Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1397 | 1398 | (Page 1399) | 1400 | 1401 | .... | 1462 | newer

    0 0

    Το Φιλανθρωπικό Ίδρυμα «Η Ορθόδοξη κληρονομιά της Ουκρανίας στο Άγιον Όρος» σε συνεργασία με το Εκδοτικό Τμήμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας με την ευλογία του Μακαριώτατου Μητροπολίτη Κιέβου κ. Ονουφρίου εξέδωσε ένα εξαιρετικό Προσευχητάρι για προσκυνητές που επισκέπτονται το Άγιον Όρος. Ο συνθέτης του εν λόγω προσευχηταρίου είναι ο διευθυντής του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος, Ανδρέας Ους.

    Το προσευχητάριο είναι γραμμένο στη ρωσική γλώσσα και αποτελείται από τρία μέρη. Το πρωτο μέρος περιέχει τον Ακάθιστο Ύμνο της Παναγίας, τα απολυτίκια, τα κοντάκια, τις προσευχές και τα μεγαλυνάρια προς τις εικόνες της Παναγίας και τους αγίους των Καρυών, των 20 Κυρίαρχων μονών, των σκητών, των κελίων, των καλυβών και ησυχαστηρίων του Άγιου Όρους. Το δεύτερο μέρος περιέχει τις προσευχές προς τους αγίους της Θεσσαλονικής, της Ι.Μ. Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής και της Ιεράς Μονής Αγίας Αναστασίας στα Βασιλικά. Το τρίτο μέρος περιέχει διαφορές ακολουθίες όπως η Ακολουθία των εξομολογουμένων, Παρακλήσεις, ακολουθία του Τρισαγίου και λοιπά.

    Διακοσμητικά το προσευχητάριον είναι πλούσιο από τις γκραβούρες των αγιορείτικων μονών, τις οποίες έχει παραχωρήσει η Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας από την φωτοθήκη της στον εκδότη. Επίσης πρέπει να επισημανθεί ότι η έκδοση αφιερώθηκε στους μακαριστούς γέροντες του Αγίου Όρους όπως στον καθηγούμενο της Μονής του Αγίου Παντελεήμονα αρχιμανδρίτη Ιερεμία, τον γέροντα Θωμά της αδελφότητας Θωμάδων, τον γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό, τον γέροντα Μωυσή Αγιορείτη. Ο συνθέτης του προσευχηταρίου Ανδρέας Ους, εύχεται να φανεί χρήσιμο σε κάθε προσκυνητή που επισκέπτεται τα Περιβόλι της Παναγίας.


    0 0

    Τα πάντα στην Ορθόδοξη Εκκλησία συντελούνται με την διαρκή παρουσία της Αγίας Τριάδος. Σε κάθε ενέργεια και πράξη είναι παρών ο Τριαδικός Θεός. Γι΄ αυτό και βασική αρχή της Θεολογίας είναι ότι συντελούνται τα πάντα «ἐκ τοῦ Πατρός, διά τοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίω Πνεύματι». Αυτή η μοναδική ενότητα αποτελεί έκφραση του Ενός Τριαδικού Θεού. Είναι ουσιαστικά αυτό που η εμπειρία της Εκκλησίας δηλώνει ως Αγία Τριάδα. Για να μπορέσει κάποιος να έχει μια καλή αντίληψη αυτής της αλήθειας, πρέπει να έχει βασική αντίληψη της διδασκαλίας της Εκκλησίας έτσι όπως αυτή διατυπώνεται στο Τριαδολογικό Δόγμα της [1].

    Το ερώτημα περί του Θεού βασανίζει την ανθρώπινη σκέψη πάντα. Η κατανόηση της έννοιας του θείου αποτελεί πεδίο μελέτης τόσο σε αυτούς που αποδέχονται την ύπαρξη Θεού όσο και σε αυτούς που αρνούνται ύπαρξη Θεού. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία όλη αυτή η προβληματική βρίσκει την απάντηση της στον Ένα και ταυτόχρονα Τριαδικό Θεό. Το περί Θεού δηλ. ερώτημα [2] στην δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Θεολογίας, λαμβάνει την απάντηση του [3].

    Ο άνθρωπος πλάσθηκε από το Θεό για να είναι σε κοινωνία μαζί Του. Με δεδομένη όμως την πτώση του Αδάμ αυτή η κοινωνία διασαλεύεται [4]. Έτσι ο άνθρωπος από την προσωπική σχέση που έχει με τον Θεό, καταφεύγει σε πλάγια κοινωνία με τον Δημιουργό του, αδυνατώντας να σταθεί μπροστά σε Αυτόν όπως στην παραδείσια προπτωτική κοινωνία [5]. Παρόλα αυτά, στην μακρόχρονη πορεία του ανθρώπινου γένους και με δεδομένη την αποξένωση των ανθρώπων από το Θεό, λόγω της πτώσης των πρωτοπλάστων, ο άνθρωπος δεν έπαυσε να έχει εντός του την εικόνα του Δημιουργού του [6]. Σαφώς και η εικόνα αυτή είναι συνεσκιασμένη εξαιτίας της αδυναμίας του ανθρώπου να δει καθαρά λόγω της πτώσης. Επιπρόσθετα, η πτώση δίνει έρεισμα στον διάβολο για να σκιάσει ακόμα περισσότερο τα μάτια του ανθρώπου στην όλη προσπάθεια του να δει και να αντικρίσει την εικόνα του Δημιουργού. Ουσιαστικά, ο άνθρωπος ακόμα και μετά την πτώση διατηρεί εντός του μια φορά κίνησης προς τον Θεό [7].

    Εξ’ αυτής της φοράς και σε αυτή την αναζήτηση εξυπηρετούν οι θρησκείες [8]. Δηλ. ο άνθρωπος μέσα από εγνωσμένα θρησκευτικά συστήματα επιχειρεί να προσεγγίσει το θείο και να κοινωνήσει μαζί του, παρουσιάζοντας έτσι μια μεγάλη ποικιλία εκδηλώσεων βίου που προσανατολίζονται σε αυτόν το στόχο [9]. Είναι σαφές ότι όλο αυτό το σχήμα αναζήτησης του θείου στην Ορθόδοξη Πίστη πρέπει να γίνεται αντιληπτό υπό την σκέψη ότι ο Θεός παραμένει απρόσιτος σε κάθε εννοιολογική σύλληψη [10], διότι το είναι του Θεού παραμένει πέρα από το είναι των πραγμάτων [11].

    Η διάθεση του ανθρώπου να αναχθεί εκ νέου στην κοινωνία με το Θεό, τον οδήγησε στην προσπάθεια εφεύρεσης διαφόρων εικόνων περί του Θεού. Έτσι εντοπίζουμε θρησκευτικά σχήματα, που κατανοούν την ύπαρξη Θεού σε πανθεϊστική διάσταση ταυτίζοντας τον με το παν, το όλον, την ύλη. Παράλληλα, σχηματοποιούνται θρησκευτικά διαθέσεις που αντιλαμβάνονται τον Θεό ως το ύψιστο και υπέρτατο Ον, χωρίς να προσδίδουν ουσιαστικά χαρακτηριστικά στην παρουσία του. Ακολούθως, παρατηρούμε θρησκευτικά σχήματα που αντιλαμβάνονται τον Θεό ως ανθρώπινη νόηση που συλλαμβάνεται στο νου του ανθρώπου χωρίς να υπάρχει καθ΄ Εαυτόν. Άλλες πάλι θεωρήσεις, αποδέχονται τον Θεό ως μια Ιδέα ύψιστη και πραγματικά υπάρχουσα προσδίδοντας σε αυτή τα πλατωνικά σχήματα θεώρησης του ιδεατού θείου. Τέλος άλλοι, αποδέχονται την ύπαρξη του Θεού ως το επέκεινα του παρόντος Κόσμου, δίνοντας χαρακτηριστικά της παρουσίας του την απομάκρυνση του και την ουσιαστική διαφορά του από αυτόν τον κόσμο [12]. Μέσα σε όλη αυτή την θεματική αναζήτησης απαντήσεων στο περί Θεού ερώτημα αναπτύσσονται και άλλες σχετιζόμενες με την Χριστιανική διδασκαλία οι οποίες επιχειρούν να δώσουν προεκτάσεις κατανόησης στο μείζον ερώτημα της παρουσίας του Θεού και της σχέσεως του με τον κόσμο και τον άνθρωπο [13].

    Είναι σαφές ότι οι περί Θεού εικόνες και αντιλήψεις είναι πολλές και ποικίλες. Ο ανθρώπινος νους επιχειρεί διαρκώς να σχηματοποιήσει σχετικά μια ουσιαστική απάντηση στο περί Θεού ερώτημα. Μια ενδελεχής μελέτη παρουσιάζει ανάμεσα στις θεωρήσεις αυτές είτε μια ουσιαστική ομοιότητα είτε μια ουσιαστική διαφορά είτε ακόμα και αλληλοαναιρέσεις και συγκρούσεις [14]. Σε γενικές γραμμές όλες αυτές οι προσπάθειες διατύπωσης μιας απάντησης περί του Θεού καταλήγουν σε τέσσερες ουσιαστικές κατηγορίες σύνθεσης σκέψεων:
    1. Τους θεϊστές (theists), οι οποίοι πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού, στη δημιουργία του κόσμου από αυτόν και στη συνεχή πρόνοιά του για τον κόσμο [15].

    2. Τους δεϊστές (deists), που αποδέχονται τη δημιουργία του κόσμου από μία ανώτερη δύναμη, αλλά πιστεύουν ότι αυτή δεν παρεμβαίνει στη λειτουργία του κόσμου [16].

    3. Τους αγνωστικιστές, που στο ερώτημα για την ύπαρξη του Θεού, δηλώνουν την άγνοιά τους και δεν παίρνουν θέση, απορρίπτοντας τις άλλες θεωρίες περί Θεού [17].

    4. Τους αθεϊστές, οι οποίοι αποφαίνονται ότι δεν υπάρχει Θεός [18].

