Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1399 | 1400 | (Page 1401) | 1402 | 1403 | .... | 1462 | newer

    0 0

    Ηγέτιδα μορφή στο φάσμα της σύγχρονης ελληνικής σκέψης προβάλλει ο κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, ιστορικός του πνεύματος, ακαδημαϊκός και πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Με το δυσεπόπευτο και ασύλληπτης έκτασης για έναν άνθρωπο συγγραφικό έργο του, μέσω του οποίου κτίζει αστραφτερή γέφυρα μεταξύ της Ελλάδος και της Ευρώπης, την πρωτοπόρο και εμπνευσμένη παρουσία του ως ανακαινιστής της επιστήμης της κοινιωνιολογίας στην Ελλάδα, την πολυεπίπεδη και ηθικά ευγενή συμβολή του στην πολιτική μας σκηνή, εκλεγόμενος δυο φορές πρωθυπουργός, κατ΄ επανανάληψη βουλευτής και υπουργός, αλλά και την γεμάτη ηθική δόνηση και ευαιθησία παρουσία του στα δημόσια δρώμενα, ο αχαιός διανοούμενος Παναγιώτης Κανελλόπουλος σημάδεψε ανεξίτηλα την επιστημονική και πολιτισμική μας εκπόρευση στον εικοστό αιώνα. Βίωσε όλες τις δραματικές πτυχές και τον ιστορικό δυναμισμό του, αναδέχτηκε και έφερε σε πέρας σε δύσκολες ώρες της ιστορίας για την ελληνική πατρίδα δυσεκπλήρωτο πολιτικό έργο, μη φειδόμενος να υποβληθεί σε μεγάλες προσωπικές θυσίες και αποτύπωσε αδρά το αποτύπωμά του στην δημόσια ζωή.

    Θεωρείται για των εππικών διαστάσεων συγγραφικό σε πλάτος και σε βάθος έργο του, ο πιο βαρύμοχθος πνευματικά σύγχρονος έλληνας. Το οποίο από την κριτική θεωρείται όργανο εθνικής αυτογνωσίας και μυσταγωγίας. Και είχε ο προικοδοτομημένος αυτός ακάματος ξωμάχος και θηρευτής του πνεύματος, όλες τις άρετές και τις χάρες του κατά Πλάτωνα φιλοσόφου. Αισθαντικότητα, εκπληκτική μνήμη, ευμάθεια και ευθυκρισία. Πάνω απο όλα όμως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος υπήρξε ένας αθεράπευτος εραστής της ιδεάς του ανθρώπου. Αγάπησε με πάθος και την ευδόνητη ευαισθησία του, ότι ανθρώπινο ατένιζε το ευσυγκίνητο μάτι του. Είτε μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα, είτε βαθιά στούς ορίζοντες της ιστορίας. Πάνοτε ανεξίκακος και πρόθυμος με καρτερία και αυταπάρνη στωϊκού φιλοσόφου να συγχωρήσει και να κατανοήσει τους διώκτες του. Τούτο έπραξε με παρρησία όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με την θύελλα της ιστορίας. Κυνηγηθείς και εξόριστος στην Κύθνο, στην Θάσο και στην Κάρυστο, τόσο απο την μεταξική δικτατορία, όσο και απο την επτάχρονη κυβερνητική ανομία των Αθηνών. Παρότι έζησε σε μια εποχή ταραγμένη, διασπασμένη και διασπαστική της κοινωνικής αρμονίας, δημιουργική εμπαθειών και πολιτικής αδιαλλαξίας, διατήρησε την συναισθηματική του ισορροπία και την ιδεολογική του εμμετρία, ξένος πρός οποιαδήποτε ακρότητα. Αγωνίσθηκε τον αγώνα τον καλό, με υψηλοφροσύνη και αυτοθυσία για την πατρίδα. Για τούτο και αναγορεύτηκε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος σε σύμβολο ανθρωπιάς, όσων στο διάβα της ζωής τους εισδέχθηκαν την ακτινοβολία της προσωπικότητάς του και την θαλπωρή του ήθους του. Ο αχαιός διανοούμενος είδε το φως της ζωής στην Πάτρα στις 13 Δεκεμβρίου του 1902.

