Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1394 | 1395 | (Page 1396) | 1397 | 1398 | .... | 1462 | newer

    0 0

    20151006-2

    Η ψυχή μας είναι κατά κάποιο τρόπο αντανάκλαση της εικόνας του Θεού. Όσο πιο φωτεινή είναι η εικόνα αυτή, τόσο πιο καθαρή και γαλήνια είναι η ψυχή. Όσο λιγότερο φωτεινή είναι η εικόνα, τόσο πιο σκοτεινή και ταραγμένη είναι η ψυχή.

     

    Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης   


    0 0

    Με ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια τελέστηκε σήμερα, Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018, η πρώτη Θεία Λειτουργία του νέου Μητροπολίτη Νέας Ζηλανδίας...

    0 0

    Αν δεν θέλεις να εκτεθείς. Λίγο πολύ, όλοι γνωρίζουμε ότι το διαδίκτυο και η υπερβολική έκθεση στα social media ελλοχεύει...

    0 0

    Στη σημερινή εποχή, αρκετοί σύγχρονοι στοχαστές, υποστηρίζουν πως η αποκλειστικότητα της αλήθειας είναι μία έκφανση του ολοκληρωτισμού. «Δεν είναι δυνατόν, κάποιος να ισχυρίζεται ότι κατέχει όλη την αλήθεια». Εξάλλου αλήθεια, σύμφωνα με αυτούς, είναι ότι νοιώθει, βλέπει και ερμηνεύει ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Όποιος τολμήσει να ισχυριστεί ότι κατέχει την απόλυτη και μόνη αλήθεια, χαρακτηρίζεται από τους κοσμικούς ανθρώπους ως δογματικός. Υπάρχει όμως χαώδης διαφορά μεταξύ της αποκλειστικότητας της αλήθειας και του δογματισμού. Ο όρος αλήθεια, (α-λήθη) δηλώνει την πραγματικότητα, το είναι, το υπάρχειν. Η αλήθεια δεν εξαντλείται στη διατύπωση της, δεν περιορίζεται, δεν ορίζεται, απλώς είναι αυτή που είναι. Η αλήθεια γνωρίζεται, μετέχεται, είναι γεγονός κοινωνίας, αγάπης σχέσης, ενότητας. Άλλο αλήθεια και άλλο ερμηνεία αυτής της αλήθειας, όπως άλλο ιστορία και άλλο ερμηνεία της ιστορίας. Η ερμηνεια της αλήθειας είναι πάντοτε μεταγενέστερη της αλήθειας και της πραγματικότητας. Δεν σημαίνει πως επειδή υπάρχουν πολλές ερμηνείες υπάρχουν και πολλές αλήθειες. Σε περίπτωση που κάποιος δέχεται πολλαπλές αλήθειες οδηγείται στην παραδοχή του ψεύδους. Αυτές οι αλήθειες εφόσον είναι πολλές θα πρέπει να διαφέρουν. Εάν δεν διαφέρουν τότε είναι μια αλήθεια και όχι πολλές. Εάν πάλι διαφέρουν σημαίνει πως θα έχουν διαφορές ως προς τον χρόνο, τον τόπο, τη δύναμη, τον τρόπο, την καθολικότητα, την ολότητα και άλλες. Άρα θα πρέπει να αναζητηθεί η καθολικότερη των πολλών «αληθειών». Συνεπώς θα υπάρχουν πολλές μισές-επιμερισμένες αλήθειες υπό την αρχηγεία της πρώτης αλήθειας, πράγμα εντελώς άτοπο γιατί η πρώτη αλήθεια θα υπερβαίνει – επισκιάζει σε βαθμό καθολικότητας τις άλλες πολλαπλές αλήθειες. Αποτέλεσμα αυτής της σχιζοφρενούς θεώρησης είναι η παραδοχή πολλών πραγματικοτήτων. Κατά συνέπεια έχουμε διάσπαση της πραγματικότητας, σχάση, διάλυση και σχιζοφρενική, δυαρχική πόλωση.

    Ο αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος παρατηρεί πως η κοινή λογική δεν μπορεί να δεχθεί δύο διαφορετικές διδασκαλίες για το ίδιο πράγμα [1]. Η αλήθεια, για την Θεολογία δεν επιμερίζεται. Μισή επιμερισμένη αλήθεια δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψεύδος. Η αλήθεια είναι αντικειμενικό γεγονός που μετέχεται από τα υποκείμενα, χωρίς αυτή να καθίσταται υποκειμενικό γεγονός. «H αλήθεια είναι πράγμα απλό, μόνο, ένα, ασύνθετο, αμετάβλητο, ανεπίδεχτο πάθους, αλάθευτο, χωρίς διάσταση »[2]. Επομένως, σύμφωνα με την πατερική θεολογία, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ένωση-σύνθεση πολλών επιμερισμένων αληθειών. Διότι η «Σύνθεσις γαρ αρχή μάχης, μάχη δε διαστάσεως, διάστασις δε λύσεως· λύσις δε αλλότριον Θεού παντελώς »[3]. Ο δογματισμός είναι η εμμονή διαφόρων ανθρώπων στην δική τους θρυμματισμένη ερμηνεία της αλήθειας. Αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη βία για να προβάλλουν της πλανεμένη τους θεώρηση. O δογματισμός είναι άρρηκτα συνυφασμένος και συνδεδεμένος με την ιδιοτέλεια, την ωφέλεια, την εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων και την ικανοποίηση διαφόρων ψυχολογικών αναγκών. Δογματικούς ανθρώπους θα συναντήσουμε παντού, πάντα και όλων των ιδιοτήτων όπως θρησκευόμενους, άθεους, πολιτικούς, επιστήμονες, ιδεολόγους, ανθρώπους υψηλής και χαμηλής κοινωνικής τάξεως και ούτω καθ’εξής. Η αλήθεια όμως δεν επιβάλλεται ποτέ, διότι είναι γεγονός ελευθερίας το οποίο έρχεται μόνο του στην επιφάνεια. Δεν είναι φονταμενταλισμός η αξίωση κάποιου να έχει την αποκλειστικότητα της αλήθειας. Ο φονταμενταλιστής αναζητά μέσα στον κόσμο των φαινομένων κάτι το θεμελιακό, για να το ταυτίζει με το απόλυτο [4]. Το θεμελιακό αυτό όμως δεν βρίσκεται στο επίπεδο του Ακτίστου αλλά σε αυτό του κτιστού. Ο φονταμενταλιστής δεν μετέχει της μίας απόλυτης Άκτιστης αλήθειας, αλλά απολυτοποιεί κάτι κτιστό, φθαρτό, πρόσκαιρο. Γι’αυτό στην κατηγορία των δογματικών ανθρώπων ανήκουν πάσης λογής συντηρητικοί και πάσης λογής προοδευτικοί. Οι συντηρητικοί άνθρωποι απολυτοποιούν το παρελθόν και οι προοδευτικοί απολυτοποιούν την περίφημη πρόοδο. Επίσης παρατηρούμε πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι μονολότι αρνούνται τον Τριαδικό Θεό ως την μόνη αλήθεια, να τοποθετούν στην θέση Του τις ανθρώπινες σχέσεις, απόψεις, ιδεολογίες, ακόμη και τον ίδιο τους τον εαυτό. Με άλλα λόγια, δημιουργούν μια νέα ιδιότυπη μεταφυσική στην θέση της ήδη υπάρχουσας «μεταφυσικής».


