Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1396 | 1397 | (Page 1398) | 1399 | 1400 | .... | 1462 | newer

    0 0

    Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι σύμμορφος προς την Ορθόδοξο Θεολογία και το αντίστροφο. Η Ορθόδοξη Θεολογία εικονίζει με τρόπο όντως λογικό και γι᾽αυτό όντως αποφατικό, τον Μέγιστο πλούτο και το Μέγιστο Δώρο του Ουρανού στη γη, που δεν είναι άλλο από την Ορθόδοξο Εκκλησία, ως τη Μόνη, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Γι᾽ αυτό στην Ορθόδοξο Θεολογία, όπως και στην Ορθόδοξο Εκκλησία ως Θεία Λειτουργία, συμπυκνώνεται και φανερούται το νόημα της όλης ιστορίας και του όλου κτιστού κόσμου, ορατού και αοράτου.

    Η κίνηση του κτιστού προς το Άκτιστο και του Ακτίστου προς το κτιστό ως όντως έρως εκστατικός, είναι η κοσμική φανέρωση της Εκκλησίας ως Θείας Λειτουργίας.

    Ο κτιστός κόσμος, τα ορατά και αόρατα όντα, οι άνθρωποι και οι άγγελοι, εδημιουργήθησαν με την δυνατότητα και την δεκτικότητα να καταστούν κατά Χάριν Θεός, δηλαδή κατά Χάριν Χριστός.

    Αυτό σημαίνει πως ο κόσμος εκτίσθη δεκτικός της θεώσεως, ως δυνάμει Εκκλησία, προκειμένου αυτεξουσίως να καταστεί εν ενεργεία Εκκλησία, δεχόμενος εν αγάπη και Θείω Έρωτι τον Μεσσία Χριστό, τον Σαρκωμένο Κύριο και Θεό. Η πτώση επιφέρει και δημιουργεί μία παθολογία, μία μερική ασθένεια, άρνηση και αδυναμία της κίνησης αυτής ως κοσμική Θεία Λειτουργία, αλλά δεν μπορεί να την αναστείλει.

    Το αρχικό χάρισμα του Ζώντος Θεού προς τον κόσμο του και τα όντα του, προς θέωση, είναι τόσο ισχυρό που τελικώς ο κτιστός κόσμος θα γεννήσει την Παναγία, δια της οποίας Ο Ζών και Άκτιστος Υποστατικός Θεός Λόγος θα σαρκωθεί και θα καταστεί τέλειος άνθρωπος. Δηλαδή, θα καταστεί ο όντως Μεσσίας και ο όντως Σωτήρας του κόσμου, ορατού και αοράτου. Έτσι, ο κτιστός κόσμος δια του Χριστού θα καταστεί από δυνάμει όντως και ενεργεία Εκκλησία.

    Και για να είναι κάτι εκκλησία πρέπει πρωτίστως να είναι Ορθόδοξο. Δηλαδή, να έχει ορθή Δόξα και Θεωρία περί του Θεού. Χωρίς ορθή Δόξα και Γνώση του Θεού ψευδόμεθα και περί του Θεού και περί του ανθρώπου και περί του κόσμου.

    Δια του Χριστού Ο Θεός Λόγος Σάρξ εγένετο. Έτσι, ο κτιστός κόσμος θα καταστεί, μέσω της Παναγίας και μέσω των Αποστόλων, σώμα και μέλος Χριστού και κατά Χάριν Χριστός και Θεός. Ο κόσμος θα φιλοξενήσει εντός του την Μία Ορθόδοξο, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ως τον Οίκο του Θεού Πατρός, και του Θεού Υιού, και του Θεού Αγίου Πνεύματος.

    Ούτος εστί ο Άκτιστος Οίκος του Ενός και Τριαδικά Υποστατικού Ζώντος Θεού, η όντως Εκκλησία του Χριστού.

    Μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, το κτιστό αναζωογονείται στην Άκτιστο Ενέργεια και Χάρη του Θεού με ζωή αιώνιο και αθάνατο, εισερχόμενο και αναπτυσσόμενο εντός του Ακτίστου Θεού δια των Ακτίστων και Προσωπικά Θείων Ενεργειών Του, εν Χριστώ Ιησού τω Θεανθρώπω. Ο τριαδικός Θεός δια των Προσωπικών, Θείων και Ακτίστων Ενεργειών Του, εν Χριστώ Ιησού, τον Υιό της Παρθένου Μαρίας, φανερώνει τον Εαυτό Του ως Έρωτα Εκστατικό.

    Ίνα ο Κόσμος αποκτήσει και έχει Ζωή Αληθινή, Αθάνατη, Άπειρη και όντως Ελεύθερη από κάθε φθορά και περιορισμό.

    Γι᾽ αυτό η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία είναι η Όντως Αγία Αποστολική και Καθολική Εκκλησία, διότι αυτή δια του Θεανθρώπου Χριστού είναι ο Όντως Οίκος του Ζώντος Θεού. Εδώ είναι παρών ο Ζών και τριαδικά Υποστατικός και Προσωπικός Θεός.

    Γι᾽ αυτό στην Ορθόδοξο Ανατολική και όντως Μία και Αληθινή Εκκλησία του Χριστού, δεν έχουμε αλάθητους ανθρώπους, ούτε ιεραρχίες αλάθητες, θεοκρατικές, μεταφυσικές, φιλοσοφικές ή όποιες άλλες. Εδώ έχουμε τον Ίδιο τον Ζώντα Θεό ως Σαρκωμένο και Αναστημένο Λόγο Χριστό. Έχουμε δηλαδή τον Όλο Υποστατικό και Τριαδικό Θεό, αφού τα πάντα και εν πάσι Χριστός.

    Γι᾽ αυτό η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία είναι το μέτρο κάθε Εκκλησίας και κάθε Ορθοδοξίας και κάθε Καθολικότητας και κάθε Αποστολικότητας. Μέτρο κάθε θεολογίας και κάθε Ευαγγελίου, κάθε αλήθειας και κάθε αγιότητας. Διότι εδώ είναι παρών εν τη Εκκλησία Του, τοις Επισκόποις Του και Πατριάρχαις Του, τοις Ιερεύσι Του και τοις πιστοίς μέλεσι Του ο Ίδιος Ο Χριστός, ο Σαρκωμένος Θεός Λόγος. Και δι᾽ Αυτού είναι παρούσα όλη η Αγία Τριάς.

    Εδώ ακριβώς η Μοναρχία του Πατρός και το Ομοούσιον της Τριάδος αποκλείουν κάθε είδους ιεραρχία, εκκλησιαστική, θρησκευτική, φεουδαρχική, ανθρωποκεντρική η θεοκεντρική, αφού όλη η Αγία Τριάδα είναι παρούσα εν Χριστώ και δια του Χριστού στην Εκκλησία του Χριστού.

    ‘Και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος…’ (Ματθ. κη´, 20)

    Για τους λόγους αυτούς οτιδήποτε θέλει να καταστεί από δυνάμει σε όντως Εκκλησία Χριστού, αυτό οφείλει να ενωθεί πραγματικά με την Ορθόδοξο και Ανατολική Εκκλησία. Αφού σε αυτή κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητος δια Του Χριστού.

    Διότι αν η Ανατολική Εκκλησία δεν είναι η όντως Μία Αληθής Ορθόδοξος, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, τότε αυτο-ψευδόμεθα και αυταπατώμεθα. Όμως, εν Αγίω Πνεύματι γνωρίζουμε πως δεν είναι έτσι. Γνωρίζουμε πως αληθεύουμε εν Χριστώ, βεβαιώνοντας την θεμελιώδη και σωτήριο Αλήθεια: ότι, δηλαδή, η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Μόνη αληθώς Ορθόδοξος και αληθώς Καθολική και αληθώς Αποστολική. Δηλαδή, αυτή είναι μέτρο κάθε αλήθειας και ορθοδοξίας.

    Έτσι κατανοούμε πως η Ορθόδοξος Θεολογία και η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν είναι ανθρώπινο αλλά ένα Τέλειο και Θεανθρώπινο Δημιούργημα και Κατασκεύασμα του Ιδίου του Θεού εν Χριστώ Ιησού. Ένα Δημιούργημα που δεν επιδέχεται αλλαγή ή μεταβολή ή τροποποίηση.

    Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ


    0 0

    Η πνευματική ζωή, η αρετή δεν είναι στατική κατάσταση, αλλά εξελικτική. Μέχρι την τελείωση της, την σχετική πάντοτε, περνά από πολλά στάδια τα οποία ονομάζονται από τους Πατέρες «πνευματικές μεθηλικιώσεις» (Βλ.A. Kεσελόπουλου, Πάθη και αρετές στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Αθήνα 1990,σελ.128). Αυτές οι βαθμίδες της αρετής, παρότι είναι αφετηριακές, δεν αποκλείονται και δεν απορρίπτονται. Αποτελούν προπαρασκευαστικά στάδια και μάλιστα επειδή εκφράζουν μια ανθρώπινη και ψυχολογική αναγκαιότητα, θεωρούνται δικαιολογημένες. Μ. Βασιλείου, …….PG 31,896B, Γρηγορίου Θεολόγου, ……..PG 36,373CD, Μαξίμου Ομολογητού, …….PG 91,709D). Σύμφωνα με την ασκητική εμπειρία, οι έννοιες του φόβου και της ιδιοτέλειας είναι ευεργετικές για τα δυο πρώτα στάδια (Βλ. Νικολάου Κόϊου, Επ’ ελευθερία εκλήθητε. Αυτονομία και ετερονομία στην Ηθική, Αθήνα 2004,σελ.101) διότι ο άνθρωπος συγκρατείται από την αμαρτία, είτε εξαιτίας του φόβου είτε εξαιτίας της αναμενόμενης ανταμοιβής.(Βλ.Γ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική, τομ. Ι, Θεσσαλονίκη 2002, σελ.215εξ.).

