimen; the specimen and the community are two inseparable elements of the phenomenon of population. Then there is the so called biogenetic law according to which the development of the specimen (ontogenesis) and the development of all the population have a structural similarity, they repeat each other passing through the same principal stages. One can see that spiritual tradition, i.e. the ascetical community in its historical existence possesses also these properties of the population. Each adept of the tradition, the hesychast, does his personal way of the practice transforming himself to a certain higher state, but the passing of this way is possible only on the basis of the tradition, in the ascetical community and with its help. Even some analogue of the biogenetic law can be found here.

    The way of the practice, the sui generis hesychast ontogenesis, has the structure of a ladder ascending from the starting event, the entry to the way (Spiritual Gate), to the completion of the way in which all man’s energies achieve ontological transcending which is called the deification (theosis) and is inaccessible in its fullness in man’s empiric existence. All the way, from Spiritual Gate to Theosis, is structured into three big parts or blocks. In the first block ascetical labors are still directed chiefly to the worldly way of life left behind by the hesychast. Main elements of this block are conversion, repentance and struggle with passions. Conversion and repentance should secure the resolute break with what was left behind, the worldly way of existence and order of consciousness. To this end hesychasm elaborates a rich set of specific practices of repentance which use extreme psychological states and means: sharp self-accusations, self-torture, sorrow, grief, anguish and other negative emotions, crying and tears, and sometimes also hard and painful corporeal ordeals, etc. etc. These very unusual practices were often interpreted by secular science as manifestations of psychological pathologies, but this interpretation is superficial and misleading. “Sufferings of a penitent are neither nervous disorder nor a consequence of unsatisfied passions of lust nor a psychological conflict nor the loss of reasonable control. They also do not have any other pathology. Not at all. In their nature these sufferings belong to a different order of being”[4]. In fact, all these means carry out the synergetic function of generating disbalance of man’s consciousness due to which the consciousness is brought far away from all its usual stable regimes and becomes capable to profound restructuring and radical change of the dynamics of its processes. As for the struggle with passions called also the “invisible battle” of an ascetic, it should remove the staunchest features of the worldly order of consciousness: the stable cyclic configurations of its energies making it fully concentrated on some worldly goal or emotion and hence incapable to advance to the goal of spiritual practice. Hesychasm analyzes and classifies passions and elaborates sophisticated techniques of their eradication. The corresponding steps of the Hesychast Ladder have some resemblance to practices of antiquity, first of all, stoic practices, and also to modern psychotherapy, but in both these cases considerable difference is present as well.

    After the overcoming of passions the practice enters its central, “equatorial” part in which the vector of man’s attention and efforts changes its direction “from below to above”, from the empiric world to the task of achieving the encounter with a different mode of being. Now spiritual practice must perform actual advancement in the ontological dimension. The process of ascending its steps must have a nontrivial ontological content, and all usual anthropological practices do not have such property. For this reason, any spiritual practice includes the key element: the creation of the so called ontological mover, an anthropological mechanism which helps to change the ontological situation of the man, man’s relation to the other horizon of being. In hesychast practice this horizon is Divine personal being and the ascension to it is the communion with God, the main way of which is the prayer. As a result, the ontological mover created in this practice represents the combination or union of two different activities, prayer and attention. In this union the attention performs the auxiliary function; in hesychast terms, it is the guarding of the prayer which should remove all the obstacles to the prayer and all the intrusions into its process. Due to such guarding the prayer can take a special form of the incessant prayer which becomes more and more profound and intense involving all human person entirely and concentrating enormous energy directed wholly to God as the Person, to the encounter, communion and union with Christ. At the peak of this praying and striving in which the man opens and unlocks himself up to the maximum towards God, his praying communion with God becomes the actual encounter of human and Divine energies. (In the secular discourse one can say that the man identifies in himself the action of some energies the source of which is not in him and even, according to some criteria, not in his horizon of being.) Directing the total set of his energies to Christ the man achieves their encounter and their coordination, cooperation and accordance with His energies. This is the central event of spiritual practice called synergia in hesychasm. The achievement of synergia, or synergy, is the first and most important fruit of the creation of the ontological mover. That’s how St. Philotheos of Sinai (9th or 10th c.) describes this fruit: “Attention and prayer, if they are permanently combined together, perform something similar to Elias’ chariot of fire, lifting to the heavenly heights him, who has them”[5]. After this event the practice enters its last, higher block.

    [3] See: S.Horujy. To the Phenomenology of Ascesis. Moscow, 1998. (In Russian.)
    [4] Archimandrite Sophronius (Sakharov). See God as He is. Stauropegic Monastery of St. John the Baptist. Essex, 1985. P.89. (In Russian.)
    [5] St. Philotheos of Sinai. Forty Chapters on Sobriety // The Philokalia. Vol. 3. Sergiev Posad, 1992. P.414. (In Russian.)