    0 0


    0 0


    0 0

    Κατά την επίγεια περιοδεία που έκανε ο Ιησούς, μέσα στα πλαίσια της διδασκαλίας του για τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού, επιτέλεσε πολλά θαύματα. Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα βλέπουμε να εκτυλίσσεται ένα θαύμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού για το δημιούργημά του, τον άνθρωπο. Κατά τη διάρκεια του επίγειου έργου του, ο Ιησούς περιόδευε τις πόλεις και τα χωριά διδάσκοντας και θαυματουργώντας. Ο Κύριος μόλις είχε προσεγγίσει την πύλη της πόλης της Ναΐν [1] μαζί με το πλήθος που τον ακολουθούσε, συνάντησε μια πομπή να βγαίνει από την πόλη, συνοδεύοντας ένα νεκρό παιδί. Η μικρή πόλη βυθισμένη στη θλίψη. Μια χαροκαμένη μάνα να συνοδεύει το μονάκριβο παιδί της στην τελευταία του κατοικία. Γίνεται η συνάντηση του Κυρίου Ιησού με το δούλο. Ο χορηγός της ζωής συνάντησε το νεκρό. Ο νεκρός ήταν ένα νεαρό παιδί, όπως βλέπουμε από τη διήγηση και ο Κύριος τον παρέδωσε στη μητέρα του, αφού τον επανέφερε στη ζωή. Η μητέρα του παιδιού πρέπει να προερχόταν από πλούσια κι επιφανή οικογένεια, όπως φαίνεται από το μεγάλο πλήθος που την συνόδευε στην κηδεία.

    «Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη επ’ αυτή και είπεν αυτή· μη κλαίε »[2]. Το μεγάλο πλήθος που συνόδευε τη χήρα φαίνεται πως τό ‘κανε για χάρη της, λόγω της κοινωνικής της θέσης, αλλά και για το ισχυρό χτύπημα που δέχτηκε με το θάνατο του μοναχογιού της. Η θλίψη των ανθρώπων γύρω της πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη. Κι αυτό πρέπει να έκανε μεγαλύτερη τη θλίψη της μητέρας και αύξησε τα δάκρυα απόγνωσης και τον οδυρμό της. Αν κι αναζητούμε άλλους για να μοιραστούν τη θλίψη μας, όταν ο θάνατος αποσπά βίαια κάποιον δικό μας άνθρωπο, η συμμετοχή τους συνεισφέρει πολύ λίγο στο να μειώσει τη θλίψη και τον πόνο μας. Όταν η αδυναμία παρηγορεί την αδυναμία, τότε κι η παρηγοριά θά ‘ναι αδύναμη. Όλοι όσοι παραστέκονται σ’ ένα νεκρό σώμα, κυριεύονται από ένα περίεργο συναίσθημα που δύσκολα εξωτερικεύεται. Κι αυτό είναι η ντροπή. Οι άνθρωποι όχι μόνο φοβούνται το θάνατο, αλλά και ντρέπονται γι’ αυτό. Η ντροπή αυτή είναι απόδειξη – πολύ μεγαλύτερη από το φόβο – πως ο θάνατος είναι συνέπεια της αμαρτίας του ανθρώπου, λέει ο Άγιος Νικόλαος επίσκοπος Αχρίδος [3].

    Γιατί, όμως, ο Κύριος λέει στη χήρα να μην κλαίει. Είναι δυνατόν να πεθαίνει το παιδί της και να μην δακρύζει; Είναι δυνατόν να μην απελπίζεται; Eίναι ποτέ δυνατόν να χάσει κάποιος τον δικό του άνθρωπο και να μην κλαίει; Δηλαδή, αποδοκιμάζει ο Κύριος τον πόνο και τα δάκρυα; Ασφαλώς και όχι. Κάθε άνθρωπος είναι φυσικό να δακρύζει ενώπιον του μυστηρίου του θανάτου. Ο λόγος του Ιησού προς τη χήρα «μή, κλαίε» είχε άλλο νόημα. Την καλεί να σταματήσει να κλαίει, διότι είναι σίγουρος για το θαύμα της αναστάσεως που θα ακολουθήσει. Αυτή η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική από αυτή που εκείνη την ώρα αντικρύζει η χήρα μάνα. Ο ίδιος ο Χριστός δάκρυσε για το θάνατο του τετραημέρου και φίλου του Λαζάρου, όταν είδε τη Μαρία και τους συγγενείς της, να κλαίνε για το θάνατο του Λαζάρου [4]. Το λόγο που δάκρυσε ο Ιησούς όταν αντίκρυσε το θέαμα αυτό μας τον αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος. Παρατηρεί ότι ο Κύριος δάκρυσε, όπως έπινε, έτρωγε, κουραζόταν. Υπέστη τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη [5], αν και δεν ήταν υποχρεωτικό να τα υποστεί. Τα υπέστη από συγκατάβαση, για να μην δώσει αφορμή σε κάποιο να πει ότι δεν ήταν πραγματικός άνθρωπος.

    Εκτός από αυτό, ο Χριστός ήρθε στιγμή που δάκρυσε έντονα. Όταν εισερχόταν ως θριαμβευτής και ο λαός τον υποδεχόταν με κραυγές, ο Ιησούς δεν χάρηκε αλλά έκλαυσε «Και ως ήγγισεν, ιδών την πόλιν έκλαυσεν επ’ αυτή »[6]. Γιατί σε αυτή την περίπτωση δάκρυσε; Ο λόγος είναι διότι ως καρδιογνώστης των ανθρώπων γνώριζε το βάθος των ανθρωπίνων καρδιών, γνώριζε τις κρυφές τους αντιλήψεις, αντιλαμβανόταν ότι τον ήθελαν για κοσμικό βασιλιά. Και μετά από λίγες ημέρες αφού κατάλαβαν ότι ο σκοπός του Ιησού ήταν να υποταχθεί η ανθρωπότητα στο θεϊκό θέλημα, όπου σώζει πραγματικά τον άνθρωπο, φώναζαν το «σταύρωσον αυτόν».