    Οι Πατέρες μας αναγνωρίζουν ότι αυτά τα τρία στάδια αποτελούν βαθμίδες ηθικής και πνευματικής ωριμότητας. Ο άνθρωπος ακόμη και όταν αρχίζει να μετανοεί δεν σκέπτεται ανιδιοτελώς για τη σωτηρία του έχοντας ως κίνητρό του ιδιοτελείς επιθυμίες όπως ο φόβος της κολάσεως ή την επίτευξη κάποιου είδους ανταμοιβής. Κατά τα πρώτα πνευματικά βήματα ίσως είναι θεμιτό ο άνθρωπος να έχει φόβο για ορισμένα πράγματα για καθαρά παιδαγωγικούς λόγους. Ο άνθρωπος καλείται να αποκτήσει το φόβο του Θεού και να αποβάλλει το φόβο του θανάτου. Αναφέρει ο αββάς Δωρόθεος ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει στην τέλεια αγάπη αν δεν αποκτήσει πρώτα τον αρχικό φόβο. «Ο αρχικός λοιπόν φόβος ταιριάζει στο δικό μας πνευματικό επίπεδο. Αυτός προφυλάσσει την ψυχή από κάθε κακία, όπως το γάνωμα προφυλάσσει το χάλκωμα. Γιατί λέει: Με το φόβο του Κυρίου ξεφεύγει καθένας από κάθε κακό (Παροιμ. 15, 27)». Αυτό δεν σημαίνει ότι πνευματικός μας προορισμός είναι η επί του φόβου στηριζόμενη ιδιοτέλεια αλλά φανερώνει ότι ο άνθρωπος που βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία του θανάτου έχει ροπή προς την αμαρτία όντας ασθενής κατά τη φύση του. Επομένως θα βαδίσει από την πνευματική ατέλεια στην τελείωση, και όχι στην τελείωση. Θα προχωρήσει από την αγάπη που έχει φόβο προς την αγάπη η οποία έξω βάλλει τον φοβο( Ρωμ 1,15).

    Δεν μπορεί ο άνθρωπος απότομα, όπως πιστεύουν οι προτεσταντικές αιρέσεις, να γίνει τέλειος σεσωσμένος χριστιανός μέσω κάποιας συναισθηματικής αποφάσεως περί πίστεως και συμμορφώσεως προς κάποια γενική ιδέα περί αγάπης. Δεν μπορεί ο άνθρωπος εξαίφνης να οδηγηθεί στην τέλεια και ανιδιοτελή αγάπη. Χρειάζεται άσκηση και δοκιμασία με την ελεύθερη συγκατάθεσή του, διότι όπως λέγει ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης «ο Θεός ουδεμίαν ασκεί βίαν επί του ανθρώπου». Είναι πόλεμος εναντίον των παγίδων του πονηρού όπως μας διδάσκουν οι ασκητές Πατέρες μας. Άνευ αγώνος για την κατάκτηση αυτής της αγάπης η σωτηρία είναι αδύνατος. Όταν ο άνθρωπος ασκηθεί κατάλληλα μέσω της άσκησης είναι δυνατόν ο αγώνας εναντίον του σατανά και η προσπάθεια για την τελείωση να γίνει ευκολότερη, αφού η προσωπικότητα του ανθρώπου πλέον στρέφεται πιο εύκολα προς την ανιδιοτέλεια. Μόνον δια της πραγματικής ελευθερίας μπορεί ο άνθρωπος να γίνει όμοιος με το Θεό κατά την αγάπη.

    Ταυτόχρονα οι πνευματικοί μας Πατέρες επισημαίνουν ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να μείνει καθηλωμένος στα δύο πρώτα στάδια αλλά πρέπει να συνεχίσει να εργάζεται για την απόκτηση της ανιδιοτελούς αγάπης. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος αναγνωρίζει την τελειότητα του τρίτου και τελικού σταδίου της πνευματικής τελειώσεως καθώς επισημαίνει ότι ο άνθρωπος κινδυνεύει να υποπέσει σε πνευματικό τέλμα εάν μείνει καθηλωμένος στα δύο πρώτα στάδια. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αυτός που απαρνήθηκε τον κόσμο από τον φόβο (της κολάσεως) είναι όμοιος με το θυμίαμα που ενώ καίγεται, στις αρχές αναδίδει ευωδία, στο τέλος όμως καπνίζει. Εκείνος που τον απαρνήθηκε με την ελπίδα μελλοντικού μισθού, καταντά μία μυλόπετρα, που γυρίζει συνεχώς στο ίδιο μέρος. Όποιος όμως αναχώρησε από τον κόσμο για την αγάπη του Θεού, ευθύς εξαρχής έχει μέσα του φλόγα, η οποία αν τυχόν πέσει σε ξύλα ή σε δάσος, αυξάνει υπερβολικά και συνεχώς επεκτείνεται προς τα εμπρός». «Εάν λοιπόν απομακρυνθεί από το κακό, με το φόβο της τιμωρίας, σαν το δούλο που φοβάται το αφεντικό του, φτάνει σιγά-σιγά να κάνει το καλό, και κάνοντας το καλό αρχίζει λίγο-λίγο να ελπίζει και σε κάποια αμοιβή της εργασίας, όπως ακριβώς και ο μισθωτός. Όταν λοιπόν επιμείνει στην αποφυγή του κακού, όπως είπαμε, από φόβο σαν το δούλο, και πάλι, όταν συνεχίσει να κάνει το καλό με την ελπίδα της αμοιβής, όπως ακριβώς ο μισθωτός, παραμένοντας, με τη Χάρη Θεού, στην προσπάθεια του καλού για αρκετό χρονικό διάστημα και προσεγγίζοντας το Θεό, ανάλογα με την πρόοδο του, γεύεται τελικά τη Θεϊκή παρουσία και δεν θέλει πια ν’ απομακρυνθεί από το Θεό. Γιατί ποιος μπορεί πια να τον χωρίσει, όπως είπε ο Απόστολος, από την αγάπη του Χριστού; (Ρωμ. 8, 35). Τότε φτάνει στην κατάσταση του υιού και αγαπάει το καλό για το ίδιο το καλό και φοβάται επειδή αγαπάει. Αυτός ακριβώς είναι ο μεγάλος και τέλειος φόβος», αναφέρει ο αββάς Δωρόθεος.

    Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ


    0 0

    Υπάρχει μια παροιμία που λέει: «άμα σε κάψει το γάλα, φοβάσαι και το γιαούρτι», θέλοντας να πει ότι αν πονέσεις από κάποιον απρόσμενα και που δεν το περίμενες, τότε φοβάσαι και από αυτόν που είναι αδύνατο να σε πληγώσει.

    Οι παροιμίες, ως προερχόμενες από την πείρα του λαού, κρύβουν μια σοφία. Σου αποκαλύπτουν την πραγματικότητα της ζωής. Γι’ αυτό και δεν αμφισβητούνται, γιατί δεν είναι κούφια λόγια.

    Ζώντας με ατελείς ανθρώπους, αλλά και απρόβλεπτους, ενδεχομένως να βρεθούμε μπροστά σε μια συμπεριφορά που δεν περιμέναμε. Ενώ υπήρχε μια στενή και αρμονική σχέση, που προκαλούσε χαρά, ξαφνικά ή σταδιακά, παρατηρείται ψυχρότητα, απομάκρυνση, που προκαλεί στεναχώρια. Διερωτάσαι τι φταίει και τι να κάνεις. Όμως δεν είναι σοφό και υγιές ν’ απομονωνόμαστε από τους ανθρώπους, φοβούμενοι μήπως «μας κάψει το γιαούρτι», όπως βέβαια δεν είναι σοφό και υγιές να εμπιστευόμαστε, χωρίς κρατούμενα και με αφέλεια, τον καθένα, αγνοώντας το απρόβλεπτο του ανθρωπίνου προσώπου και ότι στη ζωή τίποτα δεν είναι δεδομένο.

    Ο Χριστός, στην επί του Όρους ομιλία του, αναφέρεται στην περίπτωση που «ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου» (Ματθ. 5, 23), και συστήνει «να συμφιλιωθείς μαζί του και ύστερα να προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο». Χρειάζεται, δηλαδή, να κινηθούμε εμείς προς εκείνον για να δούμε πού βρίσκεται το πρόβλημα, σε τι φταίξαμε αθέλητα και πώς μπορούν να συναντηθούν πάλι οι καρδιές.

    Όσο και να πονούμε για την ψυχρότητα των καρδιών, είναι αναγκαίο να σεβόμαστε την ελευθερία του προσώπου να μη θέλει να συνεχίσει τη ζωή του μαζί μας. Στη συζήτηση θα φανεί η επιθυμία να συνεχίσει ή όχι.

    Ο κάθε χωρισμός είναι ένας θάνατος. Ο κάθε θάνατος-χωρισμός ετοιμάζει κάτι άλλο. Τίποτα στατικό δεν υπάρχει, ούτε σ’ αυτή τη ζωή ούτε στην άλλη. Αφήνοντας μια σχέση, που σου έδωσε και έδωσες σημαντικά της ζωής σου, όπως το χρόνο, τη διάθεση, τον εαυτό του/σου τέλος πάντων, πέρα από τον πόνο που ωριμάζει και ταπεινώνει, βρίσκεσαι στην αναμονή μιας νέας μέρας, μιας νέας σχέσης.

    Αλλά κι αν δεν υπάρξει νέα σχέση, για έναν που θέλει να γνωρίσει και ζήσει το Χριστό, του παρέχεται η μοναδική ευκαιρία να αναπτύξει την σχέση μαζί Του, βιώνοντας το Πατερικό «εάν δεν πεις ότι στον κόσμο ο Θεός και εγώ είμαστε μόνο, δεν θα βρεις ανάπαυση».

    Μήπως, τα γεγονότα που μας συμβαίνουν, κυρίως τα δυσάρεστα, είναι η κλήση του Θεού για να συνδεθούμε πιο δυναμικά και ουσιαστικά μαζί Του, ώστε να γευτεί η καρδιά μας αυτό που στο βάθος θέλει;

    http://isagiastriados.com


    0 0

    Η ουσία ή φύση είναι το «τι ην είναι» τόσο του Θεού όσο και των κτιστών όντων [1], είναι το κοινόν που έχουν όλες οι ομοειδείς υποστάσεις [2]. Η ουσία παραμένει απροσπέλαστη στις αντιληπτικές ικανότητες του ανθρώπου [3]. Ο Μ. Βασίλειος υποστηρίζει πως όσοι επιδιώκουν να γνωρίσουν την θεία ουσία υπερβαίνουν ακόμη και τα ίδια τα δαιμόνια στην αλλαζονεία [4]. Όλα τα κτιστά λογικά, αισθητά και νοερά, όντα αδυνατούν να προσπελάσουν και να κατανοήσουν την θεία ουσία [5]. Βέβαια ο δυτικός σχολαστικός θεολόγος Θωμάς Ακινάτης, έχοντας εντελώς διαφορετικές προυποθέσεις από ότι οι ορθόδοξοι ανατολικοί πατέρες, υποστηρίζει πως ο δεδοξασμένος ανθρώπινος οφθαλμός δύναται να συλλάβει και να γνωρίσει την ουσία του Θεού [6]. Καταλαβαίνουμε λοιπόν τις τεράστιες θεολογικές διαφορές ανατολικού και δυτικού χριστιανισμού. Κάθε προσπάθεια προσπέλασης της ουσίας, είτε κτιστής είτε άκτιστης, είναι μία προσπάθεια ξεπέρασης των φυσικών ορίων του ανθρώπου, δηλαδή μία ύβρις.