    Το κοινό πεδίο σε όλες αυτές τις θεωρήσεις είναι η θέση ότι ο άνθρωπος αποτελεί διαφορετική οντότητα από το Θεό. Παράλληλα είναι εμφανής η αποδοχή ότι ο άνθρωπος αδυνατεί αφ’ εαυτού να αναχθεί εις το Θείο. Πραγματικά, ο Θεός δεν αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής διερεύνησης γι΄ αυτό και η όποια απόπειρα παροχής αποδείξεων περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας του Θεού είναι αδύνατη. Ο άνθρωπος ως έλλογο και σκεπτόμενο ον, επιχειρεί να συνθέσει λόγο περί του Θεού. Επιχειρεί δηλαδή στην ουσία του πράγματος την παραγωγική λογικών σκέψεων είτε για την αποδοχή είτε για την απόρριψη του Θεού. Βασικό στοιχείο στην διαδικασία αυτή είναι η ανθρώπινη εμπειρία η οποία καθορίζει κατά πολύ την σύνθεση της λογικής του ανθρώπου στο περί Θεού ερώτημα [19].

    Ο άνθρωπος δεν μπορεί εύκολα να κατανοήσει τον ίδιο του τον εαυτό ανεξάρτητα από την ιδέα του Θεού. Το ακόμα ισχυρότερο είναι πως αδυνατεί να κατανοήσει το νόημα του κόσμου που περιβάλει την ανθρώπινη ύπαρξή του. Ο σκεπτόμενος ανθρώπινος νους, κατανοεί την ουσιαστική ενυπάρχουσα σχέση Θεού και ανθρώπου ως σχέση Λόγου [20]. Μόνο η έλλογη ανθρώπινη φύση μπορεί να θέσει τέτοιον προβληματισμό. Είναι αδύνατη η ύπαρξη τέτοιας ποιότητας ερωτημάτων από μη σκεπτόμενα και μη λογικά όντα. Γι’ αυτό και η αναζήτηση απαντήσεων στο περί Θεού ερώτημα στο περιβάλλον της άλογης κτίσης, αποτελεί ανούσιο προβληματισμό. Η άλογη κτίση αδυνατεί να διατυπώσει ερωτήματα και προβληματισμούς λογικής ποιότητας [21].

    Ο άνθρωπος θέτει το περί Θεού λογικό ερώτημα ως πραγματική εικόνα του Λογικού Θεού. Αν επιχειρήσει κάποιος να θέσει την προβληματική γιατί ο άνθρωπος θέτει τον εαυτό του σε αυτή την διαδικασία, η πιο ασφαλής απάντηση είναι διότι γνωρίζει ότι ο Θεός είναι αθέατος και κεκρυμμένος [22]. Τούτο το γνωρίζει ο ανθρώπινος νους έχοντας την ασφάλεια της γνώσης και της εμπειρίας ότι ο Θεός δεν αποτελεί στοιχείο συνάντησης ή ον που δύναται το δεις [23]. Αντίθετα η παρουσία του Θεού είναι κατανοητή στην βάση της εμπειρικής αίσθησης υπάρξεως της παρουσίας του [24]. Η απάντηση της υπάρξεως ή μη του Θεού στηρίζεται αποκλειστικά στο σχήμα «Πιστεύω ή δεν πιστεύω στο Θεό». Βέβαια, η ταύτιση της ανθρώπινης λογικής σε αυτό το σχήμα, είναι αποτέλεσμα της προαίρεσης του ανθρώπου έτσι όπως αυτή διασφαλίζεται στο πεδίο της ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης, αλλά και του περιβάλλοντος που ο άνθρωπος βιώνει ή επιλέγει να βιώσει [25].

    Το ζήτημα της υπάρξεως του Θεού είναι καθαρά ζήτημα πίστεως. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η ταύτιση με το σχήμα ομολογίας «Πιστεύω εις ένα Θεόν» αποτελεί ουσιαστική έκφραση της προαίρεσης της ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης που συγκατατίθεται ελευθέρως στην λογική ότι ο άνθρωπος αποδέχεται την αδυναμία του να αναχθεί δια των ιδίων δυνάμεων του στο Θεό κατανοώντας με τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου τον άλλης φύσεως όντα Θεό. Παράλληλα, αποτελεί ουσιαστική επιλογή βίου εφόσον ο άνθρωπος συγκατατίθεται στο να αφεθεί ελεύθερα να ενεργήσει επ’ αυτού η χάρη του Θεού που οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν» [26].

     

    Παραπομπές:

    1. Ν.Ματσούκα, ΕΕΘΣΑΠ, «Εκκλησιολογία εξ επόψεως Τριαδικού Δόγματος» τ. ΙΖ’, Θεσ/νίκη, 1972, σελ.120-128.
    2. Βλ. σχετική μελέτη του Μ. Φαράντου, Δογματική ΙΙ, 1.Το περί Θεού ερώτημα. Α’ Θεϊσμός – Β’ Αθεΐα – Γ’ Αθεϊσμός , Αθήνα 1977. Στο έργο δίνεται η προβληματική στο περί Θεού ερώτημα από κάθε σχετιζόμενο περιβάλλον.
    2. Μ. Φαράντος, Η περί Θεού διδασκαλία. Προ-Θεολογικά κεφάλαια, Αθήνα 1981, σελ. 9 και εξ.
    3. Ιω. Ρωμανίδου, Το προπατορικόν αμάρτημα, Δόμος, Αθήνα, 22001, σελ. 156-169.
    4. Α. Θεοδώρου, Η περί θεώσεως του ανθρώπου διδασκαλία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας μέχρις Ιωάννου του Δαμασκηνού, Αθήναι , 1956, σελ. 55 και εξ.
    6. Ν. Ξεξάκη, Ορθόδοξος Δογματική, Η περί Δημιουργίας διδασκαλία, τ. Γ’, Έννοια, Αθήνα 2006, σελ. 52-66.
    7. Ν.Ε.Μηστοπούλου, Θέματα Ορθοδοξου Δογματικής Διδασκαλίας, Πανεπιστημικαί Παραδόσεις Δογματικής, Αθήναι 1983, σελ. 198-205.
    8. Ευ. Θεοδώρου, «Θρησκεία», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τ. 6, Αθήναι 1965, στ. 530-541.
    9. Αθ. Χαστούπη, Ουσία της Θρησκείας, Αθήναι 1971, σελ.9 -10 και σελ. 168 και εξ.
    10. Αμφιλοχίου Ράντοβιτς (Ιερομονάχου), Το Μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον Γρηγόριον τον Παλαμάν, Ανάλεκτα Βλατάδων (16), Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη 1973, σελ. 15.
    11. Ιω. Θεοδωρακόπουλου, Φιλοσοφικά και Χριστιανικά Μελετήματα, Αθήνα 1973, σελ. 207 και εξ.
    12. Ν.Ε.Μηστοπούλου, Θέματα Ορθοδοξου Δογματικής Διδασκαλίας, Πανεπιστημικαί Παραδόσεις Δογματικής, Αθήναι 1983, σελ. 102.
    13. Σε χριστιανικό έδαφος αναπτύσσεται η θεώρηση της παρουσία του Θεού ως το επέκεινα και απομακρυσμένο του κόσμου. Στην διαλεκτική θεολογία με κύριο εκφραστή τον K.Barth κ.α., βλέπουμε μια σημαντική έξαρση της θέσεως που ζητεί τον Θεό όχι μόνο σε απόσταση από τον κόσμο, αλλά και σε σχέση αντίθεσης προς αυτόν. Ουσιαστικά δηλαδή, το θείον διαφοροποιείται σε σχέση απομάκρυνσης από την κτιστή δημιουργία. Επιπρόσθετα, σε χριστιανικό έδαφος γίνεται αναφορά στην θεωρία περί του «θανάτου του Θεού» η ποία δηλώνει ότι η παρουσία της έννοιας του Θεού στον σύγχρονο κόσμο έχασε την πρότερη παραδεκτή θέση, ως στοιχείου αλήθειας. Ουσιαστικά δηλαδή αναπτύσσεται μια θεωρία που δηλώνει ότι ο άνθρωπος δεν αποδέχεται πλέον την έννοια του Θεού διότι δεν υπάρχει Θεός καθ΄εαυτόν. Περί του «θανάτου του Θεού» βλ. σχετ. Χρ. Γιανναρά, Η Θεολογία της Απουσίας και της Αγνωσίας του Θεού, Με αναφορές στις αρεοπαγιτικές συγγραφές και στον Martin Heidegger, Αθήνα,1967, σελ. 27-36. Ακολούθως παρουσιάζονται θεωρήσεις της πολιτικής θεολογίας με κύρια εκπρόσωπο την Dorothee Sölle κ.α., που αναπτύσσουν μια θεολογία βασισμένη στον μετά του «θανάτου του Θεού» μέσα από απελευθερωτικές τάσεις κοινωνιολογικής κυρίως μορφής.
    Για τις θεωρήσεις αυτές βλ. σχετ. Ι. Δρούλια, Αιώνιες αναζητήσεις και ανάλογες θεωρήσεις (του όντως Οντος), Αθήναι 1981.
    14. Βλ. σχετ. μελέτη: Σπ. Κυριαζοπούλου, Προλεγόμενα εις την ερώτησιν περί Θεού, δ.δ., Γρηγόρης, Αθήνα, 2000.
    15. Απ. Νικολαΐδη, Εξηγήσεις και Παρεξηγήσεις στο χώρο της Θεολογίας, Συμβολική με στοιχεία Απολογητικής, Αθήνα 21992, σελ. 67 και εξ.
    16. Νικοδήμου Κανσίζογλου, (Αρχ.), «Δεϊσμός: Η απόρριψη της Θείας Πρόνοιας», Άγκυρα Ελπίδος, Διμηνιαία έκδοση Ι.Μ. Ιεραπύτνης και Σητείας, (62), Μάιος-Ιούνιος 2011, σελ. 10-12.
    17. Thomas H. Huxley and Stephen Jay Gould, Man’s Place in Nature, The Modern Library in New York, New York 2001.
    18. Martin, Michael, Atheism: A Philosophical Justification, Temple University Press Philadelphia, 1990 και Armstrong Karen , A History of God, Vintage, London, 1999.
    19. Αν. Παπαδοπούλου, Δρ.Θ., Θεολογική Γνωσιολογία κατά τους Νηπτικούς Πατέρας, Ανάλεκτα Βλατάδων, τ. 25, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη, 1977, σελ.106.
    20. Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ’, Πουρναρά, Θεσ/νίκη, 2001, σελ. 103 και εξ.
    21. Ν. Ξεξάκη, Ορθόδοξος Δογματική, Η περί Δημιουργίας διδασκαλία, τ. Γ’, Έννοια, Αθήνα 2006, σελ. 163 και εξ.
    22. Ιω. Μουρατίδη, Εισαγωγή στην Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, Πλάτων, Θεσ/νίκη, 2007, σελ11-12.
    23. Π. Τρεμπέλα, Μυστικισμός-Αποφατισμός, Καταφατική Θεολογία, Σωτήρ,Τεύχος Α’, Αθήναι 21981, σελ.38-45.
    24. Στ. Παπαδοπούλου Θεολογία και Γλώσσα, Εμπειρική Θεολογία-Συμβατική Γλώσσα, εκδ. Παρουσία, Αθήνα, 1997, σελ.35και εξ.
    25. Vladimir Lossky, Η Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Θεσ/νίκη, 62007,σελ.23-45.
    26. Ιω.16,13.