    Ο θάνατος, ο πόνος και η θλίψη εισήλθαν στη ζωή του ανθρώπου από την αμαρτία, από την παρακοή του ανθρώπου. Ο Θεός μας έπλασε για τη ζωή, φύτευσε μέσα μας τον πόθο της αθανασίας. Επέτρεψε ο Θεός το θάνατο για ένα λόγο. Το λόγο μας τον λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ο θάνατος ως τίμημα της αμαρτίας είναι και αυτός ένδειξη της Θείας φιλανθρωπίας. Ο Θεός επέτρεψε τον θάνατο, για να μη γίνει το κακό αθάνατο, όπως λέει ο Μεθόδιος Ολύμπου [7]. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει: «…και γίνεται φιλανθρωπία η τιμωρία… »[8]. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει: «…ο γαρ θάνατος ούτως, ου το σώμα απόλλυσιν, αλλά τη φθορά δαπανά. Ως η γε ουσία μένει κατά πλείονος ανισταμένης της δόξης αλλ’ ουχί πάντων… »[9]. Οι πρωτόπλαστοι, Αδάμ και Εύα, παρακούοντας και περιφρονώντας την θεία εντολή, γευόμενοι από του δέντρου της γνώσεως του καλού και του κακού, γεύτηκαν θάνατο.

    Ο Θεός προειδοποίησε τους πρωτοπλάστους ότι θα επέλθει ο θάνατος, εάν παρακούσουν «…από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ’ αυτού, η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε »[10]. Ο Θεός έκτισεν τον άνθρωπον επ’ αφθαρσία… φθόνω δε διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον »[11]. Με την πτώση μας, δηλαδή των πρωτοπλάστων, καταδικάσαμε τον εαυτό μας σε θάνατο. Με τον τρόπο τους αυτό έδειξαν ότι δεν χρειάζονταν το Θεό στη ζωή τους. Έκαναν λανθασμένη διαχείριση του αυτεξουσίου της ελευθερίας τους. Ο κόσμος δεν είναι ούτε αυθύπαρκτος, ούτε αυτονόητος, ούτε από τη φύση του αιώνιος όπως νόμιζαν οι αρχαίοι Έλληνες. Προέκυψε ως αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού, λέει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής [12].
    Η σκηνή εξόχως συγκινητική και συγκλονιστική. Συνάντηση δύο συνοδειών. Συναντιόνται η συνοδεία της ζωής και η συνοδεία του θανάτου. Κέντρο της πρώτης συνοδείας ο Κύριος ημών Ιησούς, η ζωή και η ανάσταση των ανθρώπων. Κέντρο της δεύτερης Μια μάζα πονεμένων ανθρώπων Ο θάνατος νικήθηκε με το λόγο του Κυρίου «νεανίσκε, σοί λέγω, εγέρθητι »[13], γιατί η ζωή άστραψε και τον κατέστρεψε.

    Ζούμε μια νεκρανάσταση στο σημερινό ανάγνωσμα που ακούσαμε. Διαπιστώνουμε ότι ο Κύριος τηρεί τους λόγους του που υποσχέθηκε σε εμάς. Μας υποσχέθηκε ανάσταση των νεκρών με την Δευτέρα του Παρουσία, όπως διαβάζουμε στο Σύμβολο της Πίστεώς μας «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Αποτελεί δόγμα της πίστεώς μας η ανάσταση των κεκοιμημένων.

    Η πίστη μας είναι βασισμένη στον άδειο τάφο του Ιησού. Η Ορθόδοξος Εκκλησία, η μία και μοναδική, είναι Εκκλησία της Αναστάσεως, γιατί το βάρος το δίνει στην Ανάσταση. Όλες οι Κυριακές του χρόνου είναι αφιερωμένες στην Ανάσταση. Αυτό ακούμε στην Εκκλησία την Κυριακή μέσα από τα καθίσματα, τα αναστάσιμα ευλογητάρια, τους κανόνες, τους αίνους, τα εωθινά Ευαγγέλια. Μαρτυρούν την Ανάσταση του Σωτήρος.

    Με το σημερινό ανάγνωσμα η Εκκλησία θέλει να μας διδάξει ότι ο Ιησούς είναι ο αληθινός Μεσσίας, ο σωτήρας και λυτρωτής των ανθρώπων. Το άλλο δίδαγμα είναι ότι με την ανάστασή του νίκησε το θάνατο και άνοιξε διάπλατα το δρόμο της αιώνιας ζωής. Αυτό ψάλλουμε το βράδυ της Αναστάσεως «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας. και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Να είμαστε βέβαιοι ότι ο Κύριος θα αναστήσει όλους τους νεκρούς. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος αλλά είναι μια γέφυρα, ένα πέρασμα προς την αιωνιότητα, προς την ατελεύτητο ζωή, προς τη ζωή που δεν χωρεί ούτε πόνος, ούτε θλίψη «Μετά των Αγίων ανάπαυσον, Χριστέ, την ψυχήν του δούλου (της δούλης) σου, ένθα ούκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος »[14].
    Δεν πρέπει ποτέ η λύπη να μας παραλύει και να μας διαταράζει. Να έχουμε πίστη ότι με το να επιτρέπει την κοίμηση ενός συγγενούς, γνωστού, να καταλαβαίνουμε ότι μας ζητά να υποτασσόμαστε στο θείο θέλημα και να δείχνουμε εμπιστοσύνη στο σχέδιο του Θεού. Ο χριστιανός, ο οποίος αγωνίζεται και ελπίζει στην πρόνοια του Θεού, δεν φοβάται το θάνατο, αλλά αντιθέτως το νικά με το να θανατώνει τα δικά του πάθη και τις αμαρτωλές επιθυμίες του βίου τούτου, στοιχεία τα οποία του προξενούν τον πνευματικό θάνατο. Δηλαδή, τον αποστασιοποιούν από το Θεό. Ας κάνουμε τον δικό μας αγώνα κατά του αμαρτωλού και εμπαθούς εαυτού μας, ξεκινώντας μια νέα πορεία προς τη θέωση, την ένωσή μας το Θεό.  Αμήν!

     

    Παραπομπές:

    1. Κωμόπολη που βρίσκεται στα νότια του όρους Θαβώρ, στην Γαλιλαία.
    2. Λουκά 7,13.
    3. Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013.
    4. Ιωάννου 11,35.
    5. Αδιάβλητα πάθη είναι όσα δεν εξαρτώνται από τη θέληση μας πλην όμως εισήλθαν μετά την παράβαση στη ζωή του ανθρώπου. Όπως πείνα, δίψα, κόπος, πόνος, δάκρυ, φθορά, θάνατος, δειλία, αγωνία, ύπνος, ασθένεια. Ο Χριστός όμως ακόμη και αυτά τα έχει κατά παραχώρηση επειδή θέλησε. Δεν υπέρκεινται της θελήσεως του. Πεινά, διψά, κουράζεται, πονάει, δακρύζει, πεθαίνει, δειλιάζει γιατί το θέλει. Τα αδιάβλητα πάθη στο Χριστό είναι κατά φύση, όταν παραχωρεί ο ίδιος στη σάρκα του να τα υφίσταται. Είναι όμως και υπέρ φύση διότι δεν έχουν τον αναγκαστικό χαρακτήρα που έχουν σε μας. Η θέληση του Κυρίου έχει το προβάδισμα.
    6. Λουκά 19,41.
    7. ΒΕΠΕΣ 18,29.
    8. Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος 45, «Εις το Άγιον Πάσχα», PG 36, 633 A.
    9. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «Εις Ψαλμόν 48», PG 55, 230.
    10. Γενέσεως 2,17.
    11. Σοφίας Σολομώντος 2, 23-24.
    12. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, «Άνθρωπος και κόσμος στη θεολογία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού», απομαγνητοφωνημένη ομιλία.
    13. Λουκά 7,14.
    14. Νεκρώσιμο Κοντάκιο.