    Η υπόστασις είναι το ίδιον, το συγκεκριμένον όν το περικλείον την ουσία [7]. Υπόσταση, άτομο και πρόσωπο για τους πατέρες είναι ταυτόσημοι όροι που δηλώνουν το μερικό, το επιμέρους [8]. Η υπόσταση αποτελεί την έκφανση της ουσίας [9]. Στην ορθόδοξη παράδοση δεν υπάρχει η διάκριση του ατόμου σε οντικό και οντολογικό πρόσωπο. Αυτή η διάκριση είναι μία σύγχρονη φιλοσοφική νεωτεροποιία που εκπηγάζει από τον Υπαρξισμό, δίχως καμία σχέση με τον Χριστιανισμό. Οπότε ο άνθρωπος δεν καλείται να γίνει από άτομο πρόσωπο δια της σχέσεως του με το άλλο (Θεός, κόσμος, άνθρωπος). Πάντοτε η υπόσταση είναι συνάμα και πρόσωπο (προς την όψη κάποιου άλλου) γιατί σχετίζεται με άλλες υποστάσεις δια των σχέσεων ( γονείς, σύζυγοι αδέρφια , φίλοι ).

    Ενέργεια είναι δραστική κίνηση της ουσίας, ουσιώδης κίνηση της βουλήσεως του Θεού πρός τον κόσμο και η φυσική και έμφυτη κίνηση και δύναμη κάθε ουσίας [10]. Δεν υφίστανται ουσία ανενέργητος ούτε ενέργεια ανούσιος [11], που σημαίνει πως εάν απορρίψουμε την ενέργεια οδηγούμαστε αναγκαστικά στην άρνηση της φύσεως [12]. Επίσης ενέργεια λέγεται τόσο η κίνηση της νοερής ψυχής όσο και οι πράξεις, όπως το περιπατείν, το εσθίειν, το πίνειν, το λαλείν και τα λοιπά. Επιπροσθέτως, ενέργεια καλούνται και τα φυσικά πάθη, όπως η πείνα, η δίψα και τα λοιπά [13]. Εν κατακλείδι αξίζει να σημειωθεί πως, για τους πατέρες, η ενέργεια είναι της φύσεως [14] και όχι προσωπική ή υποστατική, όπως ισχυρίζονται διάφοροι σύγχρονοι θεολόγοι και φιλόσοφοι. Πολλές φορές συγχέεται η προαίρεση με την υποστατική ενέργεια. Προαίρεση είναι ο διαφορετικός τρόπος χρήσεως του φυσικού αυτεξουσίου κάθε έλλογου όντος. Ο όρος υποστατική ενέργεια είναι αδόκιμος και άτοπος. Τα άτομα κοινωνούν πάντοτε δια των φυσικών ενεργειών της φύσης τους και όχι δια των προσώπων τους, αλλιώς τα πρόσωπα θα αλλοιώνονταν και θα εξαφανίζονταν.

    Πρόσωπο ή υπόσταση είναι μία ανεπανάληπτη ιδιαιτερότητα, ουσία μετά διαφορετικών συμβεβηκότων. Έτσι άλλος είναι ο Πέτρος και άλλος είναι ο Παύλος. Το κοινό μεταξύ Πέτρου και Παύλου είναι πώς είναι και οι δύο άνθρωποι, λογικοί, θνητοί, δεκτικοί επιστήμης. Αμφότεροι έχουν κοινές φυσικές ενέργειες, που είναι κοινές σε όλους τους ανθρώπους, και κοινή ουσία. Δεν μπορεί όμως ο Πέτρος να κοινωνήσει υποστατικά με τον Παύλο, γιατί έτσι θα χαθεί η υποστατική ανεπανάπηπτη ιδιαιτερότητα και των δύο. Το πρόσωπο υπάρχει για να ξεχωρίζει και να διαφοροποιεί του ανθρώπους μεταξύ τους. Είναι πλέον πασιφανές πως είναι αδύνατον να υπάρξει κοινωνία προσώπων παρά μόνον κοινωνία φύσεως.

     

    Παραπομπές:

    1. Ν. Ξιώνης, Προλεγόμενα Θεολογικής Ανθρωπολογίας. Προχριστιανική, ετερόδοξη και ορθόδοξη θεώρηση του ανθρώπου ως προσώπου, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2007, σελ. 121
    2. Π. Χρήστου, Εκκλησιαστική Γραμματολογία, Πατέρες και Θεολόγοι του Χριστιανισμού Α’, εκδοτικός οίκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 185
    3. o.π.
    4. Μ. Βασίλειος, Ανατρεπτικός του Απολογητικού του Ευνομίου Α’, PG 29, 540Α
    5. Μ. Βασίλειος, Ανατρεπτικός του Απολογητικού του Ευνομίου Α’, PG 29, 544B
    6. Θωμάς Ακινάτης, Σούμα Θεολογική, εξελληνισθείσα υπό Ιωάννου Καρμίρη Τόμος Α’, τυπογραφείον Παρασκευά Λεωνη, Αθήνα 1935, σελ. 173
    7. Π. Χρήστου, ο.π.
    8. Ιωάν. Δαμασκηνός, Διαλεκτικά, PG 94, 613 Α
    9. Γρηγ. Νύσσης, Κατ’ Ευνομίου Γ’, PG 45, 761B
    10. Ιωάν. Δαμασκηνός, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, PG 94, 949A
    11. Αρχ. Ν. Ιωαννίδης, Θεολογία και Γραμματολογεία από τον Θ’ αιώνα και εξής, εκδόσεις Έννοια, Αθήνα 2014, σελ. 43
    12. Μάξ. Ομολογητής, Εξήγησις της κινήσεως, PG 90, 121 C
    13. Ιωάν. Δαμασκηνός, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, PG 94, 952Α
    14. Ιωάν. Δαμασκηνός, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, PG 94, 952Β


    0 0

    [Previous post: http://bit.ly/2DNvM0h]

    The initial gift of deification, offered by the Living God to His cosmos and His beings, is so powerful that, at the end, created cosmos gave birth to Panaghia, the Mother of God, through Whom the Living, Uncreated Hypostatic God the Word was incarnated and became perfect man. Namely, He became the truly Messiah and the truly Savior of the world, visible and invisible. Thus, through Christ, created cosmos, the church in potency, becomes, indeed, Church in actuality.

    But, in order for something to be a church, it must primarily be Orthodox. That is, it must have a proper account (doxa) and theory (theōria) about God. Without proper account and knowledge of God we lie not only about God but also about man and the cosmos.

    God the Word became Flesh in Christ. Thus, the created world becomes, through the Virgin Mary and through the Apostles, body and part of Christ, and Christ and God by Grace. The world will host in it the One Orthodox, Holy, Catholic (universal) and Apostolic Church as the House of God the Father, and God the Son, and God the Holy Spirit.

    This is the Uncreated House of the One and Triadically hypostatic Living God, the truly Church of Christ.

    In the Church of Christ, the created is revitalized with eternal and immortal life, by entering into, abiding in, and developing within, the Uncreated God through His Uncreated and personally Divine Activities, in Jesus Christ the God-Man. Through His Personal, Divine, and uncreated Activities, God reveals Himself as Ecstatic Eros in Jesus Christ, the Son of Virgin Mary. He does so, in order for the cosmos to acquire and maintain truthful, immortal and infinite Life, truly free from any kind of corruption and restriction.

    That is why the Orthodox Eastern Church is the truly Holy, Apostolic and Catholic (universal) Church, because She is the truly House of the Living God, through Christ the God-Man. Here, in Her, the Living and Triadically hypostatic and Personal God is present.
    That is why, in the Orthodox Eastern, the truly One and real Church of Christ, abide neither infallible people, nor any kind of infallible, theocratic, metaphysical, philosophical hierarchies. Here we have the Living God Himself as Incarnated Word and Resurrected Word, Christ. That is, we have the Whole hypostatic and Trinitarian God, since Christ is all in all.

    Therefore, the Orthodox Eastern Church is the measure of any Church, any Orthodoxy, any Catholicity, any Apostolicity. It is the measure of every theology, Gospel, truth and holiness. For here, in His Church, Christ Himself, the Incarnated Word is present in His Bishops and Patriarchs, His Priests, and in all His faithful members; and through Him, the entire Holy Trinity is present.

    Here, the Monarchy of the Father and the Consubstantiality of the Trinity exclude any kind of hierarchy – whether ecclesiastic, or religious, feudalistic, anthropocentric or theocentric – since All the Holy Trinity is present in Christ and, through Christ, in the Church of Christ.

    ‘…And I am with you all the days to the end of the age’ (Matthew, 28: 20).

    It is for these reasons that, anything, whatsoever, that wishes to become Church in actuality, while being in potency, this ought to be truly united with the Orthodox Eastern Church, since the fullness of Divinity abides in Her, in Christ.

    For, if Eastern Church is not the truly One, Truthful Orthodox, Catholic, and Apostolic Church, then we lie to, and fool, ourselves. But we know in the Holy Spirit, that this is not so. We do know that we are truthful in Christ, when we acknowledge this fundamental and salvific Truth; namely, that the Eastern Orthodox Church is the Only truly Orthodox, and truly Catholic (universal), and truly Apostolic. That is, she is the measure of all truth and all Orthodoxy.

    We comprehend that Orthodox Theology and the Orthodox Church are not a human but a perfect and God-manly made Creation of the very God in Jesus Christ. It is a Creation that is not receptive of change, alteration, modification or amendment.

    Here, in the Orthodox Church, we do not come as scientists, in order to correct or change anything, whatsoever, according to seasonal perceptions, or other currencies.

    We are coming here in order to encounter with God Himself, in the person of Jesus Christ the God-Man. We approach in order to enter the Kingdom of Heavens. We do come here, in order to get to know, and to unite us with, Christ Himself, so that -through Him- we unite us with His Father and the Whole Holy Trinity. We come as dead to be resurrected in a Life Eternal and Truthful.