    0 0

    Γεννήθηκε στην ελληνική Βόρειο Ήπειρο ο κατά κόσμον Βασίλειος Γκέλιος, και συγκεκριμένα στο χωριό Συνίστα Κορυτσάς το 1898. Προσήλθε στη μονή Αγίου Στεφάνου-Κωνσταμονίτου το 1928. Εκάρη μοναχός το 1930. Διήλθε από διάφορα διακονήματα. Διακρινόταν για την εργατικότητα του. Όταν επιστατούσε τους εργάτες της μονής, προσευχόταν πολύ γι’ αυτούς και τις οικογένειες τους. Είχε ανιδιοτέλεια, φιλαδελφία, διάκριση, αγάπη, ταπείνωση καί κατάνυξη. Νηστευτής και θερμά προσευχόμενος. Σε μία αγρυπνία του Αγίου Στεφάνου, όλη τη νύχτα έμεινε όρθιος, ακατάπαυστα δεόμενος. Κρυμμένος πίσω από ένα προσκυνητάρι συμμετείχε στη θεία λατρεία ενεργά. Λέγοντας τους Χαιρετισμούς του αγίου έλαμπε όλος από χαρά, όπως αναφέρει ο Ιερομόναχος Αναστάσιος Καρυώτης.

    Κάποτε ασθένησε από βαριάς μορφής φυματίωση. Οι πατέρες τον απήλλαξαν από τα διακονήματα και τον έστειλαν να μείνει στην αμπελάκια της μονής, του Αγίου Αντωνίου. Με την καρδιά του ευχαριστούσε και δοξολογούσε τον Θεό κι έλεγε να γίνει το θέλημα του Θεού. Μία μέρα προσευχόμενος είδε να τον πλησιάζει ένα μεγάλο ζαρκάδι, να του υποκλίνεται, να πέφτει κάτω και να σπαρταρά. Φώναξε τον λαϊκό κηπουρό, που το σκότωσε και με την ευλογία, του ηγουμένου και την παρότρυνση των πατέρων το έφαγε λίγο-λίγο, δίχως να χαλάσει τόσες μέρες, δίχως ψυγείο, και με τη βοήθεια της Παναγίας και του αγίου Στεφάνου έγινε τελείως καλά.

    Ο ιερομόναχος Αθανάσιος Σιμωνοπετρίτης, πού έζησε μερικά χρόνια στην Κωνσταμανίτου. διηγείται πώς ήταν ευλογημένος και τρισχαριτωμένος, ευκατάνυκτος και ταπεινότατος. «Είχ’ ένα προσωπάκι σαν μικρού παιδιού! Φώναζε συνεχώς την Παναγία την Γοργοϋπήκοο για τις «αμαρτίες» του. Ποιες αμαρτίες είχε αυτός ο άνθρωπος … Επίσης είχ’ ένα κατάλογο τεσσάρων φύλλων με ονόματα αγίων και φώναζε: «Άγιε Πρόδρομε, άγιε Νικήτα, άγιε Βησσαρίων, άγιε Δημήτριε,/αγία Παρασκευή …». Όλους τους αγίους τους εφώναζε με την σειρά και κάποιους αγίους που δεν τους ξέρουμε ούτε κι εμείς πού διαβάζουμε συναξάρι. Αυτός τους είχε εκεί, γιατί είχε κάποια ιδιαίτερη προσωπική σχέση μαζί τους και τους Επεκαλείτο όλη τη νύκτα. Τη νύκτα, επίσης, την Παναγία φώναζε πολύ και ιδιαίτερα τη Γοργοϋπήκοο, όλη τη νύκτα, με πολλή ευλάβεια και άφθονα δάκρυα».

    Είχε πλήρη συναίσθηση της αμαρτωλότητός του. Στα γεράματα του έκλαιγε συνεχώς επαναλαμβάνοντας: «Είμαι αμαρτωλός, είμαι αμαρτωλός…». Τον πείραζε ο δαίμονας. Κάποτε εμπιστεύθηκε τον λογισμό του ότι αξιώθηκε «ο τιποτένιος και τάλας», ως έλεγε, να δει το άχτιστο φως. Εκοιμήθη εν Κυρίω το 1984.

    Πήγες – Βιβλιογραφία
    Ανδρέου Αγιορείτου μονάχου. Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Β’, Αθήναι 1981, σσ. 66-68. Αναστασίου ιερομ.. Αθωνικά Δίπτυχα, Άγιον Όρος 2000, σ. 126. Μανώλη Μελινού, Αγιορείτες ευλογείτε, Αθήνα 2004, σσ. 292-295.

     

    Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμ. Α΄ 1901-1955, εκδ. Μυγδονία, Άγιον Ορος 2011.


    0 0


    0 0

    [Previous post: http://bit.ly/2DNPzN3]

    For head of the Orthodox Church is neither a man, nor an angel, not even any other creature of God, but the very God-Man, the historical Christ, the Son of the Virgin, Perfect God and perfect Man, Son of God and Son of man.

    Now, all the meaning, the beauty, the divine-likeness and the kallos of the created world are realized in the person of the Virgin Mary, the daughter of Israel, the Mother of God. That is why the Church is in a certain way realized through the Mother of God, the Virgin Mary and through the Holy Spirit. Through the Most Holy Virgin Mary, the created is rendered indeed from Church in potency Church in actuality, that is Body of the Living Christ and God.

    In the Holy Spirit we know and become certain that the Orthodox Church is the One and Only, Truthful Holy, Catholic and Apostolic Church, the Whole Church of Christ. In the Holy Spirit, we witness that all the Fullness of the Trinitarian hypostatic Living God abides in the historically emerged Orthodox Church.

    The Orthodox Church is not product of the historical evolution of an abstract, or philosophical, Christianity. But is a fact of a continuous extension in space and time of the Pentecost. The Orthodox Church is identical to the Pentecost, extended in history and the world, in order for the world, all creation and the mankind to become Christ by Grace. That is, in order for all to become Theanthropic Body having as its single head neither a human being nor an angel, but Him the very Blessed Son of the Virgin, the historical Christ Himself, the historically revealed Uncreated and hypostatic God, the One of the Trinity.

    The Great Church of Christ, the Mother of Orthodox Churches, The Holy, Eastern and Orthodox Church of Constantinople will preserve this fundamental truth of Orthodoxy as the most precious treasure, dressing it with the Doctrines of the Ecumenical Synods. This Truth will be transmitted by the Eastern Orthodox Church of Christ to all the Orthodox Churches around the world. All Christians and all Christian denominations in East and West that, in one or another way, have either remoted themselves from this genuine Truth and theological Experience or have not approached it yet -because of historical circumstances and difficulties- are invited to (re)turn to this fundamental Truth and the life-giving implications of Orthodox Theology of the Eastern, Orthodox Apostolic and Catholic Church.

    All other Christian doctrines, Christian denominations, churches or religions, and so on, they are –proportionally and accordingly to each of them- located within the Holy Orthodox and Catholic Church as potentially Orthodox Churches; as a possibility to become truly Orthodox Churches. They may grow and acquire the fullness of the Orthodox Church and the fullness of the Triune God, should they move towards the Trinitarian and Living God and get free of any necessity of earthly, secular, Power and endocosmic, earthly self-affirmation; should they receive the Whole Christ, His Whole Church and All His Theology as the Orthodox Theology.

    Certainly, it is possible to have the fallacy and error of endocosmic, secular, subjective self-affirmation and authority, in the Orthodox Church as well. But this happens only as a diversion of particular individuals, and not as an ecclesiastical diversion. For the Ecclesiastical completeness of the Orthodox Church consists but in the completeness of the Presence of Christ the God-Man in the Orthodox vision and faith, in the Orthodox teaching and Worship, in the Orthodox methodology and asceticism.

    It is possible that even a single truly Orthodox Christian can be saving and carrying on the entire Orthodox Church. Such a person can be testifying the Whole Christ without reductions, diminutions, and distortions of the Lord’s Person.

    Orthodox theology and the Orthodox Church are identical and contain all the Truth about God. They contain the complete Image of God as He Is in His Majesty and His Truth.

    This is why Orthodox Church, Faith, Worship and Theology do not refer to any religion that stands by other religions, Christian or monotheistic, Buddhist, Muslim or anything else, humanwise respected and comprehensible. Religions in general are established and move in the space of subjectivity and morality, the space of human needs for individual or social prosperity and self-affirmation, for overcoming the fear of the unknown and the death.

    But this is not the case in the Orthodox Church, worship and theology. Here man becomes freed from any need and fear by entering completely, as body, soul and spirit, to the area of Divine Being. Here man becomes God by Grace and participant in the Life of the Triune and personally Living God Himself.

    It is on these grounds that any Synod, Ecumenic or local Council, but, in any case, Orthodox, ought to always reveal the one and fundamental truth, that ‘God revealed Himself in Flesh…’.

    Any kind of heresy, whether Eastern or Western, in one way or another, disputes and abrogates this Fundamental Truth that constitutes the quintessence of Orthodox Theology: ‘God revealed Himself in Flesh…’. This is the unbreakable foundation of every Orthodox Church, the foundation of the One and Holy, Catholic and Apostolic Church.

    When, through Christ the God-Man, man encounters with the Triune God, then an explosion of an indescribable joy happens both in and out of the deified human being. Then, man wishes that all humans are saved and that they know the Lord. He wants all people to be risen from the death. He wishes that nothing stays in death. Then, such a person becomes what the great St. Isaak the Syrian says, ‘a merciful heart for the sake of all creation’. Precisely as St. Seraphim of Sarov and all the Saints and the God-bearing Fathers, this person becomes an affectionate mother and a heart full of eros for the whole of the creation, in a manner reminiscent of what Christ addressed to the Great Paisios, who was praying even for the demons and the enemies of the Truth: ‘You, Paisios, you became alike to me in Love’. This is perfect Love, this perfect and ecstatic Eros of the Living God for all His creatures and all His beings. This is the perfect day of the Lord and God the Truthful Savior and Messiah, Christ the God-Man. This is the perfect Orthodox One Church of Christ and this is its perfect theology in Christ the Jesus the Truthful God and man.