    Μετά τις εγκύκλιες γυμανασιακές του σπουδές ενεγράφη στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1919. Συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης κατά το διάστημα 1920-1923 οπότε και αναγορεύτηκε διδάκτωρ του Διακαίου και κατόπιν μετέβη στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Στην Χαϊδελβέργη μάλιστα θα διασταυρώσει τα βήματά του, με τους άλλους δυο μεγάλους της ελληνικής διανόησης Κωνσταντίνο Τσάτσο και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, που εκπονούσαν την διδακτορική τους διατριβή και έκτοτε θα αποτελέσει μαζί τους την χρυσή τριανδρία της σύγχρονης ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης, που εξέδιδε για ένδεκα συναπτά έτη και το περίφημο για την αννακαίνιση των ελληνικών γραμμάτων περιοδικό «Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών». Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1926 πραγματοποιεί την πρώτη συμμετοχή του στα πολιτικά μας πράγματα αναλαμβάνοντας καθήκοντα Γενικού Γραμματέως του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας στην Οικουμενική κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη, ενώ τρία χρόνια αργότερα το 1929 εκλέγεται υφηγητής της έκτακτης αυτοτελούς έδρας της Κοινωνιολογίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (νεότερος τότε καθηγητής στην ακαδημαϊκή μας σκηνή). Το 1933 εξελέγη τακτικός καθηγητής και το 1934 έγινε ο πρώτος πρόεδρος του νεοσύστατου τότε Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ). Έκοτε θα έχει ενεργό ανάμειξη στην πολιτική μας ζωή, καταλαμβάνοντας όλα τα δημόσια αξιώματα, αλλά και πολλές φορές ευρισκόμενος στο κέντρο των εθνικών μας περιπετειών. Το 1935 αρνούμενος να ορικιστεί πίστη στο βασιλιά απομακρύνθηκε απο την πανεπιστημιακή του έδρα, αλλά και απο την διοίκηση του ΙΚΑ. Στις 15 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους ίδρυσε το «Εθνικόν Ενωτικόν Κόμμα» και έλαβε μέρος στις εκλογές του 1936, σε συνεργασία με τον βενιζελικό στρατηγό Μαζαράκη-Αινιάν, με σύνθημα τον τερματισμό του διχασμού, αλλά δεν εξελέγη βουλευτής. Η τετραυγουστιανή δικτατορία του Μεταξά τον εξόρισε στην Κύθνο, την Κάσο και την Κάρυστο, για να ζητήσει με την έκσπαση του ελληνοϊταλικού πολέμου να στρατευθεί ως οπλίτης στην πρώτη γραμμή της 13-ης Μεραρχίας Αρχιπελάγους (Πόγραδετς-Κορυτσά). Εφεξής ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος θα έχει πολυσχιδή συμμετοχή ως υπουργός και βουλευτής στα πολιτικά μας δρώμενα, με όλες τις έγκονες απο τον δραματικό τόνο της ιστορικής συγκυρίας, περιστάσεις. Θα αναγνωριστεί όμως σταδιακά απο όλες τις πολιτικές μας πτέρυγες σαν ο σεμνός, συνετός, άξιος και ανιδιοτελής υπηρέτης των εθνικών συμφερόντων και για τούτο άλλωστε θα τιμηθεί και με όλα τα ανώτατα αξιώματα της ελληνικής πολιτείας, με την συνακόλουθη εκλογή του ως ακαδημαϊκού το 1959 απο την Ακαδημία Αθηνών. Στο ύπατο πρωθυπουργικό αξίωμα θα φτάσει δυο φορές το 1945 και το 1967, ενώ η πρωθυπουργία θα του προταθεί και το 1974 μετά την παράδοση της διακυβέρνησης της χώρας απο τους στρατιωτικούς στην πολιτική ηγεσία, με όλα τα δραματικά γεγονότα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο που είχαν προηγηθεί. Τελικά θα επιλεγεί με υπόδειξη των ναυάρχου Αραπάκη και Ευαγγέλου Αβέρωφ ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ενώ το 1985 δέχτηκε την καθόλα τιμητική πρόταση απο τον Ανδρέα Παπανδρέου για την πρόεδρία της Δημοκρατίας, την οποία ευγενικά αρνήθηκε, μένοντας προσηλωμένος στις πολιτικές του καταβολές. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος παράλληλα πρός την δημόσια και πολιτική παρουσία του, παρήγε συγγραφικό έργο ασύλληπτης έκτασης για έναν άνθρωπο, που παραπέμπει σε ηθική μεγαλουργία. Αυτό το διεθνούς αναγνώρισης συγγραφικό του έργο αποτέλεσε και την πνευματική γέφυρα για την σύζευξη του ευρωπαϊκού με τον ελληνικό πολιτισμό. Σ΄αυτό προεξάρχει η επικών διαστάσεων δημιουργία του «Ιστορία του Ευρωπαϊκου Πνεύματος» μέσω της οποίας ο ανεπανάληπτος διανοούμενος διαισθάνεται, διερμηνεύει και αποτυπώνει ότι μέγα και ευγενές παρήχθη στον ευωρωπαϊκό χώρο, στο φάσμα της ποίησης, της ζωγραφικής, της μουσικής, του θεάτρου, της φιλοσοφίας, της γλυπτικής, της λογοτεχνίας και οιασδήποτε άλλης υψηλής καλλιτεχνικής έκφρασης που έσπασε τα εθνικά της όρια και επεβλήθη με την αναγνώρισή της και το κύρος της, ως κτήμα του παγκόσμιου πολιτισμού.

    Για το κύκνειο αυτό άσμα του Κανελλόπουλου, ο μεγάλος άγγλος συγγραφέας Chris Woodhouse έγραψε «Η ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος», έργο του πολύ μεγάλου ευρωπαίου Παναγιώτη Κανελλόπουλου είναι έργο ασυναγώνιστο. Και ασυναγώνιστο όπως είναι, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να αναληφθεί απο ένα δυτικό ιστορικό, παρά απο ένα έλληνα με πανευερωπαϊκή συγκρότηση, πνευματική και ψυχική, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος». Αλλά και ο ίδιος ο Κανελλόπουλος, για το απαράμιλλο έργο του, που αίρει τις ρωμαλέες ρίζες της δημιουργίας του στην πικρή εξορία του στην Κύθνο θα γράψει στον πρόλογό του «Στη μοναξιά της (δηλαδή της εξορίας απο το 1937-1940) είδα εμπρός μου την πιο μεγάλη και την πιο σταθερή κοινωνία των πνευμάτων. Δεν την είδα μόνο, την έζησα […] έκανα δικές μου τις φαινομενικά οξύτατες αντιθέσεις της, και το αμάρτημά μου είναι ότι τ΄ αγάπησα όλα, δηλαδή και κείνα της ιστορίας των πνευμάτων, που μοιάζουν σα να ζουν ασυμφιλίωτα. Με τους κλασικούς αγάπησα το φως, με τους ρομαντικούς τη νύχτα. Με τους λογικούς αγάπησα την ορθογώνια σκέψη, με τους μυστικούς την άδηλη αλήθεια». Υψηλής περιωπής όμως έργο του Παναγιώτη Κανελλόπουλλου είναι και η μυθιστορηματική ανάπλαση των τελευταίων αιώνων της ζωής του Βυζαντίου, όπου ο μεγάλος διανοητής υπο τον υπαινικτικό τίτλο «Γεννήθηκα το 1402» επιχειρεί μια πανοραμική επισκόπηση στα κλέη, τα πάθη και τα πένθη του λαού, την ιστορικά πολυδύναμη περίοδο του Βυζαντίου. Για να συνεχίσει στο ίδιο θεματικό πεδίο της ιστορικής καταγραφής, με μαρμαρυγές πάντοτε απο τις έξοχες λογοτεχνικές του αρετές και την ανεκδιήγητη αισθαντικότητά του, που σφράγιζε τα έργα του, πέρα απο την πλησμονή της επιστημοσύνης του, με περιπάθεια εραστή, με το τρίτομο έργο του «Απο τον Μαραθώνα στην Πύδνα», όπου αποτυπώνει με ασύληπτη ηθική ενάργεια την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας της μετακλασικής περιόδου.Καταγράφοντας τα πρόσωπα, τα γεγονότα και τα προβλήματα, της τόσο γεμάτης σε ιστορικό δυναμισμό και δραματικό χαρακτήρα ιστορικής μας περιόδου. Όμως άπαυτος υπήρξε ο συγγραφικός οίστρος του Κανελλόπουλου και δεν αφήκε στιγμή, που να μην την φλογίσει με το θερμουργό πάθος του για δημιουργία. Και ατελείωτος είναι ο κατάλογος των έργων του … Έτσι πέρα απο τα τρία αυτά κλασικά έργα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, που αρκούν για να του προσδώσουν το χαρακτήρα της αθανασίας, στην χωρία των μεγάλων ανά τους αιώνες της ιστορίας μας συγγραφέων, ο ευαίσθητος διαννοούμενος παρήγε πολυμερέστατο και αισθαντικό συγγραφικό έργο και σε πολλά ακόμα πεδία της συγγραφικής δημιουργίας. Όπως ποίηση, δοκίμιο, θέτρο, φιλοσοφία, κοινωνιολογία κ.α. Παραθέτουμε μερικά απο τα πιο γνωστά απο τον ατελείωτο κατά-λογο και τεραστίων διαστάσεων για έναν άνθρωπο έργα του. Ποίηση : «Ρυθμοί στα κύματα», «Απλοί φθόγγοι σε στίχους», «Ο κύκλος των Σονέττων». Πεζογραφία: «Η λυτρωμένη απο το σόι που χάθηκε». Θέατρο «Όλιβερ Κρόμβελ», «Ο σταθμός», «Ένα μονόπρακτο». Μελέτες – δοκίμια- ιστορικά έργα : «Η κοινωνία των Εθνών», «Αι θρησκείαι ως προσδιοριστικοί παράγοντες των πολιτισμών», «Περί της έννοιας του Διεθνούς Δικαίου απο κριτικοφιλοσοφικής απόψεως», «Κοινωνιολογία των ιμπεριλιαστικών φαινομένων», «Κάρολος Μάρξ, Συμβολή εις την ιστορίαν των Οικονομικών και κοινωνικών Θεωριών», «Ιστορία και πρόοδος, Εισαγωγή είς την κοινωνιολογίαν της ιστορίας», «Η Ελλάς και ο πόλεμος», «Θα σας πω την αλήθεια», «1935-1945, ένας απολογισμός», «Ο εικοστός αιώνας – Η πάλη μεταξύ ανθρωπισμού και απανθρωπίας», «Ο Χριστιανισμός και η εποχή μας-Απο την ιστορία στην αιωνιότητα», «Πέντε Αθηναϊκοί διάλογοι – 51 έως 529 μ.Χ.», «Μεταφυσικής προλεγόμενα – Ο άνθρωπος – ο κόσμος – ο θεός», «Το τέλος του Ζαρατούστρα», «Τα χρόνια του μεγάλου πολέμου», « Υποθήκαι πρός τους νέους», «Η Ελλάς εν όψει του μέλλοντος της ανθρωπότη-τος», «Λόρδος Βύρων: η ζωή και το έργο του», «Ναπολέων Βοναπάρτης», «Η Γαλλική Επανάσταση» κ.α. Έργο, πλατύ, ατέλευτο σε έκταση, που παραπέμπει στην πνευματική οιτσρηλασία του αοίδιμου πνευματικού και πολιτικού μας άνδρα.