    Moreover, because the Church is the Church of Christ, she can but be One, Truthful, Orthodox, Catholic and Apostolic; for Christ is One, Truthful, Hypostatic and Living God, the One of the Trinity. Christ is the One Truthful God and truthful man. He is perfect God and perfect man. The Orthodox Church reveals to us that Christ the Word is perfect God, as the Father and the Holy Spirit. All the Three are one God, not hierarchical, but Personal and Hypostatic. For, wherever there is Person and Hypostasis, there is no hierarchy at all; only a Mystery of Freedom, Love and Life.

    There is nothing that can define and symbolize the Church apart from Christ the God-Man Himself. When it comes to the Church, it is valid that which applies for Christ: ‘come and see’. For Christ has no representatives; He reveals Himself in His Church, in His mysteries, in His Saint man and woman.

    No man can talk about Christ, let alone to demonstrate or reveal anything about Him, if not by Christ, in Christ and the Holy Spirit.

    Church is the place of Living God. It is where the Living, hypostatic and Triadic God calls -by means of His Divine Activities- beings from the non-being to the Being of His own Life. There where Love is Perfect, where Life is complete, and death has no power to defeat her.
    Therefore, we ought to confess, with boldness, courage, and true love, to all mankind that the Orthodox Church is the only Holy, Apostolic and Catholic Church, in which dwells all the fullness of Divinity.

    (to be continued)

    0 0

    (Μνήμη την 4η / 17η Μαρτίου και την 28η Σεπτεμβρίου / 11η Οκτωβρίου)   Ο πρίγκιπας Βέντσισλαβ, από μικρή ηλικία,...

    0 0

    Μια αναφορά στα έργα του πατέρα της νεοελληνικής λογοτεχνίας Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

    Η ηχογράφηση έγινε στον ραδιοφωνικό σταθμό της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού. Διαβάζει ο Πρωτοσύγκελλος της Ι.Μ. Λεμεσού Αρχιμανδρίτης Ισαάκ.


    0 0

    O άνθρωπος γίνεται αυτό στο οποίο προσηλώνεται [363]. Η προσήλωσή του στην κτίση, είτε αυτή είναι τα πράγματα είτε οι αισθήσεις είτε ακόμη και ο ίδιος του ο εαυτός, τον κάνουν, όπως είναι η κτίση, ευτελή και πρόσκαιρο και υποδουλώνεται στα πάθη, δηλαδή στην πλήρη ετερονομία. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, αυτό οφείλεται στην απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό, που φέρνει ως αποτέλεσμα την συνεχή ασχολία με τον ενάντιο, δηλαδή τον διάβολο [364]. Η ελευθερία από τα πάθη επιτυγχάνεται μόνο με την προσήλωση στην ίδια την ελευθερία, τον Θεό. Γιατί, όποιος δεν είναι μαζί Του, είναι οπωσδήποτε εναντίον Του [365]. Ο καλύτερος τρόπος για να προσηλωθεί ο άνθρωπος στον Θεό είναι η προσευχή.

    Μάλιστα, η προσήλωση αυτή δεν περιορίζεται σε επιμέρους ανθρώπινες εκδηλώσεις, αλλά περιλαμβάνει όλο του το είναι. Αληθινή προσευχή είναι η ελεύθερη και απόλυτη αυτοεγκατάλειψη του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού [365]. Ο άνθρωπος δεν προσεύχεται καθαρά όταν δεν έχει διάθεση υπακοής, ούτε κι όταν επιθυμεί να ικανοποιηθεί το θέλημά του, παρά του Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εγκλωβίζεται στον εαυτό του και υπόκειται στην ετερονομία των παθών του. Αληθινή αυτονομία μπορεί να υπάρξει μόνο με την ολοκληρωτική αυτοπροσφορά μιας ελευθερίας σε μία άλλη [367]. Κατά τον άγιο Ιωάννη Σιναΐτη,«η προσευχή, ως προς την ποίοτητά της, είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν» [368]. Με την προσευχή γίνεται η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, η οποία δεν είναι δυνατή χωρίς την αγάπη. Δεν γίνεται να ενωθεί ο άνθρωπος με τον Θεό, εφόσον δεν Τον αγαπά. Επομένως, η προσευχή συνδέεται άρρηκτα με την αγάπη και, κατά τον γεροντα Αιμιλιανό, «έχουν τόση σχέση, ώστε το ένα να σημαίνει το άλλο» [369]. Όταν αγαπάς κάποιον, τον σκέφτεσαι συνέχεια και θέλεις να είσαι συνέχεια μαζί του. Έτσι και στην προσευχή, ο άγιος έλκεται από θείο έρωτα και επιθυμεί να ενωθεί με τον Θεό [370], κάτι το οποίο καταξιώνει την ελευθερία του, όπως θα δούμε παρακάτω.

    Η πλειονότητα των ανθρώπων θεωρεί την προσευχή σαν κάτι υποτιμητικό που, όταν το κάνεις, χάνεις την αξιοπρέπειά σου. Γι αυτό το λόγο η προσευχή σπανίζει στις μέρες μας, λόγω της υποδούλωσής μας στα πρόσκαιρα πράγματα του κόσμου. Επειδή οι αισθήσεις μας ικανοποιούνται απ’ τα πράγματα του κόσμου, η καρδιά μας εύκολα κλίνει προς την πρόκαιρη απόλαυση της ηδονής. Αυτό το φαινόμενο θα το ονομάζαμε άγνοια του Κτίστου των πραγμάτων, λατρεία της κτίσης παρά τον Κτίσαντα, γνώση και προσήλωση στην αποκλειστικά και μόνο δια των αισθήσεων αντιληπτή πραγματικότητα. Ξεχνάμε ότι όλα τα πράγματα έχουν αρχή στο είναι, άρα έχουν και τέλος κι ότι όλα έλαβαν ύπαρξη απ’ τις δημιουργικές ενέργειες του Θεού. Το περιεχόμενο της προσευχής του αγίου είναι, εκτός των άλλων, και η ευχαριστία και η δοξολογία για όλα όσα δώρησε ο Θεός στον άνθρωπο. Λόγω ταπεινοφροσύνης, αναγνωρίζει ότι το ίδιο του το είναι είναι δοσμένο σ’ αυτόν [371] απ’ τον Θεό και αισθάνεται ότι Του οφείλει ακόμη και την ίδια του την ελευθερία.

    Άλλες φορές, το περιεχόμενο της προσευχής είναι να δοθεί στον άνθρωπο η χάρη και το έλεος του Θεού. Η αδυναμία του ανθρώπου όμως να ταπεινωθεί και να ζητήσει καθαρώς την θεία χάρη, δείχνει την έλλειψη αγάπης και την ανικανότητα για άνοιγμα της καρδιάς. Προτιμάει να παραμείνει συνδεδεμένος με τον εαυτό του, με την κρίση του, την διάνοιά του, με τα πάθη και τις επιθυμίες του και δεν ανοίγεται για να μπει στη ζωή του ο Θεός. Αντιθέτως, προσπαθεί να κάνει τον Θεό να συμβαδίσει με τα δικά του μέτρα, παραμένοντας έτσι σε ατελή κατάσταση. Σ’ αυτήν την περίπτωση, η προσευχή εκλαμβάνεται ως ετερόνομο στοιχείο, διότι λόγω της έπαρσης του ανθρώπου, η παρουσία του ταπεινού Θεού τού φαίνεται βάρος κι ότι θα του περιορίσει την ελευθερία. Έτσι, ο άνθρωπος προσεύχεται (αν προσεύχεται) από συνήθεια και θεωρεί την προσευχή ως αγγαρεία. Παραμένει κλεισμένος στον εαυτό του κι αδυνατεί να συνάψει αληθινές σχέσεις αλληλοπεριχώρησης και αγάπης με άλλους ανθρώπους. Δεν υπάρχει εδώ αληθινή αγάπη, η οποία απευθύνεται από μία προσωπική ύπαρξη σε μία άλλη, αλλά μάλλον φιλαυτία. Η προσευχή δηλαδή χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση ανθρώπινων αναγκών κι όχι επειδή υπάρχει ο ερωτικός πόθος για αγαπητική ένωση, όπως παρατηρείται στους αγίους.

    Παραπομπές:

    363. Βλ. Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Περί αγάπης, ερμηνεία στον άγιο Μάξιμο, Αθήνα 2015, σ. 74.
    364. «Ει δε αποστάς του Θεού όλος γένοιτο της σπουδής, ανάγκη πάσα τον έξω του Θεού όντα εν τω εναντίω πάντως είναι» Γρηγορίου Νύσσης, Εις την Προσευχήν, ΕΠΕ 8, 16.
    365. «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι» Ματθ. 12, 30.
    366. Γεωργίου Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική ΙΙ, σ. 169.
    376. Βλ. π. Δημητρίου Στανιλοάε, Προσευχή και Ελευθερία, Αθήνα 2009, σ. 82.
    368. Αγίου Ιωάννου Σιναίτου, Κλίμαξ, Ωρωπός Αττικής 2013, σ. 387
    369. Αρχιμ. Αιμιλιανού, Ο.π., σ. 27.
    370. Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 381.
    371. «ταπεινόφρων μεν, ως γνούς εαυτόν έχοντα το είναι δεδανεισμένον» Μαξίμου Ομολογητού, Ερμηνεία εις το Πάτερ ημών, PG 90,893C.

    Όπως παρατέθηκε, αυτό το κλείσιμο στον εαυτό είναι καταστροφικό για τον άνθρωπο. Εδώ υπάρχει το αδιέξοδο της ανθρωπιστικής ηθικής. Ενώ καλεί τον άνθρωπο να υπερασπιστεί την αυτονομία του, καταφέρνει να εγκλωβιστεί στην ατομικότητά του, με αποτέλεσμα να γίνεται δούλος του εαυτού του και των παθών του. Αυτό συμβαίνει διότι ο άνθρωπος δεν έχει αναφορά σε καμία ετερότητα έξω του εαυτού του. Σύμφωνα με τον π. Δημήτριο Στανιλοάε, ο άνθρωπος αδυνατεί να ανοιχτεί σε μία ετερότητα έξω του, διότι, λόγω ανικανότητας να κενωθεί, (να αφήσει τον ναρκισσισμό του αφύλαχτο) φοβάται να μην εξουσιαστεί απ’ αυτήν. Τελικά όμως απ’ το πολύ σφίξιμο της ελευθερίας του μήπως του φύγει, καταλήγει να εξουσιάζεται απ’ τον ίδιο του τον εαυτό [372]. Κερδίζει ο άνθρωπος την ελευθερία του μόνο όταν την δέχεται ως δώρο του Θεού και την προσφέρει πάλι σ’ Αυτόν μέσω της προσευχής. Η προσφορά της ελευθερίας στον Θεό είναι ο μόνος δρόμος για να καταξιώσει ο άνθρωπος την ελευθερία του, γιατί ο Θεός δεν φοβάται μήπως εξουσιαστεί, οπότε δεν μπαίνει καν στον πειρασμό να εξουσιάσει για να μην εξουσιαστεί [373]. Πρέπει επομένως ο άνθρωπος να γίνεται διαρκώς «άξιος της ελευθερίας που του έδωσε ο Θεός, μέσω της προσευχής» [374].