    The distinguishing feature of this block is that the formation of its steps is now performed not as much by man’s energies as by other energies. These are the energies with which the man achieved the contact and cooperation in synergy and which started then acting in his consciousness and all his person, but nevertheless he perceives them as belonging not to him but to some external source, the source that is “beyond-there” in the strongest, ontological sense. For this reason, in man’s own perception these next steps of his transformation are more and more formed up without his efforts, spontaneously. In these steps the emergence of new forms of prayer takes place and the emergence of new abilities of the human being, and this spontaneous growth of the articulation, differentiation and structuredness in terms of system theory corresponds to the dynamics of self-organization. Since this dynamics is implemented not by man’s own energies, but by energies of the source which is ontologically beyond-there, it can achieve what is impossible for man’s energies, i.e. the actual ontological change, the change of the fundamental predicates of man’s mode of being. It means that due to synergy in the higher steps of the practice fundamental changes of the human being begin which are approaches to the final goal of the practice, the theosis. There is a large fund of ascetic testimonies saying that such changes start with the sphere of perceptions: new abilities of perception emerge which are called “intellectual senses” in hesychasm, and they are actual manifestations of a new ontological quality, according to which the man is now unlocked toward Divine being. However, the fullness of the ontological transformation, the theosis as such, is, by the very definition of it, not realizable within the limits of man’s empiric existence.

    This is the structure of the way of hesychast practice in its big parts. As said above, this personal way of the hesychast, or the “ontogenesis”, has some structural resemblance to the “philogenesis” or the historical way of the hesychast tradition. Au vol d’oiseau, the complete formation of the tradition and practice takes approximately thousand years, from the 4th to the 14th c., and one can discern three big stages in this formation which are correlated directly with the three blocks of hesychast practice. In the period of the early hesychasm, the anachoresis of Desert Fathers of the 4th to the 6th cc. the emerging tradition establishes itself, in the first place, as a community which breaks with the life of the worldly society and opposes itself to this life. Thus it concentrates on problems of the rejection of worldly life, of the overcoming of its passions and all its patterns of consciousness; and all this is exactly the problems of the initial block of hesychast practice. Then there follows the stage of the so called Sinai hesychasm in the 7-10th cc. when main centers of the tradition are the monastery of St. Catherine at Sinai and other monasteries in the Sinai area. At this stage hesychast practice is formed up and conceived as an integral spiritual process, its first systematic description appears (the famous “Ladder of Paradise” by St. John of Sinai) and the problems of the ascension to the theosis are profoundly worked out which includes the discovery of the key role of the union of prayer and attention. Thus the problem of the central block of hesychast practice is solved here, the ontological mover is discovered. And finally, the late-byzantine hesychasm of the 13-14th cc. with the Hesychast controversy and theology of St. Gregory Palamas represents the last stage of the formation of the tradition. At this stage the higher steps of hesychast practice are in the focus of main efforts. Hesychasts called the experience of these steps the contemplation of the Light of Tabor, and it was essentially the experience of the formation of intellectual senses, of the approaches to the transfiguration of the human being. As a result, we see the structural similarity and the coincidence of the contents of the historical stages of the development of hesychasm, on the one hand, and stages of the personal practice of an individual hesychast, on the other hand. The general conclusion is that spiritual tradition in its historical existence represents an analogue of the population of living organisms: sui generis spiritual organism or else meta-organic system. One can add here that my concept of spiritual tradition resembles rather closely the ancient Greek conception of Polis as it is interpreted by Heidegger in his Parmenides (1942-1943). According to Heidegger, Polis was for Greeks a special and unique place where the man can actualize his relation to being unlocking himself towards being: “Polis… is the pole and center of the Greek essence. In this essential center everything is primordially united, which is addressed to the man as the unconcealed (das Unverborgene) and as something, to which the man is profoundly related in his being … Polis gives to the essent (das Seiende) the possibility to actualize itself in its being”[6].

    Proceeding from the description to analysis let us point out principal features of the hesychast vision of man which are important for nonclassical anthropology. What is he, who is he, the hesychast man? Of course, the first and main thing is that he is formed-up, he acquires his personality and identity in hesychast practice which performs the actual ontological transformation of the human being. The transformation itself is performed by Divine energies while man’s task is to open or unlock himself toward these energies and achieve synergy with them. In other words, here the man forms up his constitution unlocking himself toward the other mode of being (or, more correctly, toward genuine being), performing his ontological unlocking. In classical anthropology the man forms up his constitution actualizing his essence; but here we have a different principle of constitution which does not rely upon the essence of man and even does not suppose its existence. Thus we conclude that the main anthropological principle inherent in hesychast practice is exactly the principle or paradigm of the constitution of man in the ontological unlocking. In the unlocking of man we find a way to nonclassical anthropology and one of possible lines of its development.