    Ο αλησμόνητος διανοούμενος και πολιτικός είχε τιμηθεί τόσο απο την ελληνική πολιτεία, όσο και απο άλλους διεθνείς πνευματικού χαρακτήρα οργανισμούς και σωματεία, με πληθώρα ηθικών αριστείων και παρασήμων. Το 1957 τιμήθηκε απο την Ακαδημία Αθηνών με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, για το έργο του «Γεννήθηκα το 1402» και το 1959 εξελέγη ισόβιο μέλος της. Το1976 τιμήθηκε απο την Βουλή των Λόρδων για την ευρωπαϊκή του συγκρότηση και το 1982 του απονεμήθη το Μετάλλιο Γκαίτε. Τέλος το 1979 εξελέγη εταίρος της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Είχε ακόμα τιμηθεί απο τον βασιλέα Παύλο και τον βασιλέα Κωνσταντίνο τον Β’, όπως και με 16 ακόμη ελληνικά και ξένα παράσημα και διακρίσεις. Ομιλούσε Γερμανικά, Γαλλικά και Αγγλικά και ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών. Ζούσε επι της οδύ Ξενοκράτους, όπου και άφησε την τελευαταία του πνοή στις 11 Σεπτεμβρίου του 1986. Αυτός λοιπον υπήρξε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Περίσεπτος και διεθνούς αναγνώρισης επιστήμονας, λαμπρός πανεπιστημιακός άνδρας τιμημένος απο την Ακαδημία Αθηνών και πλήθος άλλων ανα των κόσμο υψηλού κύρους, ερευνητικών και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, απαράμιλλης εντιμότητας και πολιτικού ήθους πολιτικός, αναγορευόμενος απο τον πολιτικό μας κόσμο στα στερνά του βίου του σε σεβάσμιο Νέστορα και ευγενή ευπατρίδη της πολιτικής μας σκηνής, αισθαντικός και με ασύλληπτης έκτασης σε επίπεδο ηθικής μεγαλουργίας έργο συγγραφέας, το οποίο προέβαλλε την ελληνική πατρίδα σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της οικουμένης. Μα πάνω από όλα ένας υψηλόφρων άνθρωπος που με την ηθική του προσωπικότητα και την ευρυψυχία του, τίμησε και υπηρέτησε σε όλάκερο τον πολύκροτο και βαρύμοχθο πνευματικά βίο του, την μεγάλη ιδέα του ΑΝΘΡΩΠΟΥ.


    0 0

    Contemporary man… should be more receptive to the basic positions of Byzantine thought, which may then acquire an astonishingly contemporary relevance.
    Fr. John Meyendorff

     

    Many ideas and positions propounded and maintained in the works of Father John Meyendorff are taken now by us as evident and well-known, as commonplaces. We must, however, make an effort to see them in the right way: before Meyendorff, they did not belong to commonplaces, and they have become universally recognized due to him. In cultural process the fate of commonplaces is unenviable. Although they are exploited permanently, they are never appreciated and are treated with no respect; and when one looks for something new and original, one chooses often the easy way of denying and rejecting of commonplaces (or things that seem to be only commonplaces).

    Such cases can be found nowadays in Orthodox theology too, including the reception of Meyendorff’s work. Most often, looking for a new vision of the theological process, one uses standard paradigms of cultural and intellectual development, in which the basic mechanism of development is identified with the generation of new phenomena and trends that are characterized as “neo-” or “post-“forms of the old trends. In this line, voices are heard today, which qualify the work of Lossky, Florovsky, Meyendorff as obsolete, and claim the necessity to overcome this stage, to go to “post-patristics” and so on. Such tendencies give rise to doubts, however: they do not take into account the specific nature of spiritual tradition, which is different from the nature of cultural or scientific traditions. Spiritual tradition is rooted in spiritual practice and long since conceived in Orthodoxy as the “Living Tradition”; and it has its own paradigms of growth and creative continuation, which are different from producing “neo-“ or “post-“ formations. Christian martyrs were not “post-apostles” and st. Gregory Palamas was not a “neo-Cappadocian”! Cultural and scientific paradigms describe a discrete series of successive modernizations or revolutions, while for spiritual tradition the aim and norm of its existence is the continuity of the transmission of the authentic Christian experience, which always remains the same, identical to itself as the experience of communion with Christ, although it may take various changing forms and empiric existence of the tradition may have interruptions and periods of decline. Thus Meyendorff wrote as follows: “In no way facts of our contemporary situation mean that we need what is called usually “new theology” that breaks off with the Tradition and continuous succession”[1].