    0 0

    ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ Γ’ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΛΟΥΚΑ
    (Β’ Κορ. 11,31 -12,9)

    Ο Απόστολος Παύλος στη σημερινή περικοπή, από την Β’ προς Κορινθίους Επιστολή του, μας αποκαλύπτει μία μοναδική εμπειρία που έζησε. Κάτι που δεν έχει συμβεί σε άλλον άνθρωπο! Τι είναι αυτό; Ανέβηκε μέχρι τον τρίτον ουρανό, πάνω δηλαδή από την υλική δημιουργία, και έφθασε στην πνευματική σφαίρα, στον Παράδεισο. Είδε και άκουσε πολλά θαυμαστά στον ουράνιο κόσμο, από τα οποία όμως τίποτε δεν είχε την δυνατότητα να παρουσιάσει στους ανθρώπους!

    Αυτό το θαυμαστό γεγονός, δεν έσπευσε ο Απόστολος του Χριστού να το ανακοινώσει στον κόσμο. Το κράτησε μυστικό επί δέκα τέσσερα χρόνια! Και ίσως ποτέ να μη το αποκάλυπτε αν δεν τον ωθούσε η αγάπη του στους χριστιανούς της Κορίνθου για να τους στηρίξει στην πίστη. Τι είχε συμβεί; Γνωρίζουμε ότι ο Απόστολος Παύλος στη Β’ Αποστολική Περιοδεία του έφθασε μέχρι την Κόρινθο, εκήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστοὑ, με πολλά εμπόδια και ίδρυσε κι εκεί χριστιανική Εκκλησία. Όμως, αργότερα, διάφοροι εχθροί της Εκκλησίας, προσπαθούσαν να πείσουν τους χριστιανούς, ότι αυτά που τους δίδαξε ο Απόστολος Παύλος δεν είναι σωστά. Ως επιχείρημα χρησιμοποιούσαν ότι ο Παύλος δεν ήταν ένας από τους Δώδεκα Αποστόλους, που γνώρισαν τον Χριστό, και επομένως αυτά που διδάσκει είναι δικές του θεωρίες! Έτσι δημιουργήθηκε μεγάλη αναταραχή μεταξύ των χριστιανών της Κορίνθου. Κλονιζόταν το κύρος του Αποστολικού αξιώματος του Παύλου, με συνέπεια να κλονιστεί η πίστη τους και να διαιρεθεί η Εκκλησία. Γι αυτό αναγκάστηκε ο Απόστολος Παύλος, μετά την πρώτη Επιστολή του, λίγο αργότερα, να στείλει και δεύτερη επιστολή στους Κορινθίους, για να τους στηρίξει να παραμείνουν πιστοί στις αλήθειες που τους είχε κηρύξει. Και για να τους βοηθήσει να καταλάβουν ότι έχει την εύνοια του Θεού στο ιερό έργο του, τους αναφέρει το θαυμαστό γεγονός που αναφέραμε, την ανύψωσή του έως τον Παράδεισο. Και αυτό το κάνει με πολλή διάκριση. Το παρουσιάζει με πολλή ταπείνωση, σαν να το είδε να συμβαίνει σε άλλον άνθρωπο! Ανησυχεί μήπως, ακούοντας οι χριστιανοί ότι ανέβηκε στον Παράδεισο και κατέβηκε ζωντανός, τον θεωρήσουν κάτι πάρα πάνω από ό,τι είναι. Είχε ο Απόστολος προηγούμενο πάθημα. Στην πρώτη περιοδεία του, στα Λύστρα της Μικράς Ασίας, μετά από θαύμα που έκανε ο Απόστολος, οι άνθρωποι τον θεώρησαν θεόν και ο ειδωλολάτρης ιερέας της πόλης εκείνης ετοίμασε να του κάνει θυσίες ταύρων, όπως συνήθιζαν τότε. Γι αυτό τώρα ο Απόστολος προσπαθεί να προλάβει υπερβολικές εκτιμήσεις των Κορινθίων, για το πρόσωπό του. Αποφεύγω να καυχηθώ μήπως εξ αιτίας του μεγαλείου των αποκαλύψεων, “με θεωρήσει κανείς παραπάνω από αυτό που βλέπει ή ακούει από μένα» (στίχ. 6). Μάλιστα στο τέλος με μια έκφραση που φανερώνει την στενοχώρια του, που αναγκάστηκε να φανερώσει το μυστικό του, γράφει: «Φέρθηκα σαν ανόητος με όσα καυχήθηκα. Εσείς με αναγκάσατε» (12,11).

    Όπως σε όλα ο Απόστολος Παύλος, με το λόγο του και το παράδειγμά του είναι πρότυπο αληθινού μαθητού του Χριστού, έτσι και στο θέμα της διάκρισης και ταπεινοφροσύνης. Εύκολα οι άνθρωποι και για μικρές επιτυχίες τους καυχώνται. Συχνά μεγαλοποιούν τα κατορθώματά τους, για να ελκύσουν τον θαυμασμό των άλλων. Αγνοούν τον σοφό λόγο: «εγκωμιαζέτω σε ο πέλας και μη το σον στόμα» (Παροιμ. 27,2). Ακόμη χειρότερο είναι να καυχάται κανείς για πνευματικά επιτεύγματα όπως π. χ. να διηγείται θαυμαστή θεραπεία αρρώστου και αντί να δοξάζει και ευχαριστεί τον Θεό, να αποδίδει τη θεραπεία στη δική του πίστη και αποτελεσματική προσευχή, για να ελκύσει τον έπαινο των ανθρώπων. Ελεεινό κατάντημα ανθρώπου, που θέλει να εμφανίζεται τάχα θαυματουργός χριστιανός! Βεβαίως στην Εκκλησία γίνονται θαύματα, αλλά όλα πρέπει να αποδίδονται στην αγάπη και τη δύναμη του Θεού, που τα επιτελεί, και στον Θεό να αποδίδεται ή δόξα, όχι σε ανθρώπους. Ο Απόστολος Παύλος έκανε άπειρα θαύματα, ανέβηκε μέχρι τον Παράδεισο και δεν καυχήθηκε για τίποτε από αυτά. Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι Απόστολοι. Ο Απόστολος Πέτρος, όταν μετά από θεραπεία εκ γενετής χωλού, είδε τον κόσμον να τον θαυμάζει και τον επαινεί τους είπε: «Ισραηλίτες, γιατί θαυμάζετε γι αυτό, και τι μας κοιτάτε έτσι, σαν να ήταν με δική μας δύναμη ή με δική μας ευσέβεια που τον κάναμε τον χωλό να περπατάει; » Η πίστη που δίνει ο Ιησούς τον έκανε σωματικά ακέραιο, όπως όλοι το βλέπετε μπροστά σας» (Πράξ. 3,16).