    Besides the generating principle, new anthropology needs also a discourse, a framework making it possible to ascribe signifiers to anthropological reality and form up anthropological concepts. In this aspect, classical anthropology was heuristically perfect: one and the same concept of essence determined both the constitution of man and anthropological discourse which was “essentialist discourse”, i.e. based on the logic of essences. But in hesychast anthropology we can also find a certain discourse which is not essentialist and is closely connected with the unlocking of man. The key notions of hesychasm are synergy and theosis, and they both are of energetic nature: synergy is the encounter and collaboration of human and Divine energies, and theosis is the complete union of these two kinds of energies. And this implies that hesychast practice, being the way to synergy and theosis, has human energies as its direct subject field. Ascetic labor of any hesychast is the successive transformation of all the set of his energies, and each step of hesychast practice can be considered as a certain type or configuration of the set of all man’s energies. It means that the hesychast discourse on man is a discourse on man’s energies which does not include abstract essentialist categories; in other words, hesychast anthropology develops in the discourse of energy which is radically different from the essentialist discourse.

    [6] See M.Heidegger. Parmenides. St.-Petersburg, 2009. Pp.196-197 (in Russian).

    Here an important proviso should be made, however. It should be taken into account that the notion of “human energies” is not a proper philosophical notion stricto sensu, it lacks precise philosophical meaning. This anthropological notion is not a derivative notion or a particular case of the metaphysical and ontological category of energy which is present in the Aristotelian or neoplatonic discourse. In the ascetical discourse “human energies” are not related to metaphysics, but represent a working tool of practical anthropology, a terminus technicus with the extremely wide semantic field: it designates any actions and manifestations of man, both in his outer and inner reality; what is more, these manifestations may be not finished and full-fledged acts, they may remain on the “embryonic” level of “germs of acts” or “energies of consciousness” called “thoughts” (logismoi) in hesychasm and representing all kinds of inner movements, urges, etc. In order to draw the demarcation line with the metaphysical category I use the term “anthropological manifestations”. Thus it can be said that synergic anthropology develops the discourse of anthropological manifestations which represents an alternative to the essentialist discourse and is a variety of the discourse of energy.

    One more property of hesychast practice as a pool of pure anthropological experience is important. We found that synergy represents the unlocking of man, but it is necessary to point out some characteristics of this unlocking. The unlocking is one of the most general modalities of the human being. In various forms we perform our unlocking all the time: one has only to remind that the man unlocks himself to surrounding sensual reality in any of his perceptions. The distinguishing feature of the unlocking in synergy is that it is a constitutive unlocking: in this unlocking the constitution of man is formed-up, the structures of his personality and identity. This property is closely connected with the fact that in this case the unlocking is realized in extreme anthropological experience, i.e. such experience in which the man reaches the boundary of the horizon of his consciousness and his existence meeting something (or Somebody as in the Christian experience) which does not belong to this horizon and hence is the Other with respect to the man as such. Evidently, the experience of the unlocking in synergy which is the unlocking towards the Ontological Other is a kind of extreme experience. Thus hesychast practice is a certain form of extreme anthropological experience, and the paradigm of human constitution that it contains is the constitution in extreme anthropological manifestations actualizing the ontological unlocking. Close connection of man’s constitution with his extreme experience is one of leading ideas in modern nonclassical philosophy as well as in studies aiming to understand new anthropological practices and processes[7]. That’s why the remark that hesychast experience is extreme experience is important for the advancement from the initial experiential base.

    (to be continued)

     

    [7] Let us point out at least one of the main lines of the connection of modern thought with the idea of extreme experience. This line includes principal figures of modern French philosophy such as Foucault, Deleuze, Nancy and originates in the conception of the extreme experience (l’experience-limite) by Maurice Blanchot who stated that it is in this kind of experience that the man forms-up his constitution and gave the following definition: “The extreme experience is the answer obtained by the man, when he decides to take himself in question radically… Extreme experience is pure lack, shortage, but in spite of this there is the accomplishment of being and all-mightiness in it”. (M.Blanchot. Extreme experience // Tanatography of Eros. George Bataille and French thought of the middle of the 20th century. St. Petersburg, 1994. Pp.67,69. (In Russian.))

    0 0

    Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας.

    21 Ιανουαρίου 1829. Η νύχτα είναι προχωρημένη και οι κάτοικοι στα Κύθηρα έχουν αποσυρθεί και ησυχάζουν. Ξαφνικά την ησυχία διαδέχεται η βοή των στοιχείων της φύσεως. Άνοιξαν οι καταρράκτες τ’ ουρανού και χύνονταν με πάταγο, απειλώντας να καταστρέψουν το νησί.
    […]
    Ψηλά στο φρούριο, όπου κατοικούσαν και πολλές οικογένειες, ήταν χτισμένη μια εκκλησία προς τιμήν της Θεοτόκου.