    0 0

    Η αγία γεννήθηκε σ΄ ένα χωριό του νομού Πέλλας στα τέλη του 18ου αιώνα, τη Σλάτενα, που σήμερα ονομάζεται Χρυσή. Καταγόταν από αγράμματους και φτωχούς γονείς, οι οποίοι αγωνίζονταν σκληρά για να εξασφαλίσουν το καθημερινό τους ψωμί, δουλεύοντας στα χωραφάκια τους. Είχαν ν΄ αναθρέψουν τέσσερις θυγατέρες. Οι τίμιοι αυτοί βιοπαλαιστές, παρά τον φόβο των Τούτκων κατακτητών, δεν παρέλειψαν να διδάξουν στα παιδιά τους τη χριστιανική πίστη. Ιδιαίτερα η κόρη τους, η Χρυσή, κορίτσι χαριτωμένο, αγάπησε πολύ τον Χριστό. Θαύμαζε τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και τους Νεομάρτυρες της εποχής της, καθώς άκουγε τα φρικτά βάσανά τους και το μαρτυρικό τους τέλος. 13_Agia Xrysi_mesaΚάποτε την αξίωσε ο Θεός να βαδίσει κι αυτή τον δρόμο του μαρτυρίου. Μια μέρα που πήγε μαζί με άλλες κοπέλες να μαζέψει ξύλα, ένας  νεαρός Τούρκος, σαγηνεμένος από την ομορφιά της, της έστησε καρτέρι και την αιχμαλώτισε. Άρχισε να την κολακεύει και να της υπόσχεται πολλά, αν τούρκευε και γινόταν γυναίκα του. Τη θερμοπαρακαλούσε, της έταζε πλούτη και καλοπέραση. Απειλούσε να την τιμωρήσει σκληρά, αν δεν υπάκουε. Η Χρυσή, όμως, όνομα και πράμα, του είπε: «Εγώ τον Χριστό μου πιστεύω και προσκυνώ και Αυτόν μόνο γνωρίζω για νυμφίο μου και δε θέλω ποτέ να τον αρνηθώ κι αν μύρια μου κάνετε βάσανα, κι αν ακόμα με κάνετε κομματάκια». Τότε ο νεαρός την παρέδωσε σε κάποιες Τουρκάλες, οι οποίες μηχανεύτηκαν διάφορους σατανικούς τρόπους, για να της αλλάξουν γνώμη. Όμως δεν τα κατάφεραν ούτε κι αυτές. Ακόμα και τους γονείς και τους συγγενείς της κάλεσαν, για να την παρακινήσουν ν΄ αλλάξει θρησκεία.  «Σπλαχνίσου τον εαυτό σου κι εμάς, της έλεγαν. Αρνήσου τον Χριστό φαινομενικά. Δεν βλέπεις που κινδυνεύουμε να χαθούμε κι εσύ κι εμείς;». Η Χρυσή όμως δεν κάμφθηκε. Άκουγε μόνο τη φωνή της καρδιάς της. Στους γονείς της και στις αδελφές της απαντούσε: «Αντί για σας στο εξής θα έχω πατέρα τον Θεό, μητέρα την Παναγία, αδερφούς τους αγίους και τις αγίες». Αφού περνούσε ο καιρός και δεν κατόρθωνε ο Τούρκος να την κάνει γυναίκα του, άλλαξε τελείως συμπεριφορά. Άρχισε να την ξυλοκοπά ανηλεώς καθημερινά επί τρεις μήνες. Η νεαρή κόρη υπέμεινε αγόγγυστα τους φρικτούς πόνους. Κι αφού πάλι το άγριο θηρίο δεν πέτυχε τον σκοπό του, μαζί με άλλους Τούρκους την έγδαραν και της πέρασαν πυρακτωμένο σουβλί από το ένα αυτί στο άλλο. Η Αγία όμως έμεινε αβλαβής. Τέλος την κρέμασαν από μια αγριαχλαδιά και της έκοβαν ένα-ένα τα μέλη. Έτσι, στις 13 Οκτωβρίου του 1795 παρέδωσε την ψυχή της στον Χριστό, που τόσο αγάπησε.

    Δέσποινα Δαμιανίδου

    elpida_logo


    0 0

    Μαρτύρησε στις 13 Οκτωβρίου 1795 Η αγία ήταν από τα μέρη της κεντρικής Μακεδονίας, και συγκεκριμένα από το χωριό Χρυσή...

    0 0

    Η Θεία Λειτουργία σε ήχο Τρίτο. Ψάλλει ο Άρχων Μουσικοδιδάσκαλος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, Θεόδωρος Βασιλικός, Πρωτοψάλτης και Χοράρχης και εκφωνεί ο πρωτοπρεσβύτερος π. Χρήστος Χριστοδούλου.


    0 0

    Ας μην λέμε «ποιοι αμάρτησαν», αλλ’ ας φροντίσουμε να διορθώσουμε όσους αμάρτησαν. Γιατί είναι πράγματι φοβερή η συνήθεια, φοβερό κακό το να κατηγορούμε μόνο τους αδελφούς μας και να μην φροντίζουμε γι’ αυτούς. Το να διαπομπεύουμε τα κακά των ασθενών και να μην τα θεραπεύουμε. Ας αποβάλουμε, αγαπητοί, αυτή την κακή συνήθεια, γιατί δεν είναι μικρή η ζημιά που προξενεί. Και πώς την προξενεί, θα σας πω.

    Σε άκουσε κάποιος να λες, ότι είναι πολλοί εκείνοι που έκαναν το τάδε κακό και χωρίς να ελέγξει τον λόγο, τον μετέφερε σε άλλον. Εκείνος, πάλι, χωρίς να το καλοεξετάσει το είπε σε άλλον. Έτσι, αυξανόμενη σιγά – σιγά αυτή η φήμη, στην Εκκλησία προκαλεί ντροπή, ενώ σ’ εκείνους που παραπλανήθηκαν δεν επιφέρει καμιά ωφέλεια αλλά βλάβη και σ’ αυτούς και σε άλλους. Γιατί κι’ αν ακόμη είναι λίγοι, εμείς με τις πολλές διαδόσεις τους κάνουμε πολλούς, κι’ έτσι και τους υγιείς τους κάνουμε ασθενέστερους και σπρώχνουμε να πέσουν εκείνους που πρόκειται να πέσουν. Γιατί… όταν αυτά τα ακούσει ο ασθενής στην πίστη θα τρέξει προς το πλήθος εκείνων που έχουν πέσει.

    Ας μην χαιρόμαστε, λοιπόν, ούτε γι’ αυτό ούτε και για οποιοδήποτε άλλο πονηρό κατασκεύασμα, κι’ αν ακόμη είναι πολλοί οι αμαρτάνοντες, ώστε να τους διαπομπεύουν και να λένε, ότι είναι πολλοί, αλλ’ ας τους κλείνουμε το στόμα κι’ ας τους συγκρατούμε…

    Μην διαπομπεύεις, λοιπόν, τα αμαρτήματα, αλλά θεράπευσέ τα. Γιατί όπως ακριβώς εκείνοι που τα διαπομπεύουν και ασχολούνται μόνο με αυτό, κι’ αν ακόμη είναι λίγοι εκείνοι που αμάρτησαν συντελούν στο να φαίνονται πολλοί, έτσι κι’ εκείνοι που συγκρατούν κι’ αποστομώνουν τους δυσφημιστές και φροντίζουν για εκείνους που έπεσαν, κι’ αν είναι αυτοί πολλοί, κι’ αυτούς τους διορθώνουν εύκολα, και δεν αφήνουν κανένα άλλον να βλαφτεί από την διάδοση αυτή.

    Δεν άκουσες τον Δαυίδ όταν θρηνούσε τον Σαούλ; «Πώς έπεσαν οι δυνατοί; Μην το κάνετε γνωστό στη Γεθ, ούτε να επιτρέψετε να διαδοθεί σαν χαρμόσυνη είδηση στους δρόμους της Ασκάλωνος, για να μην ευφρανθούν οι θυγατέρες των αλλοφύ¬λων, ούτε να νοιώσουν αγαλλίαση οι θυγατέρες των απερίτμητων» (Β’ Βασ, 1,19).

    Αν, λοιπόν, δεν ήθελε να διαπομπεύσει ένα πράγμα φανερό, ώστε να μην νοιώσουν ευχαρίστηση οι εχθροί, πόσο μάλλον δεν πρέπει να γνωστοποιούμε τα δικά μας στα αυτιά ανθρώπων έκτος Εκκλησίας, ή καλύτερα ούτε στ’ αυτιά των δικών μας, ώστε ούτε οι εχθροί μας ακούοντάς τα να χαίρονται, ούτε οι δικοί μας ακούοντάς τα να πέφτουν αλλά να τα συγκρατούμε και να τα περιφράζουμε από παντού.

    Μην μου λες ότι, το είπα στον τάδε. Κράτα τον μέσα σου τον λόγο. Γιατί, όπως εσύ δεν άντεξες να σιωπήσεις, έτσι δεν θα αντέξει κι’ εκείνος!

    Ας μην εξετάζουμε αυτό μόνο, αν δηλαδή είναι πολλοί οι παρασυρμένοι, αλλ’ ας φροντίζουμε πως θα τους απομακρύνουμε απ’ αυτά. Ας μην εξυψώνουμε τα πράγματα των εχθρών μας και να μειώνουμε τα δικά μας. Ας μην παρουσιάζουμε εκείνους ισχυρούς και τα δικά μας πράγματα ασθενή, αλλά να κάνουμε το εντελώς αντίθετο.

    Γνωρίζει και η φήμη πολλές φορές να καταποντίζει και να ανορθώνει μία ψυχή, και να εκβάλλει την προθυμία εκεί όπου απουσιάζει, και να την αφαιρεί εκεί που δεν υπάρχει.

    Γι’ αυτό σας συμβουλεύω να αυξάνετε τις φήμες εκείνες που εξυψώνουν τα δικά μας παραπτώματα και τα κάνουν να φαίνονται μεγάλα, κι’ όχι εκείνες που προξενούν ντροπή στην κοινότητα των αδελφών. Κι’ αν τύχει κι’ ακούσουμε κάτι καλό, να το διαδίδουμε σε όλους, αν όμως ακούσουμε κάποιο φαύλο και κακό, ας το κρύψουμε μέσα μας κι’ ας κάνουμε το παν, ώστε να το εξαλείψουμε.