    Thus the custody and identical transmission of the originative generating experience of Christianity is the unchangeable main task of Orthodox consciousness and Orthodox spiritual tradition. It is in the light of this task that we should appraise the current situation of the Orthodox thought and determine its strategies. The universalized interpretation of Greek patristics presented by Florovsky (the core of which is nothing but the ancient idea of the Living Tradition) tells us that Orthodox patristics should be conceived as a phenomenon that is not restricted to the limits of a certain period, but represents a definite type of consciousness and mode of thought: namely, the consciousness that accepts the above-mentioned task and gives it the central place. Clearly, for this interpretation even neo-patristics is a rather questionable and not quite adequate term, while post-patristics is simply synonymous to post-Orthodoxy. And similarly the work of Meyendorff in its basic ideas and results, as I shall try to show, not so much belongs to some or other transitory and changing theological or philosophical trends as reveals anew some important aspects of the unchanging foundations of Orthodoxy for modern consciousness and in its language.

    Here I shall discuss this work in its philosophical aspects only. For Fr. John these aspects were not the principal ones, but in this field his works have also opened new perspectives, which were then developed in contemporary philosophy. The subject matter of these works is connected, in the first place, with the study of Byzantine theology and st. Gregory Palamas’ thought. One can say without any exaggeration that Meyendorff has presented a new reception of this thought, thorough and well-founded. From the philosophical viewpoint, the essence and principal significance of this reception can be seen as follows: together with the preceding works of Fr. Basil (Krivoshein) and Vladimir Lossky, it paved the way for the renaissance and new development of what is called often Orthodox energetism. It is preferable to understand this popular formula not in the narrow sense of some concrete theological or philosophical teaching, but in the large sense of a certain type of mentality, which makes the cornerstone of the living experience of the connection with God and perceives reality as the arena of action of God’s grace and man’s response to the grace. It is the ancient Orthodox-ascetic way of the vision and perception of reality, but there were long historical periods when it was overshadowed and pushed aside, and did not find any explicit and articulated expression. In the middle of the last century Orthodox consciousness has successfully overcome one of such periods, long and difficult, and Fr. John Meyendorff has contributed greatly to this success.

    Now, it must be said that what Meyendorff points out as the main general characteristics of Orthodox mentality and theology is usually not energetism, but personalism (“Christian personalism, “theological personalism” etc.). It is also conceived not as some concrete doctrine or theory, but in the large sense of a certain general approach to problems of the conceptualization of the God – man relation and all the divine-human economy. The distinction of this approach is that the first and immediate subject of discussion in the teaching on God is Divine Hypostases, Father, Son and Holy Spirit, from which one proceeds then to the consideration of Divine Essence. (One adds usually that in the Western theology, whose approach is called “essentialist” by Meyendorff, the consideration proceeds in the inverse order.) For our theme two features of this personalist perspective as it is presented by Meyendorff are particularly important.

    [1] John Meyendorff. Orthodox theology in modern world // Id. Orthodoxy in modern world. N.-Y., 1981. P.167. (In Russian.)

    The first feature concerns the relation of this perspective to philosophy. It is well-known that the conceptions of the hypostasis and the personality conceived as the hypostasis are absent in ancient metaphysics and are alien to its discourse: they have been created by the Cappadocian Fathers and have become the origin and foundation of a cardinally different discourse, that of Christian dogmatic theology. Because of this, the popular thesis repeated often, among others, by Fr. Georges Florovsky: “The idea of personality was the greatest contribution of Christianity to philosophy”[2], – should be made more precise. Meyendorff points out justly that the Orthodox personalism, the primacy of the idea of personality in Orthodox thought, was the factor, which made this thought not closer to, but more distant from philosophy and also, to some extent, from Western theology. Classical metaphysics, both in antiquity and modernity, was in no way metaphysics of personality. Its notions of the subject and the individual are deeply different from the Orthodox theological notion of the personality-hypostasis and all its discourse called also essentialist by Meyendorff is inadequate for rendering the personalist character of Orthodox experience[3]. Thus Orthodox spirituality in all its history found some philosophical expression only rarely and partially.

    A more systematic attempt for such expression is found in the thought of the Religious-philosophical renaissance in Russia in the beginning of the 20th c.; but, in the whole, this thought still belonged to classical metaphysics and, as a result, the attempt had rather limited success (although many prominent and bright thinkers took part in it). Fr. John was reserved and a bit skeptical about this thought and in some of his texts he criticized one of its main trends, sophiology. In the light of this long negative prehistory, it is not unimportant that in the last decades of the 20th c. some preconditions have arisen for positive changes in the relations of Orthodox thought to both philosophy and Western theology. In theology, Meyendorff himself noticed it when he wrote: “There is a return to an existential and experiential approach to the doctrine of God”[4]. As for philosophy, it has “overcome” classical metaphysics and this overcoming has considerably changed its positions in the problem of personality. After the big epistemological event of the “death of the subject” European thought has entered the phase of the intense search, the main theme of which is expressed by the title of the important collection of essays published by a large group of influential Western thinkers (Derrida, Deleuze, Nancy, Marion e.a.): “Who comes after the Subject?” (1991). The search develops over all the vast conceptual space from the Cartesian subject of knowledge to the Christian man forming up his identity in the openness to God and communion with Him, and below we shall discuss its results and prospects.

    The second feature of the personalist perspective is its closest connection with the conception of Divine energies. According to Meyendorff, it is only in the “energetism” of the Orthodox teaching on God and man that the “personalism” of this teaching is implemented concretely. The divine personal (hypostatic) being, both ad intra, in its Trinitarian life, and ad extra, in its actions in the world, is realized by means of divine energies. In their turn, these energies as they are described in Orthodox theology are closely connected with the economy of the Hypostases so that all the conception of divine energies can be formulated only in the framework of the “personalist” vision of divine reality. Thus Meyendorff writes: “Le personnalisme théologique est le trait fondamental de la tradition à laquelle se réfère Palamas: nous y trouvons la clef pour comprendre sa doctrine des énergies divines”[5]. Orthodox teaching, as he sees it, is characterized by the permanent intertwining of these two basic principles and approaches. The personalism of Orthodox thinking is combined everywhere with the energetism: the first principle describes the general character of things and processes, while the second one discloses, as far as it is possible, the inner life, dynamical relations and mechanisms of these things and processes.