    Είναι εντυπωσιακό, το ότι ο Απόστολος Παύλος δεν καυχέται που αξιώθηκε από το Θεό να ανέβη στον παράδεισο, και καυχέται γιατί; για τις ταλαιπωρίες, τις αρρώστιες του, τους διωγμούς που υπέστη χάριν του Χριστού και για το αγκάθι που βασάνιζε το σώμα του. Γράφει στον τελευταίο στίχο της σημερινής περικοπής: «Με πολλή μεγάλη ευχαρίστηση θα καυχηθώ για τις ταλαιπωρίες μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού» (στίχ. 9).

    Αδελφοί μου, ο Μέγας Απόστολος Παύλος χάρη σε αυτή την ταπεινή και σύμφωνη με το θέλημα του Θεού συμπεριφορά του είλκυσε πλούσια την δύναμη και την Χάρη του Θεού. Ας προσπαθήσουμε να τον μιμηθούμε.


    0 0

    Όσιος Μάρκος ο Σπηλαιώτης, της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου.

    Κάποτε ο όσιος [όσιος Μάρκος ο Σπηλαιώτης, της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου] έσκαψε ένα τάφο για κάποιο κεκοιμημένο αδελφό. Εξαντλημένος όμως καθώς ήταν από νυχτερινή αγρυπνία και ορθοστασία, δεν μπόρεσε να τον κάνη αρκετά ευρύχωρο.
    Όταν έφεραν το σώμα του νεκρού και δοκίμασαν να το τοποθετήσουν στον τάφο, διαπίστωσαν ότι μόλις και μετά βίας χωρούσε μέσα. Άρχισαν τότε οι αδελφοί να παραπονούνται και να βαρυγγωμούν κατά το οσίου Μάρκου.

    – Αδελφέ, του έλεγαν, τι μνήμα είν’ αυτό που έσκαψες; Ούτε νεκρό μπορούμε μπορούμε να θάψουμε καλά ούτε να τον περιχύσουμε με λάδι, όπως συνηθίζεται. Γιατί το ‘κανες τόσο στενό;
    Ο όσιος έβαλε ταπεινά μετάνοια.
    – Συγχωρέστε με, πατέρες, είπε, γιατί από σωματική αδυναμία δεν έκανα σωστά την εργασία.
    Εκείνοι όμως δεν ησύχασαν, αλλά πολλαπλασίασαν τα παράπονα και τις διαμαρτυρίες.
    Τότε ο όσιος στράφηκε στο νεκρό.
    – Επειδή είναι στενός ο χώρος του τάφου σου, αδελφέ, του είπε με απλότητα, βολέψου μόνος σου μέσα. Να, πάρε και το λάδι και χύσε και στο σώμα σου όσο πρέπει.

    Χωρίς δεύτερη προτροπή ο νεκρός κινήθηκε και τακτοποίησε το σώμα στο λάκκο. Έπειτα άπλωσε το χέρι, πήρε το λάδι κι έχυσε στο πρόσωπο και στο στήθος του σταυροειδώς. Έβαλε, τέλος, πάλι το δοχείο στα χέρια του οσίου, ξάπλωσε ήσυχα κι έμεινε ακίνητος.
    Φόβος και τρόμος κυρίεψε όλους τους αδελφούς μ’ αυτό το εξαίσιο θαύμα.

     

    Από το βιβλίο “Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου” των εκδόσεων της Ιεράς Μονής Παρακλητου. Μετάφραση από τη ρωσική γλώσσα Αρχιμ. Τιμοθέου.


    0 0

    20151007-1

    Η αγωγή των παιδιών αρχίζει απ’ την ώρα της συλλήψεώς τους. Το έμβρυο ακούει κι αισθάνεται μέσα στην κοιλιά της μητέρας του. Ναι, ακούει και βλέπει με τα μάτια της μητέρας. Αντιλαμβάνεται τις κινήσεις και τα συναισθήματά της, παρόλο που ο νους του δεν έχει αναπτυχθεί.

     

    Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης


    0 0

    Συστατικά 350 γρ. άπαχος κιμάς μοσχαρίσιος 200 γρ. κιμάς χοιρινός ή χοιρινό λουκάνικο όχι πολύ πικάντικο 1 μέτριο κρεμμύδι πολτοποιημένο...

    0 0

    Avarice makes many people unjust, in the hope of acquiring wealth, and it becomes the cause of much evil among people. It’s a passion of the soul that causes a thirst for gold, and that eats away at it no matter how much gold is amassed. Avarice is a master at poverty, because it enriches itself but not those who have it. They are left lacking and, essentially, impoverished.


    0 0

    Ακόμη να τον κάνεις follow; Κατά καιρούς έχουμε «ανακαλύψει» και έχουμε προβάλει δεκάδες accounts στο Instagram, τα οποία ανεβάζουν φωτογραφίες...

    0 0

    Ένα άλλο στόλισμα της εν χάριτι ζωής της αγιότητας είναι και η πραότητα. Κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, πραότητα είναι: «μία αμετακίνητη κατάστασις του νου, που παραμένει η ίδια και στις τιμές και στις περιφρονήσεις» [359]. Με άλλα λόγια, είναι η ελευθερία του νου να παραμένει ο άνθρωπος ατάραχος είτε όταν τον αδικούν είτε όταν τον δικαιώνουν, αλλά και γενικότερα, το πώς αντιμετωπίζει τις διάφορες καταστάσεις της ζωής. Απ’ αυτό καταλαβαίνουμε πόσο ετερονομείται ο άνθρωπος από το πάθος της οργής ή της λύπης ή της κενοδοξίας, στερούμενος της πραότητας. Όταν δηλαδή ένας άνθρωπος αδικείται θα λυπηθεί ή και θα οργισθεί ακόμη.

    Αντίστοιχα, όταν επαινείται χαίρεται ή κενοδοξεί. Ωθούμενος αναγκαστικά σαν από κάποια εσωτερική δύναμη, ανταποδίδει κακό έναντι αυτού που τον αδίκησε και καλό έναντι αυτού που τον τίμησε. Σ’ αυτό το στάδιο ο άνθρωπος κινείται από ιδιοτέλεια και φιλαυτία. Από τη μία, επιδιώκει απόδοση δικαιοσύνης ή αποκατάσταση του ονόματός του στην κοινωνία. Από την άλλη, επιβεβαιώνει την δικαίωση του εαυτού του. Πραότητα λοιπόν είναι η ακινησία της ψυχικής διάθεσης, ώστε να ανταποκρίνεται εξ ίσου και στις δύο περιπτώσεις. Χωρίς οργή και λύπη στην πρώτη και χωρίς υπερβολικές ευχαριστίες στην δεύτερη. Αυτή είναι όμως μία στάση που προϋποθέτει ανιδιοτέλεια και ελευθερία.

    Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η καρδιά του ανθρώπου είναι, παρά τη φύση της, άγρια και ταραγμένη, στερουμένη έτσι της φυσικής της ημερότηας και ηπιότητας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει σχετικά μ’ αυτό ότι, ενώ ο άνθρωπος κατάφερε να εξημερώσει τα άγρια ζώα που από τη φύση τους είναι άγρια, «ποίαν ἒξει ἀπολογίαν, τήν ἑαυτοῦ πραότητα τήν κατά φύσιν εἰς ἀγριότητα ἐξάγων τήν παρά φύσιν, καί τό μέν ἂγριον φύσει ποιῶν ἣμερον, ἑαυτόν δέ τόν ἣμερον φύσει ποιῶν ἂγριον» [360]. Η πραότητα δηλαδή, όπως επίσης κι όλες οι αρετές, ανταποκρίνεται στην βαθύτερη φύση του ανθρώπου. Γι αυτό δικαίως χαρακτηρίζεται ως θηρίο και μη άνθρωπος ο άγριος τη καρδία και ως όντως άνθρωπος ο «πρᾶος τῇ καρδίᾳ» [361].Ο άγιος λοιπόν είναι όντως άνθρωπος κι επομένως όντως αυτόνομος, επειδή κατοικεί μέσα του ο «πρᾶος τῇ καρδίᾳ» Κύριος Ιησούς Χριστός. Δεν μπορεί όμως να κατοικήσει ο Θεός που είναι η Ίδια η πραότητα σε άγρια και ταραγμένη καρδιά [362]. Έτσι ο άγιος κάνει προσωπικό αγώνα κατά της άγριας καρδιάς του με τρόπο, ώστε να ανοιχτεί το πεδίο για την απόκτηση της πραότητας κι ως εκ τούτου, της αυτονομίας.

    Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

     

    Παραπομπές:

    359. Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Ωρωπός Αττικής 2013, σσ. 276-277.
    360. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος Κ’, PG 63, 692.
    361. Ματθ. 11, 29.
    362. Βλ. Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Ο αόρατος πόλεμος, Νέα Σκήτη 2015, σ. 268-270.


    0 0

    Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά, άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουδένωση. Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον π.χ. ο τάδε είπε ψέματα ή οργίστηκε ή πόρνεψε ή κάτι τέτοιο έκανε. Λέγοντας όλα αυτά, ήδη κανείς «καταλαλεί», δηλαδή, μιλάει με εμπάθεια εναντίον κάποιου, συζητάει με εμπάθεια για το αμάρτημά του.

    Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, είναι οργίλος, είναι πόρνος. Γιατί έτσι κατέκρινε την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έβγαλε συμπέρασμα για όλη τη ζωή του, λέγοντας ότι είναι τέτοια η ζωή του, τέτοιος είναι αυτός και σαν τέτοιο τον κατέκρινε. Και αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος και να βγάλει συμπέρασμα, όπως είπα, για όλη του τη ζωή. Και τόσο πιο βαριά από κάθε άλλη αμαρτία είναι η κατάκριση […]

    Θυμάμαι ότι ακόυσα πως κάποτε συνέβη κάτι σχετικό με το θέμα αυτό. Ένα πλοίο γεμάτο σκλάβους, αγκυροβόλησε κοντά σε μια πόλη. Ζούσε δε σ’ εκείνη την πόλη μια μοναχή με πολύ αγία ζωή και πολλή προσοχή στον εαυτόν της. Όταν έμαθε ότι άραξε το πλοίο εκείνο χάρηκε, γιατί ήθελε να αγοράσει ένα πολύ-πολύ μικρό κοριτσάκι. Επειδή σκέφθηκε: «Θα την πάρω και θα την αναθρέψω όπως θέλω, για να μη μάθει τίποτα από την κακία του κόσμου. Έστειλε λοιπόν και κάλεσε τον καραβοκύρη του πλοίου εκείνου, και έμαθε ότι είχε δυό πολύ μικρά κοριτσάκια, όπως άκριβώς τα ήθελε η μοναχή. Και αμέσως με χαρά δίνει το αντίτιμο και παίρνει το ένα κοριτσάκι μαζί της. Μόλις λοιπόν κατέβηκε ο καραβοκύρης από το μέρος που κατοικούσε εκείνη η αγία, μόλις λίγο απομακρύνθηκε, τον συναντάει μια κακόφημη και μολυσμένη γυναίκα και βλέπει το άλλο κοριτσάκι που ήταν μαζί του. Της ήρθε τότε η επιθυμία να το αγοράσει και το αγόρασε. Συμφώνησε, έδωσε το άντίτιμο και έφυγε παίρνοντάς το μαζί της.

    Βλέπετε το μυστήριο του Θεού, βλέπετε «ανεξιχνίαστη βουλή»; Ποιός μπορεί να το εξηγήσει; Πήρε λοιπόν η αγία εκείνη μοναχή το κοριτσάκι εκείνο και το ανέθρεψε με φόβο Θεού, συνηθίζοντάς το σε κάθε καλή πράξη, διδάσκοντας κάθε λεπτομέρεια της μοναχικής πολιτείας και κάνοντάς το να γνωρίσει το άρωμα που πηγάζει από την τήρηση των αγίων εντολών του Θεού. Πήρε και η κακόφημη τη δύστυχη εκείνη μικρή και την έκανε όργανο του διαβόλου. Γιατί, τί άλλο μπορούσε να τη διδάξει η ακόλαστη εκείνη παρά το πώς να καταστρέψει την ψυχή της; Τί μπορούμε λοιπόν να πούμε για τη φοβερή αυτή βουλή του Θεού; Και οι δυό ήταν μικρές και οι δυό πουλήθηκαν, χωρίς να ξέρουν που πάνε. Και βρέθηκαν η μια στα χέρια του Θεού και η άλλη έπεσε στα χέρια του διαβόλου. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι, αν κάτι απαιτεί από τη μια ο Θεός, το περιμένει και από την άλλη; Πώς είναι δυνατόν; Αν λοιπόν πέσουν και οι δυό στην πορνεία ή σε κάποιο άλλο παράπτωμα είναι ποτέ δυνατόν να πούμε ότι θα κριθούν με το ίδιο μέτρο, έστω και αν ακόμα πέσουν στο ίδιο σφάλμα; Πώς είναι δυνατόν; Η μια έμαθε όλα τα σχετικά με την κρίση, έμαθε τα πάντα για τη Βασιλεία του Θεού, ζώντας μέρα – νύκτα με το λόγο του Θεού. Η άλλη η ταλαίπωρη ποτέ δεν έμαθε ή δεν άκουσε τίποτα καλό, αλλά αντίθετα, όλα τα αισχρά, όλα τα διαβολικά. Πώς λοιπόν μπορεί να απαιτήσει κανείς και από τις δυό την ίδια ακρίβεια;

    Λοιπόν, τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ξέρει ο άνθρωπος από τις βουλές του Θεού. Μόνον Αυτός είναι Εκείνος που καταλαβαίνει τα πάντα και είναι σε θέση να κρίνει τον καθένα, όπως μόνον Αυτός γνωρίζει.