    Η αλήθεια του ανθρωπίνου είναι βρίσκεται στον αληθινό άνθρωπο, τον Θεάνθρωπο Χριστό. Η ένωση μαζί Του, μέσω της προσευχής, καθιστά τον άνθρωπο όντως άνθρωπο. Ηθική αυτονομία υπάρχει εκεί που υπάρχει η αληθινή ανθρωπολογία και η αληθινή ανθρωπολογία βρίσκεται εκεί που υπάρχει αληθινή αυτογνωσία. Αλλά η «καρδιά του ανθρώπου, που κατά την βιβλική διδασκαλία αποτελεί τον βαθύτερο εαυτό του, παραμένει κατά βάθος άγνωστη ακόμη και στον ίδιο τον άνθρωπο» [375]. Μόνο με την προσευχή φωτίζεται ο νους του [376] και τον καθιστά ικανό να γνωρίσει τον εαυτό του, διότι γνώρισε εν Αγίω Πνεύματι τον Θεό, τον Δημιουργό των πάντων. Συνεπώς, η αναζήτηση της αυτονομίας, στηριζόμενη στον ανθρώπινο νου αποβαίνει ακατόρθωτη. Μόνο με την εμπειρική βίωση της πραγματικότητας του Θεού καταξιώνεται ο άνθρωπος και η αυτονομία του. Ο Θεός όμως δεν βιώνεται στον νου του ανθρώπου, αλλά στην καρδιά του [377]. Γι αυτό και η προσευχή δεν πρέπει να γίνεται με στοχασμούς, αλλά με βαθειά συναίσθηση της παρουσίας του Θεού [378].

    Ο άνθρωπος επειδή είναι βουτηγμένος στα πάθη, η προσευχή του δεν είναι καθαρή. Τον λόγο που συμβαίνει αυτό, μας τον εξηγεί πολύ όμορφα ο γέροντας Αιμιλιανός, ερμηνεύοντας τον λόγο του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού που λέει: «Ο γνησίως τον Θεόν άγαπών, ούτος και απερισπάστως πάντως προσεύχεται[…] Ουκ εύχεται δε απερισπάστως ο τινί των έπιγείων έχων τον νούν προσηλωμένον» [379]. Στο σχόλιο του γέροντα Αιμιλιανού παρατηρούμε ότι, ο άνθρωπος, όταν προσεύχεται και ο νους του δεν είναι απόλυτα προσηλωμένος στον Θεό, αλλά είναι εμπαθώς προσηλωμένος σε κάτι από τα επίγεια, δεν αγαπά αληθινά τον Θεό [380]. Η προσευχή επομένως, προϋποθέτει κάποια σχετική «απάθεια», οδηγώντας ταυτόχρονα στην απόλυτη απάθεια.

    Τέλος, ας πούμε ότι η προσευχή είναι το φυσικότερο ενέργημα της ανθρώπινης φύσης, αφού ο άνθρωπος πλάστηκε για να ενωθεί με τον Θεό. Αποτελεί οντολογικό αίτημα της ανθρώπινης υπάρξεως [381]. Οι άγιοι δεν μπορούν να ζήσουν λεπτό χωρίς αυτήν [382], διότι αισθάνονται την κοινωνία μετά του Θεού ως όντως ζωή και πληρότητα. Η πείρα των αγίων γνωστοποιεί ότι η ψυχή του ανθρώπου πεινά, διότι «η αληθινή τροφή και η τέρψις αυτής βρίσκεται εν τω Θεώ» [383] και δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από τίποτε άλλο πέρα απ’ τον Θεό. Γι αυτό οι άνθρωποι που δεν προσεύχονται αληθινά, έχουν μία διαρκή αίσθηση κενού στην ψυχή τους και αδυνατούν να βρουν πληρότητα ύπαρξης και κατ’ επέκταση αυτονομία.

    Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

     

    Παραπομπές:

    372. Βλ. π. Δημητρίου Στανιλοάε, Ό.π., σσ. 78-81.
    373. Ό.π., σ. 77-78.
    374. Ό.π., σ. 81.
    375. Γεωργίου Μαντζαρίδη, ό. π., σ. 170.
    376. Κλίμαξ, Ό.π.,
    377. π. Δημητρίου Στανιλοάε, Ό.π., σ. 39.
    378. Ό.π. σ. 42-43.
    379. Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια Περί Αγάπης 1, PG 90, 984Β.
    380. Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Ό.π., σ. 27.
    381. Μαντζαρίδη, Ό.π., σ. 169.
    382. Βλ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 382.
    383. σ. 380, Ό.π.,

     

     


    0 0

    Έρχομαι από την χώρα του κατηχητικού. Από τον πλανήτη πες καλύτερα. Τόσο μακριά μοιάζει αυτό το μέρος και τόσο άγνωστη είναι η διάλεκτος που μιλάνε εκεί που ούτε τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών, ούτε τα ιδιαίτερα με εξειδικευμένους καθηγητές μπορούν να σε προϊδεάσουν για όσα θα δει το μυαλό και η ψυχή σου στο κατηχητικό.

    «Ποιοι πάνε στο κατηχητικό;» Δες καλύτερα ποιοι φεύγουν από αυτό. Είναι κάποιοι που άφησαν την καρδιά τους ανοιχτή να ακούσει και να μάθει και να ζήσει πράγματα που έχουν σχέση με τον Χριστό. Φεύγουν και επιστρέφουν ξανά. Τους ελκύει η χάρη του Θεού και ο τόπος που τον συναντάνε συχνά, η εκκλησία. Ξέρω, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου συγκεκριμένες καταστάσεις απωθούνε τους ανθρώπους. Αλλά, γυρίζω από το κατηχητικό εδώ και χρόνια και μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι την αυθεντικότητα και την ευλογία που νιώθουν όσοι ζουν πραγματικά το κατηχητικό δεν μπορούν να την βρουν αλλού.

    «Μα είναι τα μικρά παιδιά σε θέση να επιλέξουν το κατηχητικό;» Μα, η κατήχηση δεν γίνεται μόνο σε μικρά παιδιά. Ο καθένας που διαβάζει κάτι σχετικό με το πνεύμα του Θεού και το αφήνει να βρει τόπο στην καρδιά του για να φυτρώσει και να βλαστήσει, αυτός εργάζεται πνευματικά, καλλιεργεί τον εαυτό του. Και αυτό είναι μια μορφή κατήχησης. Όπως και το να ρωτήσει κάποιον που γνωρίζει περισσότερα, ή να ψάξει να βρει έναν ιερέα για να ρωτήσει. Βέβαια, τα κατηχητικά απευθύνονται κυρίως στους μαθητές. Αυτοί έχουν το προνόμιο να δημιουργούνται αποκλειστικά γι αυτούς ομάδες που μεταδίδουν τα «μυστήρια του Θεού» σε ένα κλίμα φιλικό, ζεστό, προσεκτικό και χαρούμενο. Μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου παρακολουθούν διαφορετικά μαθήματα απ’ ότι οι μαθητές του δημοτικού. Όλοι μαζί βρίσκονται στην Θεία Λειτουργία και όλοι μαζί μετέχουν στην Θεία Ευχαριστία, αλλά μετά μπορούν να έχουν την δική τους ξεχωριστή ώρα για να συζητήσουν για όσα κατάλαβαν, ή δεν κατάλαβαν ή θα ήθελαν να καταλάβουν.

    «Τα ξέρω αυτά που λένε στο κατηχητικό!» Μπα, ο καθένας που νομίζει ότι τα ξέρει όλα, χωρίς να το καταλάβει, επιδεικνύει την άγνοιά του. Μην έχεις προκατάληψη απέναντι στο κατηχητικό. Δώστου μια ευκαιρία πραγματική! Ψάξτο καλύτερα! Ίσως δεν μπορείς να καταλάβεις την ουσία του ακριβώς επειδή δεν έχεις ακόμα απολαύσει όσα μπορεί να σου προσφέρει. Είναι σαν να λες πως δεν έχει κανένα ενδιαφέρον ο βυθός της θάλασσας, χωρίς να έχεις δοκιμάσει να κολυμπήσεις ποτέ. Φαντάσου να μπορέσεις να κάνεις μαθήματα κατάδυσης και να ανακαλύψεις μόνος σου έναν άγνωστο κόσμο μέσα στον οποίο θα είσαι ο ίδιος αλλά τόσο διαφορετικός! Στην πραγματικότητα, αν γνωρίσει κάποιος την πίστη δεν θα χρειάζεται ούτε «μπουκάλα οξυγόνου», ούτε ειδική στολή κατάδυσης, αλλά ούτε και εξειδικευμένες γνώσεις. Θα μπορεί απλά να βουτά στο πέλαγος της αγάπης του Θεού και να το απολαμβάνει έχοντας επίγνωση!

    «Μου λες δηλαδή να γίνω του κατηχητικού;» Μην γίνεις τίποτε που δεν θέλεις να είσαι! Ποτέ! Αλλά να είσαι ο εαυτός σου. Ο ειλικρινής και αληθινός και ωραίος εαυτός που σε έπλασε ο Θεός να είσαι. Να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου. Το πιο εξελιγμένο μοντέλο. Και το κατηχητικό μπορεί να σε βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Θα το θυμάσαι με νοσταλγία, και χαρά και πόθο αργότερα. Και πάντα θα θέλεις να γυρίζεις στο κατηχητικό με όποια μορφή μπορείς να το ζήσεις.

    Καλή επιτυχία!


    0 0

    ΛΟΓΟΣ ΜΔ΄:

    Αναφορά σε όσα θα έπρεπε να πεί ο Πέτρος,

    όταν αρνήθηκε τον Χριστό και «έκλαυσε πικρώς».