    On the theological side, such permanent intertwining of personalism and energetism has generated a big circle of problems concerning the vast and complicated theme of interrelations between the Hypostases of the Holy Trinity and divine energies. Many of these problems were not discussed in Palamas’ works; Meyendorff draws attention repeatedly to “le caractère manifestement inachevé de la pensée du docteur hésychaste” and the commentator of the Russian translation of his “Introduction” (V.M.Lurie) adds here that “the impression of the incompleteness of the teaching of st. Gregory Palamas was created mainly by the absence of clarity in the relationship of the energy of God to His Hypostases”[6]. But our theme prompts us to consider this intertwining from another side, philosophical. Leaving aside theological controversies, we notice first of all that from the purely philosophical viewpoint, the union of personalism and energetism is an original configuration of principles unusual for philosophical tradition. Energy and Personality are two fundamental subjects of philosophizing, which both have their long history and their discourse in European philosophy, but these histories and discourses were almost completely separate from each other. There is one important common moment between them, but of negative character: both Energy and Personality found extremely little attention and understanding in classical European metaphysics. If we define, following Heidegger, the principal feature of this metaphysics as the “forgetting of being”, one can continue that the main components in this forgetting were exactly the forgetting of energy and the forgetting of personality. In both cases the forgetting took the form of the substitute. As Heidegger argued in great detail, the substitute of energy in the Western thought was the “act” (because the Greek energeia was translated in Latin as actus), and the meaning of the two terms is so radically different that the substitute caused the catastrophic loss of all the profound originality of the ancient Greek thinking. The “subject” (the Cartesian subject of knowledge with all its correlates and derivatives) can be considered as a similar substitute for personality, and one can say perhaps that mutatis mutandis the consequences of this substitute were also similar as they led to the loss of the profound originality of Christian vision.

    Nowadays classical metaphysics has already gone, however. The “overcoming of metaphysics” is essentially completed and European philosophy proceeds in post-classical space, trying to find there its new principles and paradigms. In the époque of post-classical thinking history of energy and history of personality both enter a new stage. Both fundamental principles did not belong to the old classical foundations of philosophical discourse and now they are seen as underestimated and misunderstood formerly and hence demanding a new interpretation. They attract increasing attention, and who knows? perhaps they might become basic principles of post-classical philosophy.

    In this situation, the Orthodox teaching as presented by Meyendorff opens one of possible ways to a new modern treatment of both energy and personality. The main distinction of this way is the closest inner connection of the two principles, which was in no way inherent in their former philosophical treatment. Of course, there are no prepared philosophical notions and conceptions here, but a certain kind of experience is opened here to philosophical mind, the experience, for which energy and personality are the key generating and organizing principles. Reflection of this experiential base can provide ideas and reference points for philosophical interpretation of these principles. Now we are going to discuss briefly the arising interpretation of energy and personality in comparison with the treatment of these principles in contemporary philosophy.

     

    [2] G.V.Florovsky. Patristic Age and eschatology: An Introduction // Id. Selected theological articles. Moscow, 2000. P.239. (In Russian.)
    [3] The relation of the Cappadocian triadology to philosophy is typically characterized by Meyendorff as follows: “There is no claim here for philosophical consistency, although an effort is made to use current philosophical terms. The ultimate meaning of the terms, however, is clearly different from their meaning in Greek philosophy, and their inadequacy is frankly recognized. This is particularly true of hypostasis, a term crucial in Trinitarian theology, and in Christology”. (Byzantine theology. Historical trends and doctrinal themes. Mowbrays, 1975. P.182.)
    [4] John Meyendorff. Byzantine theology. Historical trends and doctrinal themes. Mowbrays, 1975. P.181. Such return Meyendorff saw especially in the theology of Karl Rahner, saying that the latter “is the closest of all contemporary Western theologians to the mainstream of patristic Tradition” (John Meyendorff. Orthodox theology in modern world // Id. Orthodoxy in modern world. N.-Y., 1981. P.178. (In Russian.))
    [5] Jean Meyendorff. Introduction à l’étude de Grégoire Palamas. Paris, Ed. du Seuil, 1959. P.292.
    [6] V.M.Lurie. Comments // Life and works of st. Gregory Palamas. Introduction to the study. St.-Petersburg, 1997. P.455.
    (to be continued)

    0 0

    Κάποτε ο όσιος Βασίλειος [ο διά Χριστόν σαλός, ο προστάτης της Μόσχας] περπατούσε μέσα από μία πλατεία, όταν μερικά νέα κορίτσια που πουλούσαν τα εργόχειρά τους άρχισαν να γελάνε με τη γύμνια του. Ξαφνικά άρχισαν χάνουν το φως τους.
    Μία από αυτές, περισσότερο λογική από τις άλλες, μόλις κατάλαβε ότι άρχισε να τυφλώνεται, αντιλήφθηκε την αμαρτία της και πήγε γρήγορα προς τον άγιο και τον ικέτευσε να σταματήσει. Έπεσε στα πόδια του με δάκρυα και ζήτησε συγχώρεση.

    Ο όσιος γέλασε και της είπε:
    – Εάν δεν επαναλάβεις το ίδιο, τότε θα δεις το φως σου.
    Το κορίτσι υποσχέθηκε να μην τον κοροϊδέψει ξανά. Τότε ο άγιος την διέταξε να σηκωθεί όρθια και έπειτα φύσηξε μέσα στα μάτια της και αμέσως ανέκτησε το φως της.
    Έπεσε πάλι στα πόδια του ευχαριστώντας και εκπλιπαρώντας τον να γυρίσει πίσω να θεραπεύσει και τις υπόλοιπες. Οι άλλες κοπέλες μετανόησαν επίσης και μετά την καθοδήγηση της πρώτης, θεραπεύτηκαν αφού έπεσαν στα πόδια του αγίου και τον θερμοπαρακάλεσαν να αποκαταστήσει την όρασή τους. Ο όσιος τους είπε να σταθούν όλες όρθιες και όταν φύσηξε μέσα στα μάτια της καθεμιάς χωριστά, όλες θεραπεύτηκαν.

    Γενικά, ο ευλογημένος Βασίλειος ήταν επιεικής έναντι της αδυναμίας του πλησίον. Επιπλέον, μερικές φορές μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα πνευματικά του χαρίσματα σε πολύ αμαρτωλούς ανθρώπους προκειμένου αυτοί να φωτιστούν.

    Από το βιβλίο, “Ημείς μωροί διά Χριστόν, Βίος και πολιτεία οσίων σαλών”, έκδοση Ιεράς Καλύβης Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Νέα Σκήτη, Αγίου Όρους.


    0 0

    20151015-1

    Είτε μάχαιρα σταλεί, είτε αρρώστια, είτε πείνα, είτε θάνατος, ή κάτι άλλο από αυτά που θεωρούνται δυσάρεστα, όλα στέλνονται στη γη για σωφρονισμό και διόρθωση, και για να συγκεντρώσουν οι άνθρωποι το νου τους στην ευσέβεια, διότι κάθε γενεά χρειάζεται την παιδαγωγία από την επίσκεψη του Κυρίου.

    Άγιος Εφραίμ ο Σύρος  


    0 0

    Ο Άγιος Ευθύμιος γεννήθηκε στις μέρες του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντα Ε’ του Αρμενίου (813 – 820 μ.Χ.), σε κάποια κωμόπολη της Γαλατίας, την Οψώ, που ήταν κοντά στην Άγκυρα (σημερινή πρωτεύουσα της Τουρκίας). Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και ευσεβείς, και ονομάζονταν Επιφάνιος και Άννα. Είχαν και δύο κόρες, την Μαρία, που ήταν πρεσβυτέρα και την Επιφάνια.