    (Από τον Η΄ Λόγο του «Κατά Ιουδαίων».Ε.Π.Ε τ.34)


    0 0

    «Ο σπόρος εστίν ο Λόγος του Θεού»

    Πολλές φορές συνήθιζε να ομιλεί ο Κύριος με παροιμίες και παραβολές. Μια απ’τις σπουδαιότερες παραβολές Του είναι και του σπορέως και είναι αυτή που ακούσθηκε σήμερα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα.Ένας γεωργός έσπειρε τον σπόρο του στο χωράφι κι απ’ τα τέσσερα μέρη του σπόρου τα τρία που έπεσαν πάνω στο δρόμο, στην πέτρα και στ’ αγκάθια χάθηκαν, ενώ το τελευταίο που έπεσε πάνω στην καλή γη καρποφόρησε σε ένα μέρος τριάντα τοις εκατό, σ’ άλλο εξήντα και σ’ άλλο εκατό (Μαρκ. 4,20). Ας δούμε πως καρποφορεί ο λόγος του Θεού:

    Η επεξήγηση της παραβολής. Ο Κύριος ερμήνευσε την παραβολή και είπε πως η καλή γη είναι αυτοί που έχουν καλή και αγαθή καρδιά (Λουκ. 8,15), είναι οι άνθρωποι οι «συνιέντες» (Ματθ. 13,23), είναι αυτοί που άκουσαν με σοβαρότητα το λόγο του Θεού, «οι παραδεχόμενοι» (Μαρκ. 4,20). Όλοι αυτοί δεν απορρίπτουν τη φωνή του Θεού, αλλά με πολλή υπομονή και επιμονή καλλιέργησαν το σπόρο του Θεού, γι’ αυτό κι είχαν πλούσια καρποφορία. Ποια είναι αυτή η καρποφορία; Ο λόγος του Θεού είναι ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι απλώς ένας ανθρώπινος λόγος που κρύβει μέσα του μία θρησκευτική είδηση, έστω και την μεγαλύτερη η την πιο συνταρακτική. Πίσω απ’ τα νοήματα του Ευαγγελίου κρύβεται ο ίδιος ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο Λόγος Του. «Τεκνία μου, ούς πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθεί Χριστός εν υμίν» (Γαλ, 4,19), τονίζει ο απόστολος Παύλος. Πράγματι ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού, σαν μικρό βρέφος αναπτύσσεται μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Άλλωστε ο ίδιος ο Ιησούς είπε πως μητέρα Του και αδέλφια Του είναι αυτοί που ακούν το λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν στην ζωή τους (Λουκ. 8,21). Η εφαρμογή του λόγου-εντολών του Θεού είναι αδιάψευστη μαρτυρία πως ο Χριστός έχει μορφωθεί μέσα μας.

    Πως καταλαβαίνουμε την καρποφορία του λόγου του Θεού;

    Ο άγιος Συμεών, ο Νέος Θεολόγος, φέρνει το εξής παράδειγμα: Μία γυναίκα που κυοφορεί μέσα της βρέφος, έστω κι αν εξωτερικά δεν υπάρχει κανένα σημείο της κυοφορίας της η έστω πως οι υπόλοιποι άνθρωποι δεν υποψιάζονται πως μπορεί να έχει κάποιο παιδί στα σπλάγχα της, αυτή όμως, επειδή ακούει τα σκιρτήματά του, είναι απόλυτα βέβαιη ότι έχει παιδί. Το ίδιο κι ο άνθρωπος που δέχθηκε μέσα του το λόγο του Θεού· καταλαβαίνει πολύ καλά ότι έχει μέσα του τα θρεπτικά σπέρματα του Θεού.

    Ας πούμε μερικά παραδείγματα.Ένας άνθρωπος πριν να πιστεύσει στο Χριστό ήταν εγωιστής, ζηλιάρης, ανήθικος και φίλαυτος. Τώρα που δέχεται μέσα του τα σπέρματα του κηρύγματος, αρχίζει να παραδέχεται εκτός από τον εαυτό του και τους άλλους. Αμαρτήματα που προηγουμένως τα θεωρούσε ασήμαντα, τώρα τα πολεμάει. Αρχίζει να κάνει ελεημοσύνες και καταβάλει σκληρές προσπάθειες να κρατήσει μέσα του, με τη βοήθεια των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, το φως και τη χάρη του Χριστού. Αλλάζει ριζικά και κατά τρόπο θαυμαστό. Αυτό είναι η καρποφορία του θείου σπόρου. Η πλήρης καρποφορία είναι να δεί το Θεό «καθώς εστιν» (Α΄ Ιω. 3,2).

    Ο απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή κάνει λόγο για τους «καλόν γευσαμένους Θεού ρήμα» (κεφ. 6,5). Δε μιλάει για κείνους που άκουσαν το ρήμα του Θεού, αλλά τους γευσαμένους, αυτούς που δοκίμασαν τον Ιησού Χριστό. Όποιος κοινωνήσει –«μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης»- το σώμα και το αίμα του Κυρίου, γεύεται και αισθάνεται μέσα του τη χαρά και την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Όποιος ακούει το Ευαγγέλιο νιώθει την παρουσία του Θεού έντονα στη ζωή του. Όποιος καλλιεργεί το λόγο του Θεού σώζεται. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως καρποφορία είναι τα ρήματα της αιωνίου ζωής, τα εντάλματα της αθανασίας, η επαγγελία της παλινζωίας, το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού, η αίσθηση του Παραδείσου, το πρόσωπο του Χριστού, η πνευματική ζωή.

    Η Εκκλησία σπείρει το λόγο του Θεού. Η Εκκλησία ανοίγει στους πιστούς το δρόμο για να έλθει ο Χριστός μέσα μας. Κηρύσσει τον Εσταυρωμένο και Αναστημένο Ιησού Χριστό, ενώ ο αμαρτωλός κόσμος έχει άλλα κηρύγματα. Μέσα στην πολεμοχαρή και αμαρτωλή εποχή μας η Εκκλησία μας προτρέπει να ακούσουμε το λόγο του Θεού και να μετανοήσουμε· «Μετανοήσατε ούν και επιστρέψατε εις το εξαλειφθήναι υμών τας αμαρτίας» (Πραξ. 3,19). Στους ανθρώπους της εποχής μας που έχουν συνηθίσει να ακούνε τα πιο παράδοξα λόγια, ανήθικα, εμπαθή και φιλάργυρα, φίλαυτα και αντιχριστιανικά. Ο λόγος του Θεού που είναι απλός και συντετμημένος απευθύνεται σ’ όλους μας και μας καλεί να καρποφορήσουμε το Χριστό μέσα μας. Ας μην παραβλέψουμε το λόγο του Κυρίου μας, αλλά ας επιδείξουμε υπομονή και ας προσφέρουμε όλες τις ψυχικές δυνάμεις, για να τον αυξήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο και έτσι να σωθούμε.

     

    Πηγή: www.agiazoni.gr


    0 0

    Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Ζ΄ Οικ. Συνόδου

    Από το τέλος της προς Τίτον ποιμαντικής επιστολής είναι το αποστολικό ανάγνωσμα που διαβάζεται την Κυριακή των αγίων Πατέρων της εν Νικαία 7ης Οικουμενικής (787) Συνόδου. Ο Απόστολος γράφει στον μαθητή του, που είναι επίσκοπος Κρήτης τα εξής:

    «Παιδί μου, Τίτε, αυτά τα λόγια είναι αληθινά και θέλω να τα βεβαιώνεις με την προσωπική σου μαρτυρία, ώστε όσοι έχουν πιστέψει στον Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα. Αυτά είναι τα καλά και τα χρήσιμα στους ανθρώπους. Από το άλλο μέρος, να αποφεύγεις τις ανόητες αναζητήσεις για γενεαλογικούς καταλόγους, τις φιλονικίες και τις διαμάχες γύρω από τις διατάξεις του ιουδαικού νόμου, γιατί όλα αυτά είναι ανώφελα και μάταια. Τον άνθρωπο που ακολουθεί πλανερές διδασκαλίες συμβούλεψέ τον μία δύο φορές, κι αν δεν ακούσει άφησέ τον, με τη βεβαιότητα πως αυτός έχει πιά διαστραφεί και αμαρτάνει, καταδικάζοντας έτσι ο ίδιος τον εαυτό του.

    Όταν θα σου στείλω τον Αρτεμά ή τον Τυχικό, έλα το συντομότερο να με συναντήσεις στη Νικόπολη, γιατί εκεί αποφάσισα να περάσω το χειμώνα. Τον Ζηνά τον νομικό και τον Απολλώ, να τους εφοδιάσεις πλουσιοπάροχα με ο,τι χρειάζονται για το ταξίδι τους, ώστε να μην τους λείψει τίποτα. Ας μαθαίνουν και οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα, για ν’ αντιμετωπίζουν τις επείγουσες υλικές ανάγκες, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη. Σε χαιρετούν όλοι όσοι είναι μαζί μου. Χαιρέτησε τους πιστούς που μας αγαπούν. Η χάρη να είναι μαζί με όλους σας. Αμήν».

    Το κύριο χαρακτηριστικό του χριστιανού, όπως αναδύεται από την περικοπή αυτή, είναι η καρποφορία, τα καλά έργα, ενώ οι διαμάχες και οι ανωφελείς και ανόητες συζητήσεις παρουσιάζονται σαν δείγμα αρρωστημένου χριστιανού. Έτσι ο Απόστολος μας δίνει μία θεολογική θεμελίωση της χριστιανικής πρακτικής ζωής και μας προσδιορίζει τη σημασία της αγαθοεργίας. Χριστιανός άκαρπος δεν μπορεί να υπάρχει ούτε σαν έκφραση ούτε σαν πραγματικότητα, κι αν υπάρχει αποτελεί φαινόμενο απογοητευτικό και δυσάρεστο, και πρέπει να μας εμβάλει σε ανησυχία σαν σύμπτωμα μιάς εκ των βαρυτέρων ασθενειών του Χριστιανισμού. Γιατί πράγματι η ακαρπία σημαίνει διάσπαση της κοινωνίας του χριστιανού με τον Θεό από τη μία μεριά και με τον συνάνθρωπό του από την άλλη. Δεν είναι μάλιστα στην προκείμενη περίπτωση παράξενο το ότι η απουσία ωφελίμων έργων συνοδεύεται από μία διάθεση ανωφελών συζητήσεων, θεολογικών διαμαχών και εκκλησιαστικής κριτικής.