    Αλλοίμονό μου, αλλοίμονό μου! Αλλοίμονο, αλλοίμονο! Με ποιους ποταμούς δακρύων θα εξαγνίσω την ατιμία μου εγώ, ο ακόλαστος; Με ποιους βαρείς στεναγμούς θα καθαρίσω την αδικία μου; Αληθώς, αλλοίμονό μου, επειδή αρνήθηκα τρεις φορές τον Χριστό [1], αλλοίμονό μου! Φοβήθηκα την ασήμαντη δούλη [2] και λησμόνησα όλα τα δώρα, που έλαβα από Αυτόν, ο οποίος είναι ζωή και φως των όλων, ο Δημιουργός μου, ο Ζωοποιός και Κύριος, που ήλθε άνωθεν για να μας σώσει και για χάρη μου παρέδωσε την ζωή Του στον θάνατο.

    Αλλοίμονό μου! Τι έπαθα και τι αναπάντεχο συνέβη; Πόσο μεγάλη απι-στία και αχαριστία έδειξα σε Σένα, Σώτερ, και αποδείχθηκα πολύ χειρότε-ρος από τον προδότη Σου! Αξιώθηκα από Εσένα πολύ μεγαλύτερης τιμής από όλους τους άλλους μαθητές Σου, ώστε μου εμπιστεύτηκες τα ίδια τα κλειδιά της ουράνιας βασιλείας [3], και αναγνωρίστηκα από Σένα, Σωτήρα μου, αρχηγός και επί κεφαλής τους, και τώρα πως να κλάψω και τι να πω; Αλλοίμονό μου, του ακόλαστου! Με ποιες δικαιολογίες να ικετεύσω και να λάβω έλεος από τον αυστηρό Κριτή;

    Γνωρίζω όμως την μεγάλη γενναιοδωρία Σου, Κύριε, και ότι συγχωρείς αμέσως όλα τα αμαρτήματα σε αυτούς που δείχνουν θερμή μετάνοια. Γνω-ρίζω ότι ακόμη και την μιασμένη πόρνη και τον άσωτο υιό τους ευεργέτησες γενναιόδωρα· εκείνη, επειδή έβρεξε με τα δάκρυά της τα πάναγνα πόδια Σου και τα σκούπισε με τα μαλλιά της [4], και αυτόν, επειδή ανέκραξε, «ήμαρτον, ήμαρτον, δεν είμαι άξιος κληθήναι υιός σου» [5]. Ξέρω ότι και ο άδικος τελώνης αθωώθηκε αμέσως, όταν φώναξε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ» [6]. Και εμένα, Κύριε, που φωνάζω σαν αυτόν, ήμαρτον, «ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ», Θεέ μου, δέξου και δώσε μου την γενναιοδω-ρία Σου και συγχώρησε την ασέβεια της καρδιάς μου. Σε παρακαλώ! Σου προσφέρω συντετριμμένος με την προσευχή μου, όχι ροές από νερό, αλλά ποτάμι από δάκρυα και πικρούς στεναγμούς και παρακαλώ. Μην περιφρο-νήσεις, Κύριε, τον ποταμό των δακρύων μου και τον πικρότατο πόνο της καρδιάς μου, που τρώει μέσα μου σαν πυρ την ψυχή, τα οστά και το μυαλό μου, επειδή για χάρη των αμαρτωλών και των ασεβών κατέβηκες από τον ουρανό και δέχθηκες τον βασανιστικό θάνατο.

     

    Παραπομπές:

    1. Πρβλ. Ματθ. 26,34,69-75. Μάρκ. 14,30,66-72. Λουκ. 22,34,54-61.
    2. Πρβλ. Ματθ. 26,69-72. Μάρκ. 14,66-69. Λουκ. 22,55-57.
    3. Πρβλ. Ματθ. 16,19.
    4. Πρβλ. Ἰω. 7,37-38.
    5. Πρβλ. Λουκ. 15,21.
    6. Λουκ. 18, 13.


    0 0

    Αυτός που συγχωρεί τον πλησίον, απαλλάσσει, πριν από εκείνον τον εαυτό του απ’ τα αμαρτήματά του χωρίς να κουραστεί· κι’ αυτός που εξετάζει με ευσπλαχνία και επιείκεια τα αμαρτήματα των άλλων, αποταμιεύει με την κρίση του αυτή για τον εαυτό του μεγάλη βοήθεια συγχωρήσεως.

    Τί λοιπόν; Εάν κάποιος πορνεύει -λέει – να μην πω ότι είναι κακό πράγμα η πορνεία, ούτε να διορθώσω αυτόν που κάνει αισχρές πράξεις; Να τον διορθώσεις, βέβαια, αλλ’ όμως όχι σαν αντίπαλος, ούτε σαν εχθρός που θέλει εκδίκηση, αλλά σαν γιατρός που παρασκευάζει φάρμακα. Γιατί δεν είπε να μην συγκρατήσεις αυτόν που αμαρτάνει, αλλά να μην τον κρίνεις. Δηλαδή να μη γίνεις αυστηρός δικαστής. Άλλωστε αυτό δεν έχει λεχθεί, όπως προηγουμένως είπα, για τα μεγάλα και απαγορευμένα, αλλά γι’ αυτά που ούτε καν θεωρούνται αμαρτήματα. Γι’ αυτό και έλεγε: «Γιατί βλέπεις το καρφί που υπάρχει μέσα στο μάτι του αδελφού σου;» Καθ’ όσον πολλοί τώρα το κάνουν αυτό. Κι’ αν δουν μοναχό να έχει περιττό ένδυμα, προβάλλουν σ’ αυτόν τον νόμο του Κυρίου, ενώ οι ίδιοι αρπάζουν μύρια και καθημερινά επιδίδονται στην πλεονεξία!

    Κι’ αν τον δουν να απολαμβάνει αφθονότερη τροφή, γίνονται αυστηροί κατήγοροι, ενώ οι ίδιοι καθημερινά μεθούν και κάνουν ζωή οργιώδη, και δεν γνωρίζουν ότι μαζί με τα δικά τους αμαρτήματα συγκεντρώνουν από την πράξη τους αυτή για τους εαυτούς τους μεγαλύτερη φωτιά και στερούν τους εαυτούς τους από κάθε απολογία!

    Γιατί το ότι πρέπει κανείς να εξετάζει τα δικά του με ακρίβεια, συ πρώτος έθεσες τον νόμο, με το ότι δίκασες κατ’ αυτό τον τρόπο τα σφάλματα του πλησίον σου. Επομένως μην έχεις την εντύπωση ότι είναι βαρύ, αν και συ ο ίδιος πρόκειται να αναλάβεις τέτοιες ευθύνες.

    «Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου»!

    Μ’ αυτά θέλει να δείξει την μεγάλη οργή του εναντίον αυτών που κάνουν αυτού του είδους τα πράγματα. Καθόσον, βέβαια, κάθε φορά που ήθελε να δείξει ότι το αμάρτημα είναι μεγάλο κι’ ότι θα είναι γι’ αυτό μεγάλη η τιμωρία και η οργή, αρχίζει από την ύβρη.

    Όπως ακριβώς, λοιπόν, και προς εκείνον που ζητούσε τα εκατό δηνάρια έλεγε: «Πονηρέ δούλε, όλο εκείνο το χρέος σου, σου το χάρισα» (Ματθ. 18,32), έτσι κι’ εδώ αρχίζει με το «υποκριτή». Γιατί αυτού του είδους η κρίση δεν γίνεται από ενδιαφέρον, αλλά από μισανθρωπία.

    Και φέρνει μεν τη μάσκα της φιλανθρωπίας, διαπράττει όμως πράξη χείριστης πονηριάς, αποδίδοντας στους συνανθρώπους του περιττές ύβρεις και κατηγορίες, κι’ αρπάζοντας τη θέση του διδασκάλου, ενώ δεν είναι άξιος ούτε για μαθητής. Ακριβώς γι’ αυτό τον ονόμασε υποκριτή. Γιατί συ που είσαι τόσο αυστηρός προς τους άλλους, ώστε να βλέπεις και τα μικρά παραπτώματα, πώς δείχνεις τόση αδιαφορία για τα δικά σου, ώστε να παραβλέπεις και τα μεγάλα; «Βγάλε πρώτα το δοκάρι απ’ το μάτι σου».

    Βλέπεις, λοιπόν, ότι δεν απαγορεύει να κρίνει κανείς, αλλά προτρέπει πρώτα να βγάζει το δοκάρι από το μάτι του και τότε να διορθώνει τα παραπτώματα των άλλων; Γιατί κάποιος γνωρίζει καλύτερα τα δικά του παρά των άλλων. Και βλέπει καλύτερα τα μεγαλύτερα παρά τα μικρότερα. Και αγαπά περισσότερο τον εαυτό του παρά τον πλησίον. Ώστε αν το κάνεις από φροντίδα, φρόντισε πρώτα τον εαυτό σου, όπου είναι καθαρότερο και μεγαλύτερο το αμάρτημα. Αν όμως αδιαφορείς για τον εαυτό σου, είναι ολοφάνερο όχι και τον αδελφό σου τον κρίνεις όχι από φροντίδα, αλλ’ επειδή τον μισείς και θέλεις να τον εξευτελίσεις.

    Γιατί κι αν είναι ανάγκη αυτός να κριθεί, να μη γίνει αυτό από σένα, αλλ’ από εκείνον που δεν διέπραξε κανένα παρόμοιο αμάρτημα. Επειδή δε όρισε μεγάλα και υψηλά δόγματα ευσέβειας, για να μην λέει κανείς ότι είναι εύκολο να φιλοσοφεί με λόγια τα παρόμοια πράγματα, θέλοντας να δείξει την παρρησία του και ότι δεν είναι ένοχος για κανένα απ’ όσα λέχθηκαν, αλλ’ ότι όλα τα έχει επιτύχει είπε αυτή την παραβολή. Γιατί επρόκειτο και ο ίδιος στη συνέχεια να κρίνει.

    Είπε λοιπόν: «Αλλοίμονο σας υποκριτές Γραμματείς και Φαρισαίοι», αλλ’ όμως δεν ήταν ένοχος για παρόμοια μ’ αυτά αμαρτήματα· γιατί ούτε καρφί έβγαζε, ούτε δοκάρι είχε στα μάτια Του, αλλ’ επειδή ήταν καθαρός απ’ όλα αυτά, διόρθωνε τα αμαρτήματα όλων των άλλων. Γιατί, λέει, ούτε πρέπει να κρίνει κανείς άλλους, όταν ο ίδιος βαρύνεται με τα ίδια αμαρτήματα.