    Όταν ο Άγιος ήλθε σε κατάλληλη ηλικία, παντρεύτηκε και απόκτησε μία κόρη την Αναστασώ (τη γυναίκα του την έλεγαν Ευφροσύνη). Επειδή όμως επιθυμούσε την μοναχική πολιτεία, αφού τακτοποίησε τις οικογενειακές του υποθέσεις, πήγε σε μοναστήρι, κοντά στον Όσιο Ιωαννίκιο, στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Εκεί, μετά από δοκιμασία, γίνεται μοναχός, το 842 μ.Χ., με το όνομα Ευθύμιος, από Νικήτας που ονομαζόταν πρώτα.

    Μετά από αρκετά χρόνια ασκήσεως στο κοινόβιο αυτό, ο Ευθύμιος αναχώρησε για το Άγιον Όρος. Από εκεί επέστρεψε στον Όλυμπο και μετά από πολλές περιπέτειες και ταξίδια, ίδρυσε κοντά στη Θεσσαλονίκη τη Μονή Περιστερών το 871 μ.Χ., όπου εγκαταστάθηκε και την ανέδειξε με την άριστη πνευματική ζωή του, σε άριστο πνευματικό κέντρο.

    Έτσι λοιπόν, ασκητικά και θεάρεστα αφού έζησε, απεβίωσε ειρηνικά την 15η Οκτωβρίου 894 μ.Χ. Τη βιογραφία του συνέγραψε ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης Βασίλειος, που υπήρξε και μαθητής του Αγίου.


    0 0

    1. Το πρόσωπο στην προσωποκεντρική θεωρία.

    Η αντίληψη του Rogers για το πρόσωπο, όπως ο ίδιος υποστήριξε, δεν προήλθε από τη φιλοσοφία ή από κάποια θρησκευτική αντίληψη, αλλά πρωτίστως από τη θεραπευτική του εμπειρία. Περίγραψε ότι στην θεραπευτική διαδικασία η εμπειρία είναι η μεγαλύτερη αυθεντία [130]. Η εμπειρία υποστήριξε ότι προηγείται από τη θεωρία και πάνω σ’ αυτή την βάση ανέπτυξε την ψυχολογική και ανθρωπολογική θεωρία του. Παρόλα αυτά το έργο του δέχθηκε επιρροές από τη δυτική φιλοσοφία και κυρίως από τη φαινομενολογία, τη διαλογική φιλοσοφία και από τον υπαρξισμό.

    Η θεωρία του ξεκίνησε ως μία μη κατευθυντική διαδικασία, στην οποία δεν υπάρχουν τεχνικές για την θεραπεία των ασθενών. Ο Rogers έδωσε προτεραιότητα στην δημιουργία μίας ασφαλούς ατμόσφαιρας για τον πελάτη, ο οποίος είχε την δυνατότητα να γνωρίσει τον εαυτό του και να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του. Στη συνέχεια έδωσε μεγάλη έμφαση στον άνθρωπο, ο οποίος προσέρχεται στον ψυχολόγο, όχι ως ασθενής, αλλά ως πελάτης και έδωσε στην θεωρία του το όνομα πελατοκεντρική. Τελικά την δεκαετία του 1970 υιοθέτησε τον όρο προσωποκεντρική περιγράφοντας την διαδικασία με την οποία ο άνθρωπος γίνεται πρόσωπο. Το ενδιαφέρον του Rogers επικεντρώθηκε στον άνθρωπο και συγκεκριμένα με το ποιος είμαι στην πραγματικότητα και πως μπορώ να γίνω ο εαυτός μου. Ποια είναι η διαδικασία, η οποία βοηθά τον άνθρωπο να έρθει σε επαφή με τον αληθινό εαυτό του; Πως θα ξεπεράσει τις επιφανειακές συμπεριφορές και να ανακαλύψει τον εαυτό του [131]. Αυτά ήταν θεμελιώδη ερωτήματα τα οποία έθεσε ο Rogers και προσπάθησε να βρει τις ανάλογες απαντήσεις. Από την εμπειρία του κατέληξε ότι ο άνθρωπος τείνει να γίνει πρόσωπο μέσω μίας ρέουσας και συνεχούς διαδικασίας. Η αντίληψη αυτή ήλθε σε αντίθεση με τις αντιλήψεις των ψυχολόγων και των κοινωνικών επιστημών της εποχής του [132].

    Ο Rogers θεώρησε ότι στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία σημαντικό ρόλο έπαιζε η προσπάθεια του ψυχολόγου να εισέλθει σε μία προσωπική σχέση με τον πελάτη του με εφόδια την συμπάθεια, την κατανόηση και την εμπιστοσύνη. Θεώρησε ως μεγάλο λάθος του θεραπευτή να παίζει τον ρόλο της αυθεντίας κάνοντας απλά μία διάγνωση και δίνοντας οδηγίες για την θεραπεία του ασθενή του. Έλεγε ο ίδιος ότι έμπαινε στην θεραπευτική σχέση, όχι ως εξεταστής ή επιστήμονας, αλλά ως ένα μοναδικό πρόσωπο, για να συναντήσει ένα άλλο πρόσωπο. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας με τον άλλο θεώρησε ότι είναι ο πλέον αποτελεσματικός στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία τόσο του πελάτη όσο και του ψυχολόγου [133].

    Η έννοια του προσώπου στην θεωρία του Rogers κατέχει κεντρική θέση. Ο όρος πρόσωπο αντιμετωπίστηκε από τον ίδιο διαφορετικά από τον όρο άτομο. Δεν ταύτισε τους δύο όρους, διότι ο Rogers θεώρησε το πρόσωπο ως κάτι πολύ πιο πέρα από το άτομο. Αυτή η θεώρησή δεν βασίστηκε στην αρχαιοελληνική ή σύγχρονη φιλοσοφία, αλλά προήλθε από την εμπειρία του στις διαπροσωπικές σχέσεις του με τους πελάτες.

    Η διαμόρφωση του προσώπου στη θεωρία του Rogers εξαρτάται από δύο διαφορετικές παραμέτρους. Από την μία το πρόσωπο βρίσκεται ενώπιον του εαυτού του, της μοναδικότητάς του, της αυτονομίας του. Από την άλλη υπάρχει και βρίσκεται στη σφαίρα της σχέσης και της συνάντησης με τον άλλο. Και οι δύο αυτές διαδικασίες απετέλεσαν για τον Rogers τις απαραίτητες συνιστώσες για την ύπαρξη και την διαμόρφωση του προσώπου. Με την ΠΠΘ η τάση του ανθρώπου για ανεξαρτησία συνδέθηκε με την τάση της δημιουργίας μίας σχέσης με τον άλλο. Αυτές απετέλεσαν για τον Rogers τους βασικούς παράγοντες της ανάδειξης του προσώπου μέσα από την βιωματική σχέση και επικοινωνία του ψυχολόγου με τον πελάτη.