    (Αββά Δωροθέου, Έργα Ασκητικά, Εκδ. «Ετοιμασία» Ι. Μ. Αγ.Ιωάννου Προδρόμου Καρέα, Αθηναι 1981, -αποσπάσματα- «Για το ότι δεν πρέπει να κρίνουμε τον πλησίον μας»)


    0 0

    The following text which will be published  in three parts, is Georgios P. Pavlos’s talk at the 8th International Conference of Orthodox Theology, Under the Auspices of the Ecumenical Patriarchate “The Holy and Great Council of the Orthodox Church: Orthodox in the 21st century”.

     

    All Christians are watching today in agony and prayer the blessed struggle of the Patriarchate of Constantinople for the unity of all Christians and the transmission of Christ to all Nations and all people.

    Therefore, I dedicate this talk to the martyric Ecumenical Patriarchate of Constantinople in New Rome and to the martyric person of the Patriarch of Constantinople Bartholomew, who silently and in simplicity expresses this agony for the unity of the entire Christian world, no least of the mankind and the human history, for which the Son of God was thoroughly praying in His earthly presence: ‘so that all becomes one’, in Jesus Christ, the Son of the Virgin.

    Christ is the judgment of history for He Himself is the perfect Love, the perfect knowledge, the perfect Freedom, the perfect Eros, as the only absolutely unselfish. Christ Himself is the End, the Perfection and the Meaning of History; He is the Cause of All, the Alpha and Omega.

    Orthodox Theology and the Orthodox Church contain and reveal the Mystery of God, that is, they reveal the Whole God as Trinity of Living Persons. At the same time, they reveal the whole all man as a great mystery, as the place and the unique, personal, and without similitude image, of the Personal and truly Living God.

    The Orthodox East initiates us to the reception of the Holy Spirit and teaches us the contemplative prayer as Eros and the burning of the heart for the entire creation, as St. Isaak the Syrian says. It teaches the union of the Mind – Intellect – Logos with the heart, and through it, with the very Living God, Christ the Messiah and Savior. There is no evidence of God apart from God. God is evidenced through Himself; He cannot be confirmed through anyone else. Without Christ the God-Man neither God nor man does exist. It is only through Christ that we know God. Apart from Christ we only have a shadow of God and a shadow of man.

    ‘No one can reach my father unless through Me…’, ‘I am the Way, the Truth and the Life…’: beyond Christ there is no way towards the Father.

    The Orthodox Church is principally signified by Divine Liturgy. Here, in the Orthodox Divine Liturgy everything is transformed: man and the cosmos, space, time, and persons; they all enter into the New Creation of names, the Kingdom of the Father and the Son and the Holy Spirit. Here, everything receives a name unique and unprecedented. Here everything is recognized by its own name, the name given to them since the origins of the world.

    Divine Liturgy introduces us to the real apophaticism, precisely the Divine Darkness, the Theophany and transformation of the created. It leads us to the truly union of the created with the uncreated. The Divine Liturgy expands the senses, the intellect, the mind, the body. Here we have a fundamental transformation of body and the soul, in order for the man to be led to the Vision of God in Christ. It is through Christ that in the Divine Liturgy man enters Mount Tabor; man enters the area of Divine Transfiguration. Man, truly becomes Christ and God by Grace. In Christ man is truly united with the Trinitarian hypostatic and Living God. What we actually have in the Divine Liturgy is a real and sensible participation in the very last things, the eschata, a share in the Kingdom.

    Creation comes to being from not being, from nothing, and this happens within the uncreated Activity of the very uncreated God.

    This is the Orthodox Eastern Theology of the divine Activities, the only Truthful and orthodox theology.

    Without the distinction between Substance and Activity (Energeia) in God, we necessarily fall to pantheism, or, in other words, to a fake and non-existent God, which is a kind of theological atheism.

    For without this distinction between Substance and Activity, we have no hypostatic distinctions; we do not have a Living God. We do not have a Truthful Incarnation of God. We do not have a truthful Theophany, a truthful Knowledge, a truthful Theōria – Vision of God. We do not have a truthful possibility of salvation for the created; we have no salvation at all, if the latter entails a real, truthful, ontological and existential union with the Uncreated. We have no Christ, we have no resurrection, neither for the body nor for the soul. We have no deification, we have neither Holy Trinity nor God, not even theology.
    Without the distinction between Substance and Activity in God, we only end up with ghosts, fantasies, ideas, shadows, mythology.

    The Orthodox Divine Liturgy is the Place of the truly encounter of the mankind with Christ. Only when man meets with Christ in His Church, only then man becomes truthful and begins to live. Then man begins to exist, to see, to perceive, to love. Then man gains the irrefutable certainty that he is dead without Christ; not only him, but also the entire world, all is non-existent, all is nothing and non-being.

    The Orthodox Church shares the same form with Orthodox theology and vice versa. In a manner truly logical and therefore truly apophatic Orthodox theology depicts the greatest richness and the greatest gift Of Heaven in the earth, which is nothing other than the Orthodox Church, as the only Holy Catholic and Apostolic Church. That is, precisely, why in the Orthodox Theology and the Orthodox Church the meaning of the whole history and of the entire created world, visible and invisible, is condensed and revealed.

    The movement of the created towards the Uncreated and of the Uncreated towards the created, seen as truly ecstatic Eros, is the cosmic manifestation of the Church as Divine Liturgy.

    Created world, the visible and invisible beings, the mankind and the angels, all was made with the possibility and the aptitude for becoming God by Grace, that is, Christ by Grace.

    This entails that the world was created receptive of deification, theōsis, a Church in potency, in order to freely (autexousiōs) become Church in actuality, by receiving in love and Divine Eros Christ the Messiah, the Incarnated Lord and God. The ancestral fall creates a pathology and brings about a partial illness, weakness, and denial of this movement of cosmic Divine Liturgy; but it cannot suspend it entirely.

    (to be continued)

    0 0

    Άιος Μητροφάνης αρχιεπίσκοπος Βορόνεζ.