    Μέσα σ’ αυτή φυλαγόταν εκείνη την εποχή η θαυματουργή εικόνα της Μυρτιδιώτισσας.
    Ενώ η θεομηνία συνεχιζόταν, πέφτουν στο φρούριο συγχρόνως δύο κεραυνοί. Ο ένας σπάζει το κοντάρι της σημαίας, μπαίνει σπαράζοντας στον ναό, ξηλώνει το δάπεδο, τρυπά τον τοίχο μπροστά στην αγία εικόνα και χώνεται στο πλαϊνό δωμάτιο.
    Ο χώρος αυτός χρησίμευε σαν πρόχειρη πυριτιδαποθήκη. Ο κεραυνός, σωστό πυρακτωμένο φίδι, ανατρέπει κι εδώ το πάτωμα και αναποδογυρίζει τα βαρέλια με την πυρίτιδα που βρίσκονταν εκεί ανοιχτά.
    Ύστερα βγαίνει και συναντά τον δεύτερο κεραυνό, που τον είχε αφήσει την πρώτη στιγμή να σπαράζει στην πλατεία του φρουρίου. Κι οι δυο μαζί πέφτουν επάνω στο μέγαρο του διοικητού, αφήνοντας στο πέρασμά τους τα καταστρεπτικά τους ίχνη.
    Στο φρούριο υπήρχε και δεύτερη μεγάλη πυριτιδαποθήκη. Ο ένας κεραυνός κατευθύνεται προς αυτή, τη διασχίζει, περνά μες απ’ τα πόδια του φρουρού και τον ρίχνει κάτω.
    Ο φρουρός επικαλείται αμέσως τη θεία βοήθεια, και τότε, καθώς ο ίδιος διαβεβαίωσε, βλέπει στην πόρτα της εκκλησίας μια γυναίκα λευκοντυμένη. Από τη θέση αυτή η γυναίκα, που δεν ήταν άλλη από την Παναγία την Μυρτιδιώτισσα, διέταξε τους κεραυνούς να πέσουν στην θάλασσα, όπως και έγινε.
    Αμέσως η ταραχή έδωσε τη θέση της σε μια πρωτοφανή γαλήνη. Όταν ξημέρωσε, συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοι για ν’ αποδώσουν τα ευχαριστήρια στην προστάτιδα τους.
    Πραγματικά, τη ζοφερή εκείνη νύχτα η Παναγία επενέβη με χειροπιαστά θαύματα. Οι κεραυνοί ανέτρεψαν τόσα βαρέλια με πυρίτιδα χωρίς να εκραγούν. Επίσης δεν σημειώθηκαν ανθρώπινα θύματα, παρά μόνο υλικές ζημιές.
    Ακολούθησε λιτανεία και περιφορά της αγίας εικόνας σ’ όλη την πόλη με στρατιωτική παράταξη και θρησκευτικές δεήσεις, ενώ το πλήθος εκραύγαζε: “Παναγία Δέσποινα σώσον, ελέησον”.

    Από το βιβλίο “Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας”, έκδοση της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.


    0 0

    20151003-1

    Δεν είναι αιτία των ηθικών πτώσεων η φύση των πειρασμών, αλλά η αμέλεια αυτών που πειράζονται.

    Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος    


    0 0

    Satan pressurizes only because we allow him to, he triggers our passions and the bodily and spiritual urges of our nature. He creates opportunities for sin, always reminds us of the times we’ve fallen, but he doesn’t have permission from God to force us into sin, because then we’d have no guilt and nobody would be able to escape his snares. But if we fall willingly into a decline, if we’re attracted by the bait the devil dangles and give in to sin, then it’s not the devil who’s to blame, but we ourselves.


    0 0

    Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου, Δήμου Αγίου Δημητρίου, με την ευκαιρία της εορτής του Πολιούχου της πόλεώς μας και Προστάτου της ενορίας μας, ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΤΟΥ διοργανώνει από την Κυριακή 7η Οκτωβρίου έως και την Κυριακή 28η Οκτωβρίου ε.ε. πολυήμερες εορταστικές εκδηλώσεις με την επωνυμία, «ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2018» και σας προσκαλεί να τιμήσετε με την παρουσία σας τις εκδηλώσεις.

    Οι Ιερείς & το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού

    Για να δείτε αναλυτικά το πρόγραμμα των εκδηλώσεων πατήστε εδώ


    0 0

    Η Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως διοργάνωσε Επετειακές Εκδηλώσεις για τα Εκατό χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου....

older | 1 | .... | 1391 | 1392 | (Page 1393) | 1394 | 1395 | .... | 1462 | newer