    Στην αρχική θεώρηση του προσώπου ο Rogers θεώρησε τον άνθρωπο σαν ένα ανεξάρτητο ον, το οποίο έχει την τάση για ελευθερία, μοναδικότητα και αυτονομία. Με την ύπαρξη των κατάλληλων συνθηκών ο θεραπευτής μπορεί να δημιουργήσει μία κατάλληλη σχέση με τον πελάτη του. Προσπαθεί να κατανοήσει πώς αισθάνεται ο πελάτης στον εσωτερικό του κόσμο και να τον αποδεχθεί ολοκληρωτικά. Έτσι δίνεται η δυνατότητα στον πελάτη νιώθοντας ασφαλής και ελεύθερος να μπορέσει να κινηθεί ελεύθερα και να κατευθύνει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και όλη του την ύπαρξη, όπου επιθυμεί. Αυτή η ελευθερία δίνει επίσης την δυνατότητα στον πελάτη να έλθει σε επαφή με τον αληθινό εαυτό του, ο οποίος βρίσκεται κάτω από επιφανειακές συμπεριφορές. Σταδιακά αφαιρεί τα ψεύτικα προσωπεία, τις μάσκες ή τους ρόλους της ζωής του και βαθμιαία γίνεται πρόσωπο. Αρχίζει να είναι μέτοχος σε μία ζώσα, ευαίσθητη και ρέουσα διαδικασία. Αν και ο κάθε πελάτης είναι μοναδικός, κατά τον Rogers, το ανθρώπινο πρόσωπο που αποκαλύπτεται από τη θεραπεία έχει τα παρακάτω βασικά χαρακτηριστικά [134].

    Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

     

    Παραπομπές:

    130. Carl Rogers, On becoming a person (Boston : Houghton Mifflin,1961) σσ. 22-25.
    131. Ο ίδιος, Το γίγνεσθαι του προσώπου (Αθήνα : Ερευνητές, 2006) σ. 125.
    132. Γρηγόριος Μαλαδούδης, Η έννοια του προσώπου στο έργο του Martin Buber και του Carl Rogers : Συγκριτική μελέτη-εφαρμογές στη συμβουλευτική και την παιδαγωγική ( Πάτρα : χ.ε., 2002) σ. 97.
    133. Carl Rogers, On becoming a person, ό.π., σ. 201.
    134. ό.π., σσ. 115-123.


    0 0

    Χαίρε, λειμών μυρίπνοος νήψεως·
    χαίρε, εικών ψυχής καθαρότητος.

    Ο Όσιος Παχώμιος της μυροβόλου Χίου μας είναι ένα διαμάντι που χρυσαφίζει στις ακτίνες του ήλιου και θαμβώνει τα μάτια της ψυχής μας, αυτά που αναζητούν μέσα από τους Αγίους μας να δούν τον νοητό Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Φωτοδότη και Ζωοδότη Ιησού μας.

    Διαμάντι ο Όσιος Παχώμιος, διαμαντένιο και το στέμμα που του χάρισε ο δωρεοδότης μας Κύριος ως αντιμίσθιο των πολλών ασκητικών του καμάτων. Η διαρκής σκληραγωγία και η αέναη προσευχή ανέβασαν τον Όσιο Παχώμιο στην κλίμακα των αρετών και του έδωσαν το διαμάντι της νήψεως. Στην ζωή του όλη ο Όσιος βρισκόταν σε διαρκή εγρήγορση σύμφωνα με λόγια του Κυρίου μας «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν» (Ματθ. κστ΄ 41). Η εγρήγοση αυτή τον έφερε στο σκαλοπάτι της απαθείας και της νήψεως. Άλλωστε ήταν πνευματικός απόγονος των νηπτικών πατέρων, των ευλαβών ανακαινιστών του Ορθοδόξου μοναχισμού, των συνειδητοποιημένων ψυχών της αξίας και της σημασίας της παραδόσεως για το Ορθόδοξο γένος μας· αυτών που ήθελαν βιωματικά να προχωρήσουν μέσα από την προσευχή, την πατερική σκέψη, την Ορθόδοξη μόρφωση και τη λειτουργική ζωή σε ένα πιο ψυχοτρόφο και χριστοκεντρικό αύριο· αυτών που τα προηγούμενα χρόνια είχαν διαγνώσει τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε το ‘Ορθόδοξο Γένος των Ελλήνων, όχι μόνο από τους ‘Οθωμανούς κατακτητές-τυράννους, αλλά κυρίως από τους ψυχοκτόνους αιρετικούς και τους διαφωτιστές-νεωτεριστές της Εσπερίας· αυτών που είχαν διαγνώσει την καλπάζουσα ασθένεια της εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας και είχαν προτείνει φάρμακα κατάλληλα, όπως την επιστροφή στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, την συχνή θεία μετάληψη και την εμβριθή μελέτη των αγιοπατερικών κειμένων.

    Ο Όσιος Παχώμιος, ο άνθρωπος της προσευχής και της νήψεως, ο σοφός διδάσκαλος του δοχείου της χάριτος, του μετέπειτα μεγάλου και θαυματουργού ιεράρχου, του Αγίου Νεκταρίου, άκουγε στα αυτιά του να αντηχούν σε κάθε περίπτωση τα λόγια του Παύλου προς τον απόστολο Τιμόθεο: «Συ δε νήφε εν πάσι» (Β΄ Τιμ. δ΄ 5). Και πρόσεχε κάθε του βήμα, κάθε του κίνηση και διατηρούσε άγρυπνη φροντίδα, για να μην τον ξεγελάσει ο πονηρός, αυτός που και από το τελευταίο σκαλοπάτι προσπαθεί να ρίξει τους αγωνιστές της αρετής στην άβυσσο της φθοράς και του αιωνίου θανάτου. Συνεχώς επανελάμβανε «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. στ΄ 2) και εκμεταλλευόταν το χρόνο της πρόσκαιρης ζωής του κατά τον καλύτερο τρόπο προσπαθώντας «Θεώ αρέσκειν» (Α΄ Θεσ. δ΄ 1 ) και «εξαγοραζόμενος τον καιρόν» (Εφεσ. ε΄ 16), αφού η σπουδαιότερη αρετή του ήταν η εξαγορά του χρόνου της επίγειας ζωής του. Εραστής της αρρέμβαστης και καρδιακής προσευχής δεν άφηνε ούτε στιγμή του χρόνου του να μην προφέρει το υπέρ παν όνομα του γλυκύτατου Ιησού και έκανε εντύπωσε σε όλους η κατάνυξη και η νήψη του. Στον νού του έρχονταν συχνά τα λόγια του Αββά Αρσενίου, που έλεγε πάντοτε στον εαυτό του: « Αρσένιε, για ποιο λόγο άφησες τον κόσμο;» και προσπαθούσε να διώξει μακρυά κάθε ραστώνη και ακηδία, να απομακρυνθεί από την αμέλεια που οδηγεί στο πνευματικο τέλμα και στην απογοήτευση. Γι’ αυτό και δίδασκε τους υποτακτικούς του με τα λόγια του Αββά Δωροθέου: «βιασώμεθα εαυτούς, βάλωμεν αρχήν, θελήσωμεν το καλόν, σπεύσωμεν προς την σωτηρίαν».