    Τα καλά έργα φανερώνουν υγεία και φυσιολογική κατάσταση του χριστιανού που ζει έντονα την ιδιότητά του αυτή και βρίσκεται σε διαρκή κοινωνία με το Πνεύμα του Θεού, που ζει εν Αγίω Πνεύματι.

    Εδώ μια και μιλάμε για τα καλά έργα, κι επειδή υπάρχει μία κάποια παρανόηση σε ορισμένους χριστιανούς, είναι απαραίτητη η ακόλουθη διευκρίνιση που συνάγεται από τη σωστή μελέτη της Καινής Διαθήκης. Ακούμε ή βλέπουμε πολλούς χριστιανούς να επιδίδονται πυρετωδώς στην επιτέλεση αγαθών έργων, λέγοντας ότι τα κάνουν αυτά για να σωθούν. Πρέπει να γνωρίζουμε όμως ότι τα καλά έργα δεν είναι η προϋπόθεση της σωτηρίας του ανθρώπου αλλά ο καρπός της. Δεν κάνει δηλ. ο χριστιανός καλά έργα για να σωθεί αλλά γιατί σώθηκε. Θα αποτελούσε υπερτίμηση της σπουδαιότητας του ανθρώπου αν σωζόταν με τα έργα του, όπως δίδασκε ο Μωσαικός Νόμος. Η σωτηρία του είναι έργο της αγάπης του Θεού, που αποκορύφωμά της είναι ο θάνατος του Υιού Του στον Σταυρό. Τα έργα του ανθρώπου δεν είναι παρά ο καρπός της ευγνωμοσύνης του γι’ αυτήν τη δωρεά. Ο χριστιανός που έχει επίγνωση της σωτηρίας του, είτε της τωρινής μέσα στην Εκκλησία, είτε της μελλοντικής στον νέο κόσμο της βασιλείας του Θεού, δεν μπορεί να μένει αργός και άκαρπος, αλλά πάντα βρίσκει τρόπους να διοχετεύει προς τους άλλους αδελφούς το πλεόνασμα της αγάπης του, δείχνοντας έτσι την ευγνωμοσύνη του προς τον Σωτήρα Θεό.

    Άνθρωποι όχι των άσκοπων συζητήσεων αλλά των καλών έργων, των έργων της αγάπης, ήταν και οι άγιοι Πατέρες όχι μόνο της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που τιμά σήμερα τη μνήμη τους η Εκκλησία μας, αλλά και όλοι οι άγιοι Πατέρες, που τους προβάλλει η Εκκλησία στους χριστιανούς, καλώντας τους να γίνουν όχι μόνο θαυμαστές αλλά και μιμητές των έργων τους.

    Πηγή: www.agiazoni.gr


    0 0

    Αρκετές φορές συνήθιζε να ομιλεί ο Κύριος με παραβολές [1] και παροιμίες. Μία από τις σπουδαιότερες παραβολές και ίσως πιο γνωστή στο λαό είναι η σημερινή παραβολή, του Σπορέως. Ο Κύριός μας δείχνοντας το δρόμο της νέας ζωής, της ζωής έξω από τις τυπολατρείες των Φαρισαίων και τους ελευθεριασμούς των Σαδουκκαίων, εμπνέεται και διηγείται την παραβολή με το γεωργό.

    Καθώς ο γεωργός έσπερνε τους σπόρους στο χωράφι του, κάποιοι σπόροι έπεσαν κοντά στο δρόμο του χωραφιού, πατηθηκαν από τους ανθρώπους και τους έφαγαν τα πετεινά του ουρανού «και εν τω σπείρειν αυτόν ο μεν έπεσε παρά την οδόν, και κατεπατήθη, και τα πετεινά του ουρανού κατέφαγεν αυτό »[2]. Κάποιοι άλλοι σπόροι έπεσαν σε πετρώδες έδαφος, φύτρωσαν αλλά ξεράθηκαν λόγω του ότι δεν είχε υγρασία «και έτερον έπεσεν επί την πέτραν, και φυέν εξηράνθη διά το μη έχειν ικμάδα »[3]. Άλλοι σπόροι έπεσαν στο έδαφος γεμάτο από σπόρους αγκαθιών, και όταν φύτρωσαν, τους έπνιξαν εντελώς τα αγκάθια «και έτερον έπεσεν εν μέσω των ακανθών, και συμφυείσαι αι άκανθαι απέπνιξαν αυτό »[4]. Άλλοι σπόροι έπεσαν σε εύφορη γη και έκαναν καρπό περισσότερο από άλλες φορές «και έτερον έπεσεν εις την γην την αγαθήν, και φυέν εποίησε καρπόν εκατονταπλασίονα »[5]. Τέσσερις σπόροι και μόνο ο ένας καρποφορεί, ένα μικρό μέρος του σπόρου τυγχάνει την γη την αγαθή. Οι άλλοι τρεις πήγαν χαμένοι. Παρόλο που ίδρωσε, κοπίασε, είχε ελπίδες ο γεωργός, στο τέλος στεναχωριέται για την κατάσταση αυτή.

    Ερμηνεύοντας ο Κύριος τη σημερινή παραβολή είπε πως ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Τα διάφορα μέρη της γης είναι οι καρδιές των ανθρώπων. Σε κάποιους ο λόγος του Θεού δεν μπορεί να εισέλθει μέσα τους και να ενεργήσει γιατί η καρδιά τους είναι σκληρή και άγονη. Άλλοι μοιάζουν με έδαφος που από πάνω έχει λίγο χώμα και από κάτω είναι πέτρα. Αυτή η κατηγορία εννοεί τους ανθρώπους που δεν έχουν βάθος, που είναι επιπόλαιοι. Δηλαδή, ενθουσιάζονται με το λόγο του Ευαγγελίου και όταν εντοπίσουν την πρώτη δυσκολία, αμέσως γογγύζουν και σταματούν να αγωνίζονται. Η άλλη κατηγορία ανθρώπων είναι αυτοί που μοιάζουν με τόπο γεμάτο με σπόρους αγκαθιών. Δηλαδή, αρχίζουν τον πνευματικό αγώνα, προσπαθούν να εφαρμόσουν στη ζωή τους το λόγο του Θεού, αλλά δυστυχώς οι βιοτικές μέριμνες τους αποπνίγουν και τα ξεχνούν όλα. Η άλλη κατηγορία που αναφέρει ο Χριστός είναι οι άνθρωποι που μοιάζουν με το καλό χώμα. Έχουν καλή διάθεση και αγνό συμφέρον, ακούν το λόγο του Θεού, τον προσέχουν και τον εφαρμόζουν, δεν γογγύζουν στις δυσκολίες και τους πειρασμούς της καθημερινότητας, και το αποτέλεσμα είναι να παράγουν πολλούς και καλούς καρπούς. Ας θυμηθούμε τι μας είπε ο Χριστός για αυτούς που προσέχουν το λόγο Του «μακάριοι οι ακούοντες και φυλάσσοντες αυτόν »[6]. Η καρποφόρα γη είναι αυτοί που έχουν καλή και αγαθή καρδιά και προαίρεση «το δε εν τη καλή γη, ούτοί εισιν οίτινες εν καρδία καλή και αγαθή ακούσαντες τον λόγον κατέχουσι και καρποφορούσιν εν υπομονή »[7], είναι οι άνθρωποι οι συνιέντες, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος «ο δε επί την γην την καλήν σπαρείς, ούτός εστιν ο τον λόγον ακούων και συνιών· ος δη καρποφορεί και ποιεί ο μεν εκατόν, ο δε εξήκοντα, ο δε τριάκοντα »[8]. Είναι αυτοί οι άνθρωποι που ακούν με σοβαρότητα και ωριμότητα το λόγο του Θεού, αυτοί που τον φυλάσσουν, οι παραδεχόμενοι «και ούτοί εισιν οι επί την γην την καλήν σπαρέντες, οίτινες ακούουσι τον λόγον και παραδέχονται, και καρποφορούσιν εν τριάκοντα και εν εξήκοντα και εν εκατόν [9]» [10]. Δείχνουν υπομονή στις θλίψεις και στους πειρασμούς, με αποτέλεσμα ο λόγος του Θεού να ριζώνει βαθιά στις καρδιές τους και να μην χάνεται, όπως στο πετρώδες έδαφος. Δεν αφήνουν τα αγκάθια, τα πάθη δηλαδή να αναπτυχθούν και να ριζώσουν μέσα τους, αλλά επιμελούνται τον αγρό της ψυχής τους καθαρίζοντάς τον και καλλιεργώντας τον με τις αρετές, τους καρπούς του Παναγίου Πνεύματος.

    Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας προτρέπει να μην είμαστε τόσο προσηλωμένοι στα βιωτικά, ώστε ν’ απολιθωθούμε κατά κάποιο τρόπο από αυτά, και να μη μπορούμε ν’ ανοίγουμε τα αυτιά και την καρδιά στη δροσιά των λόγων τής διδασκαλίας του Πνεύματος. Γιατί δηλαδή το χώμα της γης, όταν δέχεται τη βροχή, φουσκώνει και μαλακώνει και λιπαίνεται, ενώ το κεραμίδι μένει σκληρό και ξηρό και αδιάλυτο; όχι γιατί η γη θερμαίνεται με τις ακτινοβολίες του ηλίου, αλλά δεν κατακαίεται, γι’ αυτό και έχει ανοιχτούς τους πόρους προς υποδοχή της βροχής, ενώ το κεραμίδι κατακαιόμενο από τη βίαια επαφή με τη φωτιά έχει τους πόρους στο βάθος δυνατά σφραγισμένους και κλειστούς, ώστε να μη μπορούν να δέχονται τη βροχή, έστω και αν είναι πάρα πολύ λεπτή; Έτσι και αυτός που κατέχεται από τα σωματικά και τα γήινα και τα βιωτικά σκληρύνεται υπερβολικά και για πάντα στην καρδιά και έχοντας νεκρωμένη τη διάνοια πριν επιστρέψει στη γη δεν συναισθάνεται την από τον Θεό διδασκαλία· αυτός όμως που χρησιμοποιεί τον κόσμο αυτό και σύμφωνα με την παραίνεση του αποστόλου δεν κάνει κατάχρηση αυτού, θα είναι έτοιμος να ζητεί και ν’ ακούει με σύνεση και να ενεργεί με ζήλο και προθυμία και τα ουράνια· και όχι μόνο ν’ ακούει έτσι, αλλά και να κρατά μέσα του τη διδασκαλία και να την μετατρέπει σε έργο, για να μακαρισθεί από τον Κύριο εξομοιούμενος με τον πιστό και φρόνιμο δούλο· γιατί λέγει· «αυτός που ακούει τους λόγους μου και τους εφαρμόζει, αυτόν θα τον θεωρήσω όμοιο με φρόνιμο άνδρα» [11].