    Και γιατί απορείς αν αυτός ήθελε αυτό τον νόμο, αφού και ο ληστής, που βρισκό¬ταν πάνω στον σταυρό τον γνώριζε, λέγοντας στον άλλο ληστή: «Δεν φοβάσαι συ τον Θεό, αφού δεν είμαστε εδώ για την ίδια αιτία;», και διεκήρυττε τα ίδια νοήματα του Χριστού.

    Συ όμως, το μεν δικό σου δοκάρι όχι μόνο δεν το βγάζεις, αλλ’ ούτε το βλέπεις, όμως το καρφί του άλλου όχι μόνο το βλέπεις, αλλά και το κρίνεις και προσπαθείς να το βγάλεις. Όπως ακριβώς κάποιος που πάσχει από φοβερή υδρωπικία ή από κάποια άλλη αθεράπευτη αρρώστια, αδιαφορεί μεν γι’ αυτή, κατηγορεί δε κάποιον άλλο που αδιαφορεί για μικρό όγκο.

    Εάν δε, είναι κακό πράγμα το να μη βλέπουμε τα δικά μας αμαρτήματα, είναι διπλάσιο και τριπλάσιο κακό να κρίνουμε τους άλλους, ενώ οι ίδιοι περιφέρουμε χωρίς να το αισθανόμαστε τα δοκάρια στα μάτια μας. Γιατί η αμαρτία είναι βαρύτερη απ’ το δοκάρι»!

    (ΑΠΟ την ΚΓ’ Ομιλία του «Εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον». Ε.Π.Ε τ. 10.)


    0 0

    Η Παγκόσμια Ομοσπονδία Παχυσαρκίας όρισε την 11η Οκτωβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα Παχυσαρκίας με σκοπό να ευαισθητοποιήσει το κόσμο και να καλέσει τις κυβερνήσεις, τους φορείς που ασχολούνται με την υγεία, τους ασφαλιστές και τις φιλανθρωπικές οργανώσεις να επενδύσουν στη θεραπεία και στην πρόληψη της παχυσαρκίας.

    Υπολογίζεται ότι μέχρι το 2025 περίπου 2,7 δισεκατομμύρια ενήλικες θα είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, ενώ τα ιατρικά έξοδα για θεραπεία από επιπτώσεις της παχυσαρκίας θα αγγίζουν τα 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

    Η παχυσαρκία οδηγεί σε άλλες ασθένειες, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τις δυσλιπιδαιμίες, το διαβήτη και άλλα.

    Στην Ελλάδα, ο αριθμός των παιδιών που νοσούν από παχυσαρκία είναι στο 4-11% και τα παιδιά, που έχουν υπερβολικό βάρος, αποτελούν το 1/3 των παιδιών συνολικά, ενώ και στους ενήλικες φαίνεται πως 3 στους 4 έχουν υπερβολικό βάρος ή είναι παχύσαρκοι.

     


    0 0

    The remembrance of God in a person reveals communion with God and is therefore like a prayer. The effort of constantly calling upon of the holy name of Christ using the prayer ‘Lord Jesus Christ, have mercy on me, sinner that I am’, continually renews the remembrance of God and communion with God. It’s because of this, that the Apostle Paul wrote to the Thessalonians: ‘Pray unceasingly’.

    With the remembrance of God and prayer, people reveal the true nobility of their nature, which is the border between the visible and invisible world and ‘deification in Christ’. They overcome physical necessity, and extend their existence to God, feeling free from anything which holds them captive on earth.

    However, for prayer to be real, it must be prayer of the whole person and not solely of the lips, the mind or of the heart.

     

    Perfect prayer is noetic and at the same time of the heart. The mind prays within the heart, which is the centre of our existence. Thus the whole person, from their innermost self and their centre, prays, fulfilling the injunction of God: ‘Love the Lord your God with all your heart, with all your soul, with all your strength, and with all your mind,’ and ‘your neighbour as yourself”. The whole person is offered to God.

    For this prayer, the ‘prayer of a single thought’ (‘Lord Jesus Christ, have mercy on me, sinner that I am’) is used, which with its concise invocation helps in the concentration of the intellect and immersion of the mind into the heart.

    From their experience, the holy- Niptic- Fathers wrote about the way and method of this prayer. There is a collection of these works by these holy Fathers called the Philokalia. And the word philokalia (which means love of the beautiful) is very much to the point. With the noetic prayer of the heart, believers are united with God, see God, Who is all that’s most beautiful in the world, supreme beauty.

    Because there’s a risk of some confusion between prayer of the heart and the various modes of meditation and prayer, as is the case with the Eastern religions, perhaps I should clarify some issues:

    1. Not only the ‘prayer of a single thought’ (‘Lord Jesus Christ…), but every prayer of the Church, such as the absolute basic, God-given, Lord’s prayer, the “Our Father”, must be noetic and of the heart, that is, it must come from our deepest innermost being.

    2. The acquisition of the gift of unceasing noetic prayer of the heart for us Orthodox, isn’t so much a question of method and technique, but one of a contrite heart, meaning a heart which repents, feels pain for its sins and is humbled. Without this type of heart, no method or technique of prayer, such as the use of inhaling and exhaling, will be able to bring true prayer.

    3. The noetic prayer of the heart presupposes our participation in the life of the Church, in its sacraments, the observance of the commandments of God and obedience to a spiritual guide. In other words, it isn’t an individualistic-private approach to God. Within the Church, humble Christians receive the Grace of God and, of course, along with their own co-operation and will, it activates true prayer within them.

    In concluding the theme of prayer, I would like to say that people today have an extraordinary need for prayer in order for them to be able to withstand being absorbed by the contemporary, profoundly materialistic way of life where they’re forgetful of their godlikeness, that is, their divine origin and their divine destination. And also for them to be able to maintain their internal unity, balance and peace within the immense distraction, imbalance and extraversion of the modern world. For them to be able, with the feeling of the presence and providence of God always in their life, to refrain from becoming ‘anxious’, from falling into despair and experiencing the world as an empty and meaningless place.

    Through the continuous invocation of the most sweet and holy name of Christ they will feel Christ in their heart, they will avoid sin, they will cultivate feelings of love for God and their fellow human beings, they will themselves become peaceful and in turn provide peace to those in their surrounding environment.

    Allow me, if I may, to provide a brotherly piece of advice from the spiritual tradition of Mount Athos: the more times a day we say, with desire, the prayer ‘Lord Jesus Christ…’, the closer to God we’ll be and the more Grace and strength we’ll receive so as to be able to deal with the various difficulties and temptations of life.


    0 0

    Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας κάθε ημέρα του χρόνου τιμά τη μνήμη, ενός ή περισσοτέρων Αγίων. Θεωρεί τους Αγίους μεγάλες προσωπικότητες, που διέπρεψαν σε αρετή, σε αγώνες υπέρ πίστεως, σε διάκριση. «Αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη», διακηρύσσει ο λόγος του Θεού. Ο γέρων Παΐσιος έλεγε, «…την Ορθοδοξία μας ως Έλληνες την οφείλουμε στον Χριστό και στους Αγίους Μάρτυρες και Πατέρες της Εκκλησίας μας…».

    Για τους πιστούς οι Άγιοι είναι οι οδοδείκτες και οι φωτεινοί Αστέρες που δείχνουν τη θέωση, τον ουρανό και που όλοι τους δίδαξαν τον λόγο του Θεού και μαρτύρησαν για την πίστη τους στον Τριαδικό Θεό, στο Θεό της Αγάπης.     Αυτοί φύλαξαν τους θησαυρούς της φυλής μας, διασφάλισαν τα ιερά και τα όσια του γένους μας, αγωνίστηκαν για τα απαραίτητα εφόδια που δίνει η Εκκλησία μας, την αγάπη, την ευγένεια, τη γαλήνη των ψυχών μας.

    Οι Τρείς Άγιες Ανάργυρες Ιατροί, Ζηναΐδα, Φιλονίλλα και Ερμιόνη

    Τα αδέλφια, Κοσμάς και Δαμιανός, θαυματουργοί Άγιοι γιατροί στο επάγγελμα,  γιάτρευαν όλους όσους είχαν ανάγκη, πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους χωρίς να παίρνουν χρήματα, το μόνο που ζητούσαν από τους ασθενείς ήταν να πιστεύουν και να έρθουν κοντά στο Χριστό.

    Την ιατρική Επιστήμη υπηρέτησαν και οι τρείς Άγιες Ανάργυρες, η Ζηναΐδα, η Φιλονίλλα και η Ερμιόνη. Η Ζηναΐδα και η Φιλονίλλα ήταν αδελφές και καταγόταν από την Ταρσό της Κιλικίας, αναφέρεται ότι είχαν και κάποια συγγένεια με τον Απόστολο Παύλο. Οι γονείς των ήταν πλούσιοι και ευκατάστατοι για την εποχή εκείνη, γι΄ αυτό και σπούδασαν  την ιατρική και στη συνέχεια ασκούσαν φιλανθρωπικό έργο εντελώς δωρεάν. Βρίσκονταν κοντά σε κάθε άρρωστο και στην οικογένειά του και παράλληλα δίδασκαν  το λόγο του Θεού. Πολλοί άπιστοι ερχόταν κοντά τους και γινόντουσαν χριστιανοί.

    Σε πολλές περιπτώσεις ακολούθησαν το δρόμο του Αποστόλου Παύλου. Έφθασαν στην Αρχαία Δημητριάδα, στην σημερινή πόλη του Βόλου και διέμεναν σε ένα σπήλαιο. Από αυτή τη θέση θεράπευαν ασθενείς και δίδασκαν το λόγο του Θεού. Κάποια ημέρα φεύγουν από το Βόλο και  πηγαίνουν στην Πάφο, εκεί βρίσκουν πάλι ένα μεγάλο σπήλαιο, στη θέση Κισσόνεργαπου είναι μια από τις μεγαλύτερες κοινότητες της επαρχίας Πάφου.