    Ο άγιος Μητροφάνης ήταν αληθινός πατέρας για όλο το ποίμνιό του, τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους λαϊκούς. Όμως πιο πολύ ο άγιος Μητροφάνης αγαπούσε τους φτωχούς.
    Ένας από τους βιογράφους του λέει:
    “ένας από τους πιο βασικούς κανόνες που ακολουθούσε στη ζωή του ο άγιος ιεράρχης ήταν να δίνει όλα που είχε αποκτήσει πρώτα στον Θεό, που είναι η αιτία όλων των αγαθών και δεύτερο στον πλησίον, σ’ αυτόν που δεν έχει τίποτα”.
    Οι περιηγήσεις του αγίου ιεράρχη στην επαρχία του ήταν για τους ανήμπορους ανθρώπους πραγματική γιορτή. Ξεκινώντας για το ταξίδι ο άγιος Μητροφάνης έπαιρνε μαζί του αρκετά λεφτά από το ταμείο της μητρόπολης τα οποία μοίραζε στους φτωχούς, τους φυλακισμένους και σ’ όλους όσοι είχαν ανάγκη σε κάθε πόλη ή χωριό που επισκεπτόταν.
    Ακόμα περισσότερες ευεργεσίες δέχονταν από τον άγιο Μητροφάνη οι μόνιμοι κάτοικοι της πόλης του Βορόνεζ.
    “Το σπίτι του ιεράρχη, λέει ο βιογράφος του, ήταν αληθινό καταφύγιο για όλους, για τους ξένους, ξενώνας, για τους αρρώστους, θεραπευτήριο, για τους φτωχούς και τους ανήμπορους, ένα μέρος όπου αυτοί οι άνθρωποι έβρισκαν ανακούφιση από τους πόνους τους”.
    Ακόμα και τα δικά του ρούχα έδινε στους φτωχούς ο άγιος Μητροφάνης.

    Από το βιβλίο “Αποκαλυπτικό υπόμνημα του Νικολάου Μοτοβίλωφ και ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ”, έκδοση Ορθόδοξος Κυψέλη.


    0 0

    20151008-1

    Μπορείς, βλέποντας τον ήλιο με τους φυσικούς οφθαλμούς, να μη χαίρεσαι; Μα πόσο μεγαλύτερη χαρά θα νοιώθεις, όταν ο νους σου βλέπει με τους εσωτερικούς οφθαλμούς τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Χριστό;

     

    Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ


    0 0

    In today’s passage, from the Apostle Paul’s Second Epistle to the Corinthians, a very unique experience is revealed. This was something that had never happened to anyone before! What was this experience? It was this: The Apostle Paul ascended to the third heaven, over all creation, and reached the spiritual realm in Paradise. He heard so much adoration in Heaven, but he could describe none of it to the people!

    The Apostle of Christ was in no hurry to announce this to the world. He kept it secret for fourteen years! Perhaps he never would have spoken of it, if his love for the Christians in Corinth had not compelled him to support them in the faith. What had happened? We know that the Apostle Paul on his Second Apostolic journey had proclaimed the Gospel to the people of Corinth and founded a Christian Church there, despite many obstacles. Later on, various enemies of the Church were trying to persuade Christians there that what the Apostle Paul had taught them was wrong. They argued that Paul was not one of the original Twelve Apostles of Christ, and as a result what he teaches are his own personal views! This created great turmoil in the Church of Corinth. The authority of Paul’s Apostolic office was broken, which divided the Church and shook their faith. This is why the Apostle Paul, after his first Letter, was forced to send a second one to the Corinthians not long after, supporting them in the truths he had preached to them. To help them understand that he was favored by God in this sacred work, he tells them about his experience of being lifted to Paradise. He was very humble in speaking of this, acting as if he saw it happen to someone else! He worried that, if the Christians listening to him realized that it was he who went to Paradise and returned alive, they might believe him to be more than what he is. This had happened to him before, on his first tour. After the Apostle performed a miracle in Lystra (in Asia Minor), the people believed him to be a god and the pagan priest of the city was prepared to sacrifice bulls, as they did at the time. That is why the Apostle pays close attention to how the Corinthians view him. He states that he avoids boasting about any great revelations, “lest anyone should think of me above what he sees me to be or hears from me” (12:6). Finally, with words that show his compassion in revealing his secret, he writes: “I have become a fool in boasting; you have compelled me” (12:11).

    By word and example, as in all things, the Apostle Paul models a true disciple of Christ. This is also shown by discernment and humility. People easily brag about even little successes. They often exaggerate their achievements to attract the admiration of others. They are ignorant of this wisdom: “Let your neighbor praise you, and not your own mouth” (Proverbs 27:2). Worse still, is to be full of pride about spiritual achievements such as talking about a miraculous cure, and instead of thanking and praising God, they attribute the cure to their own faith and effective prayer to attract people’s praise. A supposed great man who wants to be a miraculous Christian! Of course, miracles happen in the Church, but everything must be attributed to the love and power of God who does them, and to God the glory, not to men. The Apostle Paul did infinite miracles, ascended to Paradise, and boasted of nothing. The same was done by the other Apostles. The Apostle Peter met a certain man, lame from birth, and said to him: “In the name of Jesus Christ rise up and walk…and immediately his feet and ankle bones received strength. So he, leaping up, stood and walked…the people were filled with wonder…so when Peter saw it, he responded to the people: “Men of Israel, why look so intently to us as though by our own power or godliness we had made this man walk? “The faith which comes through Him -Jesus- has given him this perfect soundness in the presence of you all” (Acts 3:12).

    It is remarkable that the Apostle Paul does not behave with pride, as he was honored by God to ascend to Paradise. What does he actually boast about? His suffering, his illnesses, the persecutions he suffered for the sake of Christ, and the thorn that tortured his body. He writes in the last verse of today’s passage: “Most gladly I will rather boast in my infirmities, that the power of Christ may rest upon me” (verse 9).

    My brothers and sisters, the Apostle Paul, thanks to this humility and obedience to the will of God, has greatly borne the power and the grace of God. Let’s try to imitate him.


    0 0

    Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Γέρων Εφραίμ θα μιλήσει, στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων «Δημήτρια 2018», στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου ομωνύμου Δήμου την Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018 και ώρα 7:00 μ.μ. με θέμα: «Τούτο γαρ εστι θέλημα του Θεού, ο αγιασμός υμών».

    Η ομιλία θα πραγματοποιηθεί εντός του Ιερού Ναού. Ακολούθως ο Γέρων Εφραίμ Βατοπαιδινός στις 8:00 μ.μ. θα συζητήσει στο Ενοριακό Αρχονταρίκι με το ακροατήριο για θέματα ορθοδόξου πνευματικότητος. Η συζήτηση θα γίνει στον ισόγειο χώρο, κάτωθεν του Ιερού Ναού.

    Στις 9:00 μ.μ. σύμφωνα με το πρόγραμμα των εκδηλώσεων θα τελεσθεί κατανυκτική Ιερά Αγρυπνία, στην οποία θα λειτουργήσει και θα κηρύξει τον θείο λόγο ο πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Γέρων Εφραίμ Βατοπαιδινός και ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Βασίλειος, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναχράντου Ηρακλείου Αττικής.

    Θα ψάλουν ο Αιδεσιμολογιώτατος Πρεσβύτερος π. Ηλίας Αντωνόπουλος και ο Λαμπαδάριος κ. Λεωνίδας Ηλιόπουλος, συνοδεία ισοκρατών.


older | 1 | .... | 1394 | 1395 | (Page 1396) | 1397 | 1398 | .... | 1462 | newer