    Αυτό συμβαίνει, αγαπητοί αδελφοί, όπου ενεδρεύει ο πονηρός. Πνίγει τον σπόρο και στο τέλος θριαμβεύει. Παντού ξεπροβάλλει. Εργάτης αδιάλειπτος. Στην ηρεμία υπάρχει η τρικυμία, στα λουλούδια ξεφυτρώνουν τα αγκάθια και τα δηλητήρια των χόρτων, πλησίον του ήρεμου ελαφιού εμφανίζεται η αιμοβόρος τίγρις. Παντού υπάρχει αυτός ο δυϊσμός. Θα λέγαμε γίνεται μια πάλη μεταξύ του αγαθού και του κακού. Παρόλα αυτά, όμως, το καλό είναι ισχυρότερο από το κακό και πιο ποιοτικό.

    Με την ενέργεια του θείου λόγου εσωτερικά γινόμαστε νέοι, καινοί άνθρωποι, δηλαδή αναγεννώμαστε «αναγεγεννημένοι ουκ εκ σποράς φθαρτής, αλλά αφθάρτου, διά λόγου ζώντος Θεού και μένοντος εις τον αιώνα »[12]. Αισθανόμαστε την καρδιά μας να αναγεννάται, μεταφερόμαστε σε πνευματικούς χώρους.

    Ο λόγος του Θεού ενεργεί καθαρτικά στον άνθρωπο. Καθαρίζεται ο νους και η καρδιά του ανθρώπου από κάθε ακαθαρσία γιατί είναι σαν τη φωτιά που κατακαίει και σαν το τσεκούρι που κόβει την πέτρα, σύμφωνα με τον προφήτη Ιερεμία [13]. Να έχουμε καλή διάθεση όταν ακούμε η διαβάζουμε τον λόγο του Θεού, χωρίς να βάζουμε λογισμούς ότι αυτά που αναφέρονται στο Ευαγγέλιο είναι παλαιά και δεν είναι για τις σημερινές ημέρες. Αυτό είναι μέγα σφάλμα. Το Ευαγγέλιο γράφτηκε 2 χιλιάδες πριν χρόνια και γράφτηκε για όλους τους αιώνες. Καμία εξουσία δεν έχουμε να αλλοιώνουμε η να παραλείπουμε φράσεις και κείμενα από τον λόγο του Θεού «Αμήν λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν η μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένηται »[14]. Εάν απειθούμε στον λόγο του Θεού, δεν λαμβάνουμε καμία ωφέλεια από αυτόν και δεν έχουμε ούτε ελπίδα σωτηρίας. Ας εντοπίσουμε σε ποια κατηγορία ανήκουμε εμείς και αν δούμε πραγματικά ότι δεν ανήκουμε στους ανθρώπους που οι καρδιές τους χαρακτηρίζονται και είναι η καλή και καρποφόρα γη, να αγωνιστούμε μέσω του πνευματικού μας αγώνα και των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας, να ενταχθούμε σε αυτή την κατηγορία, ώστε να γίνει η καρδιά μας γόνιμη γη με πολλούς καρπούς, δηλαδή πολλές αρετές και χαρίσματα.

     

    Παραπομπές:

    1. Ο Ιησούς Χριστός μέσα από τις παραβολές του περιγράφει τον καινούριο κόσμο της Βασιλείας του Θεού.
    2. Λουκά 8,5.
    3 3. Λουκά 8,6.
    4. Λουκά 8,7.
    5. Λουκά 8,8.
    6. Λουκά 11,28.
    7. Λουκά 8,15.
    8. Ματθαίου 13,23.
    9. Μάρκου 4,20.
    10. Ιωήλ Φραγκάκου, Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας, «ο Επιούσιος άρτος», εκδ. Αποστολική Διακονία, έκδοση β΄ 2010, σελ. 490-492.
    11. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, «Λόγος στο ευαγγέλιο που λέγει «βγήκε ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του», Έργα, ΕΠΕ, τόμος 11, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς».
    12. Α΄ Πέτρου 1,23.
    13. Ιερεμίου 23,29.
    14. Ματθαίου 5,18.


    0 0

    Δεν υπάρχει ευκολότερο πράγμα από το να ξεγελάει κανείς τον εαυτό του. Γιατί ό,τι επιθυμούμε, πρόθυμα και το πιστεύουμε. Η πραγματικότητα, όμως, πολλές φορές είναι διαφορετική.

     

    Επίκτητος


    0 0

    Ο τρόπος με τον οποίον ο Θεός ασκεί την οντολογική ελευθερία Του, εκείνο που τον κάνει να είναι οντολογικά ελεύθερος, είναι ότι υπερβαίνει και καταργεί την οντολογική αναγκαιότητα της ουσίας με το να είναι Θεός ως Πατήρ, δηλαδή ως Εκείνος που γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα »[1]. Άρα « το πρόσωπο του Θεού Πατρός προηγείται και καθορίζει την ουσία Του, δεν καθορίζεται απ’ αυτήν » [2]. Συνεπώς ο ένας Θεός δεν είναι η μία ( αναγκαστική ) ουσία, αλλά ο Πατήρ, ο οποίος είναι η αιτία της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. «Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στην σκηνή της ιστορίας η Χριστιανική Εκκλησία, αναφέρονταν στην Αιτιώδη Αρχή του υπάρχειν όχι με την λέξη Θεός αλλά με την λέξη ο Πατήρ »[3].

    Συμπέρασμα των θέσεων αυτών είναι, πως η ενότητα του Θεού βασίζεται στο πρόσωπο του Θεού Πατρός. Αντιθέτως η πατερική θεολογία προβάλλει το ομοούσιο ώς «φύλακα» της ενότητας του Θεού, δηλαδή η ενότητα της θεότητας κατανοείται ως ενότητα εν τη ουσία [4] καί όχι στο πρόσωπο του Πατρός. Ο Θεός είναι ένας επειδή μία είναι η ουσία Του και όχι επειδή ένα είναι το αίτιο [5] υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος. Αυτές οι θέσεις περί κοινοποιήσεως της ουσίας του Πατρός στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, όπως και η θεώρηση της φύσης ως κάτι το αναγκαστικό, είναι ευρέως διαδεδομένες στον ορθόδοξο χριστιανικό χώρο, αλλά δεν εκφράζουν την πατερική – βιβλική διαδασκαλία της Εκκλησία.

    Η θεώρηση της ουσίας ως ανάγκη, δεν είναι καινοτομία. Αντιθέτως την συναντούμε στον Αριστοτέλη και στον Άρειο. Ο δεύτερος προσπαθούσε να πείσει τους Ορθοδόξους πως δεν μπορεί ο Υιός να είναι φυσικό γέννημα του Πατρός, διότι έτσι θα εισαγάγονταν ανάγκη στην θεότητα. Με άλλα λόγια κατουσίαν σχέση σημαίνει, για τους Αρειανούς, κατ’ ανάγκην σχέση [6]. Κατά τον αιρεσιάρχη, η ελευθερία του Θεού Πατρός διασφαλίζεται μόνο με την ετερουσιότητα του Υιού και του Πνεύματος. Συνεπάγεται, λοιπόν πως ο Υιός και το Πνεύμα είναι κτίσματα της βούλησης του Πατρός, κατά τον Άρειο. Αντιθέτως ο Υιός, σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία της εκκλησίας, δεν είναι κτιστός, ούτε ποίημα της βουλήσεως του Πατρός. Ο Υιός είναι η ίδια η βούληση, δύναμη και θέληση του Πατρός [7], το ενούσιο και ενυπόστατο θέλημα του Θεού [8]. Επομένως δεν γεννάται ελευθέρως εκ της βουλήσεως του Πατρός, όπως υποστηρίζουν ακράδαντα ορισμένοι θεολόγοι. Ο Υιός γεννάται εκ της φύσεως του Πατρός, φυσικώς [9], η αλλιώς εκ της ουσίας του Πατρός [10], όσο και αν η λέξη «ουσία» ενοχλεί και ταράσσει ορισμένους σύγχρονους θεολόγους, ως ένα δήθεν κακέκτυπο απομεινάρι της μεσαιωνικής μεταφυσικής. Ελευθέρως δημιουργείται μόνο η κτίση από τον Θεό δια της κοινής θείας ενεργείας εκ Πατρός δι’ Υιού εν Αγίω πνεύματι.

    Η Ορθόδοξη θεολογία από την άλλη, μας παρουσιάζει εντελώς διαφορετικά τον Τριαδικό Θεό. Πρώτον, τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν αλληλοπεριχωρούνται με σύγχηση, συμφυρμό και συναλοιφή όπως στην αίρεση του Σαβέλλιου [11], αλλά περιχωρούνται κατα την κοινή Τους φύση, ουσία, φυσικά ιδιώματα, βούληση και ενέργεια και όχι κατά τις υποστάσεις και τα υποστατικά προσόντα. Στην Αγία Τριάδα, οι Τρείς θείες υποστάσεις έχουν κοινή θέληση και κοινή ενέργεια [12]. Εάν δεχθούμε αλληλοπεριχώρηση υποστάσεων, θα πλησιάσουμε σε έναν ήπιο Σαβελλιανισμό στην καλύτερη ή σε μία πλήρη άρνηση, σύγχυση των υποστατικών ιδιωμάτων, στη χειρότερη των περιπτώσεων. «Στην Αγία Τριάδα υπάρχει ταυτότητα ουσίας, ενεργείας, θελήματος και σύμπνοια γνώμης και ταυτότητα εξουσίας, δυνάμεως και αγαθότητος, όχι ομοιότητα αλλά ταυτότητα και μία έξαρση της κινήσεως. Μία λοιπόν είναι η ουσία, μία αγαθότητα, μία δύναμη, μία θέληση, μία εξουσία, μία και η αυτή, όχι τρείς όμοιες μεταξύ τους, αλλά μία και η αυτή κίνηση των τριών υποστάσεων. Σε όλα είναι ένα ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα εκτός από την αγεννησία, την γέννηση και την εκπόρευση »[13].