    Εκεί εγκαταστάθηκαν και άρχισαν τη θεραπεία ασθενών κυρίως σε γυναίκες. Οι ταλαιπωρίες, οι κακουχίες και οι κακές συνθήκες μέσα στο σπήλαιο κούρασαν τις Αγίες. Πρώτη η Ζηναΐδα και μετά η Φιλονίλλα παρέδωσαν την ψυχή τους στο Χριστό. Οι πιστοί της περιοχής ενταφίασαν τις αδελφές στη Κισσόνεργα και αργότερα στον τόπο εκείνο έκτισαν ναό στη μνήμη τους. Οι Αγίες,  Ζηναΐδα και Φιλονίλλα, γιορτάζουν κάθε χρόνο στις 11 Οκτωβρίου και θεωρούνται θεραπεύτριες πολλών ασθενών κυρίως όμως των γυναικών.

    Το 1970 ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος Ηλίας καθιέρωσε τη γιορτή των δύο Αγίων και επί Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου οι Αγίες τιμώνται από κοινού με τους Αγίους που ασκήθηκαν και μαρτύρησαν στη περιοχή της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος.

    Το απολυτίκιο των Αγίων:

    Την πολυθαύμαστον Ταρσόν τιμήσωμεν την εξανθήσασαν άνθη τα τίμια, την Ζηναΐδα την σοφήν και Φιλονίλλαν. Άμα δε έχουσαι της πίστεως την κρηπίδα ασάλευτον, πάσαν πλημμυρίδα των δαιμόνων κατήσχυναν. Διό και συν Αγγέλοιςχορεύουσαι, υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσιν.

    Το Παρεκκλήσι τωνΤριών Αγίων Αναργύρων Ιατρών, Ζηναΐδα, Φιλονίλλα και Ερμιόνη

    Ο Απόστολος Φίλιππος από την Καισάρεια της Παλαιστίνης, ήταν ένας από τους επτά διακόνους της εκκλησίας των Ιεροσολύμων και είχε τέσσερις κόρες, την Ερμιόνη, την Ευτυχίδα, την Γλαύκη και την Καλλίστη.Η  Ερμιόνη, που ξεχώρισε από τις αδελφές της, σπούδασε την ιατρική Επιστήμη της εποχήςκαι θεράπευε τους ασθενήςχωρίς να τους παίρνει χρήματα, σπούδασε επίσης και Φιλοσοφία. Είχε πολλά χαρίσματα, με πίστη και προσευχή συντελούσε στη διάδοση του Χριστιανισμού.Μαζί με την αδελφή της, την Ευτυχίδα, πήγαν να συναντήσουν τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή στην Έφεσο, δεν πρόλαβαν γιατί είχε πεθάνει.  Συνάντησαν όμως τον μαθητή του Αποστόλου τον Πετρώνιοο οποίος κήρυττε το λόγο του Θεού στην περιοχή και ο οποίος φρόντισε να παραμείνουν οι δύο αδερφές στην Έφεσο.

    Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας στη Έφεσο ήταν ο Τραϊανός ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε για τις δραστηριότητες των γυναικών διέταξε να τις συλλάβουν και να τις βασανίσουν. Στα βασανιστήρια η Ερμιόνη υπέμεινε με μεγάλη πίστη στο Χριστό. Στη συνέχεια ο Αυτοκράτορας άφησε την Ερμιόνη ελεύθερη. Τότε η Αγία ίδρυσε νοσοκομείο στο οποίο δεχόταν τους ασθενείς και όλους όσους είχαν ανάγκη για αγάπη και ιατρικήφροντίδα.

    Τα πράγματα όμως άλλαξαν και στον αυτοκρατορικό θρόνο τοποθετείτε ο Αδριανός ο οποίος διέταξε τη φρουρά του να συλλάβουν την Ερμιόνη και να την υποβάλλουν σε φρυκτά βασανιστήρια μέσα σε καζάνι από λιωμένα μέταλλα. Η Ερμιόνη μόλις οδηγήθηκε σ΄ αυτό το βασανιστήριο έκαμε το σημείο του σταυρού, η φωτιά από το καζάνι έσβησε και η Αγία δεν έπαθε τίποτε.  Μετά από πολλά άλλα βασανιστήρια και βλέποντας ότι δεν παθαίνει τίποτα, ο Αυτοκράτοραςέδωσε εντολή στους στρατιώτες του και αποκεφάλισαν την Ερμιόνη αφού πρώτα προσευχήθηκεμέσα στο Ναό.

    Στη συνέχεια  οι δήμιοι την πήγαν έξω από την πόλη για να την αποκεφαλίσουν, την ώρα που σήκωσαν τα ξίφη τους τα χέρια τους έμειναν ακίνητα και αμέσως ζήτησαν από την Αγία Ερμιόνη να προσευχηθεί γι΄ αυτούς, έτσι και έγινε, λίγο αργότερα παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο και Θεό της.Οι χριστιανοί με σεβασμό και ευλάβεια ενταφίασαν το ιερό λείψανο της στην Έφεσο. Αργότερα, εικόνα της Αγίας Ερμιόνης μεταφέρθηκε στη Χίο όπου κτίσθηκε Ιερός Ναός. Η πρώτη Θεία Λειτουργία έγινε τον Δεκέμβριο του 1754, από τότε η Αγία τιμάτε στη Χίο κάθε χρόνο στις 4 Σεπτεμβρίου.

    Τα τελευταία χρόνια  στο Μέγα Δένδρο – Θέρμου Τριχωνίδας, Πατρίδα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού,  δεξιά και στην είσοδο του Μοναστηριού με τη φροντίδα της Ευθυμίας Μοναχής, Ηγουμένης  της Ιεράς Μονής του Αγίου Κοσμά, έχει κτιστεί παρεκκλήσιο στη μνήμη των Αγίων Αναργύρων Γυναικών,  Ζηναΐδα, Φιλονίλλα και Ερμιόνη όπου κάθε χρόνο στις 11 Οκτωβρίου τελείται  Θεία Λειτουργία. Στο εκκλησάκι υπάρχουν φορητές εικόνες των  Αγίων Αναργύρων καθώς και πολλών άλλων Αγίων. Στη μνήμη των τριών Αγίων Αναργύρων την Πέμπτη 11 Οκτωβρίου θα τελεσθεί Πανηγυρική Θεία Λειτουργία.

    Απολυτίκιο Αγίας Ερμιόνης:

    Παρθένος ακήρατος διατελούσα, σεμνή,                                                                                      

    Τω λόγω νενύμφευσαι τω εκ Παρθένου Αγνής                                                                         

    Σαρκί ομιλήσαντι.

    Όθεν την σοί δοθείσαν θεοπάροχον χάριν 

    Άθλοις της ευσεβείας, τους εν πλάνη φωτίζεις.   

    Διό σε Ερμιόνη, Χριστός αξίως εδόξασε.


    0 0

    Ο Ιερέας, π. Ευάγγελος Χαλκίδης (1923-1987).

    [Ο πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης] είχε αρκετά άγια Λείψανα που ήρθαν στην κατοχή του με θαυμαστό τρόπο. Συνήθως ενεφανίζοντο στον ύπνο του οι άγιοι και στον κάτοχο των ιερών λειψάνων και μ’ αυτόν τον τρόπο εγίνοντο οι γνωριμίες και οι ανταλλαγές των λειψάνων.
    Μία ηλικιωμένη μοναχή που έμενε στην Καλαμαριά είχε άγια Λείψανα των πέντε Μαρτύρων. Ήταν μόνη και ήθελε να βρη κάποιον άνθρωπο ευλαβή να του τα δώση. Έκανε προσευχή με αυτό το αίτημα.
    Παρουσιάστηκαν οι Άγιοι σε όνειρο στην μοναχή και της είπαν ότι θα ‘ρθη ένας παπάς να του δώσης τα Λείψανα. Επίσης στον π. Ευάγγελο του είπαν να πάη στο τάδε σπίτι, τον περιμένει μία μοναχή για να του δώση τα Λείψανά τους.
    Πήρε το λεωφορείο βρήκε το σπίτι και την μοναχή να τον περιμένη στην αυλόπορτα. Ενώ από πριν δεν γνώριζε ο ένας τον άλλο, μόλις συναντήθηκαν ήταν σαν αν εγνωρίζοντο από χρόνια και του έδωσε τα άγια Λείψανα.
    Ο π. Ευάγγελος τα έβαλε σε ένα κελίφι (σαν μαξιλαροθήκη), τα έκρυψε κάτω από τα ράσα του και τα έφερε στο χωριό. Τα τοποθέτησε πάνω στην Αγία Τράπεζα, αλλά δεν ήξερε ποιο Λείψανο ανήκει στον κάθε Άγιο.
    Έγραψε σε χαρτάκια τα ονόματα των Αγίων και τάβαλε μαζί με τα άγια Λείψανα. Έκανε Παράκληση και βρήκε το κάθε χαρτάκι να είναι μαζί με ένα Λείψανο.

    Με αυτόν τον τρόπο πληροφορήθηκε σε ποιον Άγιο ανήκει το κάθε Λείψανο.

     

    Από το βιβλίο “Ασκητές μέσα στον κόσμο”, τόμος β’.


    0 0

    20151011-2

    Τις γυναίκες, επειδή έχουν περισσότερη αγάπη στη φύση τους, ο διάβολος πολύ τις πολεμάει (από φθόνο) και προσπαθεί να δηλητηριάσει την αγάπη τους με την φαρμακερή ζήλια, και, εάν το πετύχει αυτό σε καμιά γυναίκα, μπορεί καμιά φορά να φθάσει η κακία της γυναίκας σε δαιμονικό βαθμό, Θεός φυλάξοι!

    Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης


    0 0

    20151011-3

    Να έχετε αγάπη αναμεταξύ σας, πίστη ακλόνητη προς τον Θεό και να προσεύχεστε για τους άλλους. Όταν προσεύχεσαι για τους άλλους, ο Θεός ευλογεί εσένα.

    παπα Δημήτρης Γκαγκαστάθης


    0 0

    Εορτάζει στις 12 Οκτωβρίου εκάστου έτους.   Πρώην μεν είχες γλώτταν αντὶ της βίβλου, Γλώττης δε αντί, σην έχεις ήδη βίβλον....

    0 0

    Οι άγιοι αυτοί μάρτυρες έζησαν επί Διοκλητιανού (304). Ο Τάραχος, που ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία, καταγόταν από την Κλαυδιούπολη...

    0 0

    Άρχισαν στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου, του Δήμου Αγίου Δημητρίου (Μπραχάμι) οι πολυήμερες εορταστικές εκδηλώσεις με την επωνυμία, «ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2018», οι...

older | 1 | .... | 1396 | 1397 | (Page 1398) | 1399 | 1400 | .... | 1462 | newer