     

    Παραπομπές:

    1. Ιωάν. Ζηζιούλας, Η ιδιοπροσωπία του νέου ελληνισμού, συλλογή κειμένων, Ίδρυμα Γουλανδρή – Χόρν, Αθήνα 1983, σελ. 314
    2. Xρ.Γιανναράς, Το Αλφαβητάρι της πίστης, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1983, σελ.59
    3. Χρ.Γιανναράς, Οντολογία του προσώπου, προσωποκεντρική οντολογία, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2016, σελ. 54
    4. Μ. Βασίλειος, Ανατρεπτικός του Απολογητικού του Ευνομίου A’, PG 29, 556 B
    5. Γ. Γεώργιος Καραλής, Η μωρία του Θεού και η σοφία του ανθρώπου, διαδρομές μεταξύ θεολογίας και πνεύματος της εποχής, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2017, σελ. 52
    6. Ιωάν. Ρωμανίδης, Πατερική Θεολογία, εκδόσεις Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 274
    7. Ιωάν. Δαμασκηνός, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, PG 94, 856A
    8. Γρηγ. Νύσσης, Κατά Ευνομίου Γ’, PG 45, 776A
    9. Ιωάν. Δαμασκηνός, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, PG 94, 820B
    10. Ιωάν. Ρωμανίδης, Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας Τόμος Β, εκδόσεις Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 5 ( Σύμβολο Νίκαιας ), Μ. Βασίλειος, Ανατρεπτικός του Απολογητικού του Ευνομίου Β’, PG 29, 624B
    11. Ιωάν, Δαμασκηνός, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, PG 94, 829D
    12. Ν. Ξεξάκης, Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία Τόμος 1, εκδόσεις Έννοια, Αθήνα 2012, σελ. 220
    13. Ιωάν. Δαμασκηνός, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδέξου πίστεως, PG 94, 828C – 828D


    0 0

    Στο ερώτημα αυτό δεν υπάρχει εύκολη και δεδομένη απάντηση ούτε όμως και αγωνία όταν εμπιστεύεσαι το σχέδιο του Θεού γενικότερα. Είναι όμως ένα θέμα για το οποίο οι θεολόγοι έχουν καταθέσει τις απόψεις τους και δεν μπορούμε να πούμε ότι απόλυτα ισχύει το ένα ή το άλλο. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν χρειάζεται ως προς την προσέγγιση του θέματος πανικός ή εμπλοκή εθνικιστικών στοιχείων, αντισημιτιστικών τάσεων κ.α.

    Αν δούμε τα πράγματα από την αρχή, όπως η Γένεση τα περιγράφει, ο Θεός δημιουργεί τον Αδάμ, τον άνθρωπο δηλαδή. Μετά τον Κατακλυσμό  και άλλα βιβλικά γεγονότα διαλέγει έναν λαό προκειμένου να δώσει τον Νόμο Του και στην συνέχεια εξ’ αυτού να γεννηθεί ο Υιός Του. Αδιαμφισβήτητα αυτός ο λαός είναι ο Ισραήλ. Δεν είναι όμως ότι ο Θεός κάνει αυτήν την επιλογή αποκλείοντας τους άλλους λαούς, το αντίθετο. Θέλει μέσα από τον λαό αυτό να δοθεί ο Νόμος του σε όλα τα έθνη. Φαίνεται ωστόσο, μέσα από την Βίβλο, ότι οι Ιουδαίοι ποικιλοτρόπως απέτυχαν να υπηρετήσουντο σχέδιο αυτό του Θεού.

    Όμως το ερώτημα παραμένει∙γιατί διαλέγει αυτόν τον λαό; Έστω και αν αποδεικνύεται πολύ «μικρός»  για μια τέτοια αποστολή.

    Πιθανόν να τον επέλεξε ο Θεός διότι ως λαός ήταν δεκτικός στην μονοθεΐα, την οποία, παρά τα ατοπήματά του, διατήρησε στο διάβα των αιώνων. Θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να γίνει το ίδιο σε λαούς που πίστευαν σε ειδωλολατρικούς θεούς.  Μολαταύτα, δεν μπόρεσαννα δεχθούν τον Ένα μονογενή Σαρκωθέντα Υιό Του, με τραγικές συνέπειες για τους απογόνους τους από τότε μέχρι και σήμερα. Όλο το έργο του Θεού είχε να κάνει με την έλευση Αυτού του Υιού Του, η οποία κατά την γνώμη ορισμένων Πατέρων της Εκκλησίας, ούτως ή αλλιώς όμως θα γινόταν. Δηλαδή θα γινόταν ασχέτως με την πτώση ή μη του ανθρώπου.

    Για την σάρκωση του Υιού του Θεού, του Χριστού, από το γένος των Εβραίων, μπορεί να σχετίζεται και η γεωγραφική τους θέση. Εκεί, στην λεκάνη της Μεσογείου, που ήταν κέντρο πολιτισμού (υπάρχει από νωρίς γλώσσα και γραφή), αλλά και εμπορικό κέντρο, το ευαγγελικό μήνυμα θα μπορούσε να «σκορπιστεί» ταχύτατα στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου. Μην ξεχνάμε επίσης ότι στην περιοχή αυτή, εκτός της Εβραϊκής ομιλείται και η Ρωμαϊκή και βεβαίως η καλπάζουσα ελληνική γλώσσα.

    Αξίζει όμως να παρατηρήσουμε και κάτι άλλο. Αυτός πού ονομάζουμε «εκλεκτός λαός» δεν ήταν πάντα μια «στενή», «κλειστή» ομάδα Ιουδαίων, αλλά στην «βάση» τουςπροστίθονταν και άλλοι άνθρωποι που προέρχονται μεν από ειδωλολατρικούς λαούς, αλλά σέβονταν και αναζητούσαν τον Ένα και αληθινό Θεό. Γιαπαράδειγμα η Ρούθ από την Μωάβ, η οποία αν και ειδωλολάτρισσα «έγινε»  λαός του Θεού και μάλιστα μπήκε στο γενεαλογικό δέντρο του Χριστού( Μτ.1,5).

    Και πάλι να σημειωθεί ότι ο Ισραήλ δεν ξεχωρίζεται από τον Θεό για να σωθεί μόνο αυτός, αλλά για να λειτουργήσει ως «ζυμάρι»προκειμένου να ζυμωθεί όλος ο κόσμος. Αυτή η ιδέα αποτελεί κεντρικό άξονα του κηρύγματος των προφητών. Το ίδιο διαβάζουμε σαφώς και στην υπόσχεση του Θεού προς τον γενάρχη Αβραάμ «καίἐνευλογηθήσονταιἐνσοίπᾶσαιαἱφυλαίτῆςγῆς» (Γεν.12,3).

    Παράλληλα, κάποιοι εγείρουν ερωτήματα στο γιατί θα πρέπει να μελετάμε την Παλαιά Διαθήκημε το επιχείρημα αφού αυτή είναι καθαράη ιστορία των Εβραίων. Όμως το πρώτο τμήμα της Αγίας Γραφής, η Παλαιά Διαθήκη, ενώ όντως έχει πολλά ιστορικά στοιχεία δεν είναι ένα ιστορικό και μόνο κείμενο. Είναι ένα ιερό κείμενο που καταγράφει την Αποκάλυψη του Θεού στον κόσμο. Μέσα στα βιβλία της γίνονται φανερά τα σημεία του Θεού από την δημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου έως τα έσχατα. Μέσα στην Παλαιά Διαθήκη μαθαίνουμε το ποιος δημιούργησε τον κόσμο, πόσο «ψηλά» τον τοποθέτησε. Βλέπουμε επίσης την τραγική στιγμή της πτώσης του, αλλά και την υπόσχεση, ήδη από τότε, για την αναδημιουργία του. Αναφέρουμε κλείνοντας τα σπουδαία που καταγράφει σχετικά ο καθηγητής μας κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου: «Στην ιστορία των προφητών τα όσα συμβαίνουν στον Ισραήλ τίθενται στο υπόβαθρο της ιστορίας των λαών και της παγκόσμιας ιστορίας. Στο τέλος της προφητείας βρίσκεται ο «δούλος του Κυρίου», ο οποίος αποστέλλεται  «εἰς φῶς ἐθνῶν»«εἰς σωτηρίαν ἔως ἐσχάτου τῆς γῆς» και αργότερα στις εσχατολογικές προφητείες, η σωτηρία ανοίγεται σε όλους τους λαούς. Και τέλος ο Ιησούς πεθαίνει στο Σταυρό επειδή «οὔτωςἠγάπησεν ὁ Θεός τόνκόσμον» (Ἰωαν.3,16). Καθίσταται επομένως προφανές ότι η ιστορία του Θεού με τον λαό του έχει από την αρχή μέχρι το τέλος την ανθρωπότητα ως στόχο. Όταν χάνεται αυτός ο στόχος… ακόμα και οι πιο συναρπαστικές αφηγήσεις ακόμα και οι πιο υψηλές ηθικές ή θεολογικές διδασκαλίες παύουν να είναι Αγία Γραφή και καταντούν ευσεβής ιστορία».


    0 0

    Συστατικά 100 γρ. πανσέτα καπνιστή κομμένη σε κύβους 0,5 εκ. 1 κ.σ. βούτυρο 1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο 1 καρότο κομμένο σε...

    0 0

    Του Σεβ. Μητροπολίτη Ναϊρόμπης κ. Μακαρίου Έπρεπε να γίνει κι αυτό για να μπορέσει η ψυχή μου να ησυχάσει και...

    0 0

    Κακομάθαμε, στραβομάθαμε, συνηθίσαμε στο ανίερο, το αλλότριο, το ξένο. Δίχως προφάσεις, δίχως δικαιολογίες θα πρέπει να ομολογήσουμε τα όποια λάθη μας. Η μετάνοια θα δώσει εσωτερική ειρήνη, καρδιακή χαρά, ποιότητα ζωής.

    Γέροντας Μωυσής  Αγιορείτης


    0 0

    Με τη βιοοικονομία μπορούν να μετατραπούν τα φύκια σε καύσιμα, να ανακυκλωθούν τα πλαστικά, να μετατραπούν τα απόβλητα σε νέα...

    0 0

    Το Ανώτατο Δικαστήριο της Βρετανίας δικαίωσε σήμερα ένα αρτοποιείο της Βόρειας Ιρλανδίας που ανήκει σε οικογένεια καθολικών, το οποίο αρνήθηκε,...

older | 1 | .... | 1397 | 1398 | (Page 1399) | 1400 | 1401 | .... | 1462 | newer