    Με την νήψη ο Όσιος Παχώμιος κατέστρεψε τις ενέδρες του δεινού πολεμήτορος φορώντας βέβαια την περικεφαλαία της προσευχής και τον θώρακα της νηστείας και κακοπαθείας. Έτσι κατάφερε να οδεύσει το δόλιχο του παρόντος βίου και να καταντήσει στα σκηνώματα του ουρανού, όπου ήχος καθαρός εορταζόντων απαύστως ψάλλει: «Κύριε, δόξα Σοι»!

    Το διαμάντι της νήψεως του Οσίου Παχωμίου λαμπυρίζει στις ακτίνες του ήλιου και του στολίζει την αγία κεφαλή, για να το βλέπουμε και εμείς, που τιμάμε πανηγυρικά τη μνήμη του, και να διδασκόμαστε από τους αγώνες του για την απόκτησή τους ζητώντας του να πρεσβεύει στον Κύριο, προς τον Οποίο μεγάλη έχει παρρησία, να μας αξιώσει και εμάς να στολιστούμε με διαμάντια αρετών και στεφανηφόροι να ακούσουμε τα λόγια του Κυρίου μας την ημέρα της Κρίσεως: «Ευ, δούλε, αγαθέ και πιστέ, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου» (Ματθ. κε΄ 21).


    0 0

    «Άρρητον ούν το θείον και ακατάληπτον» [1], αναφέρει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός για τον Τριαδικό Θεό. Πραγματικά, σύμφωνα με την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο Θεός είναι «ακατάληπτος» και ως εκ τούτου, αχώρητος στον ανθρώπινο νου. Για τον Θεό δεν μπορεί να επιτευχθεί επιστημονική γνώση. Η επιστήμη, ως βάση αφετηρίας, θέτει την αίσθηση των όντων, τα οποία διερευνά με συγκεκριμένα κριτήρια, φθάνοντας στο σημείο, να έχει στο τέλος συγκεκριμένες αποδείξεις. Ο Θεός, ως υπερκείμενος κάθε ανθρώπινης κατ΄ αίσθησιν αντιλήψεως και παραλλήλως απόλυτα διαφορετικός, από κάθε πεπερασμένο ον, δεν εμπίπτει σε αποδεικτικές γνωστικές μεθοδολογίες. Ως υπεραισθητός και άπειρος Θεός, δεν μπορεί να είναι υποκείμενο γνώσης η στοιχείο υπάρξεως προς επιστημονική απόδειξη [2].

    Στην ιστορία, υπήρξαν πολλές συγκρουόμενες απόψεις περί της δυνατότητας του ανθρώπου, να έχει γνώση για την θεότητα. Εντοπίζονται λοιπόν, δύο κυρίως κατηγορίες. Η πρώτη, υποστηρίζει την παντελή αδυναμία του ανθρώπου για να έχει γνώση Θεού. Οι θεωρίες του Αρείου, των Μαρκιωνιτών, οι οπαδοί της Ονοματοκρατίας (Nominalismus), του Δεϊσμού (Deismus) και του Αγνωστικισμού (Agnosticismus), δεν δέχονται πως ο άνθρωπος μπορεί να έχει γνώση, έστω και σχετική, για το Θεό. Κατ’ αντίθεση στην δεύτερη κατηγορία με τις θεωρίες του Ευνομίου, του Αετίου, του Ουαλεντίνου, του Πτολαιμαίου, του Καρποκράτους, των Μυστικιστών και των Πανθεϊστών , δηλαδή και των αρχαιότερων και των νεότερων Γνωστικιστών, αναπτύσσεται μια διδασκαλία, που υποστηρίζει το δυνατόν της γνώσεως του Θεού από τον άνθρωπο. Και οι δύο αυτές τάσσεις, αποκρούστηκαν από την Εκκλησία, η θέση της οποίας διαφοροποιείται από κάθε άκρο.

    Ο ιερός Χρυσόστομος, τονίζοντας την αγνωσία του Θεού από τον άνθρωπο, χαρακτηρίζει το Θεό ως άρρητο, άφθαρτο, απερινόητο, αόρατο και ακατάληπτο [3]. Κατ΄ αυτές τις ιδιότητες, η ουσία του Θεού, παραμένει μοναδική και ασύλληπτη για τον άνθρωπο. Παράλληλα με δεδομένο ότι, η ουσία του Θεού είναι απλή, ασχημάτιστος, ασύνθετος και απερίγραπτος [4], δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο της ανθρώπινης γνώσης [5].

    Ωστόσο, όταν ο ανθρώπινος νους θέσει για τον Τριαδικό Θεό το ερώτημα: «Τι είναι Θεός;», αυτομάτως βαίνει σε μια πορεία αναγνώρισης του θείου. Το ίδιο το ερώτημα, είναι δηλωτικό ενός περιγράμματος απαντήσεων, που άγουν τον ανθρώπινο νου στην πορεία της αντίληψης του Θείου [6]. Το άγνωστον το Θεού, δεν αίρει την αναγκαιότητα του ανθρώπου να γνωρίσει το Θεό. Το ακατάληπτον του Θεού, δεν συνιστά σε καμία περίπτωση, ούτε άρνηση της υπάρξεως του Θεού, ούτε και στερεί από τον άνθρωπο την δυνατότητα της προσέγγισης, της σπουδής και της βιώσεως του Θείου [7]. Ουσιαστικά λοιπόν, ο ερωτών ανθρώπινος νους, θέτοντας το περί θεού ερώτημα, αυτομάτως θέτει και το φάσμα της αναζητήσεως, τόσο του θείου εντός της κτιστότητας, όσο της ανθρώπινης φύσης εντός της άκτιστης θείας παρουσίας [8]. Έτσι, η αγνωσία του Θεού, γίνεται το ισχυρό όριο, που σηματοδοτεί την διαφορά μεταξύ του άκτιστου Θεού και κτιστού ανθρώπου [9]. Στο σημείο αυτό, ο άνθρωπος αρχίζει να «γνωρίζει», το Θεό αποκτώντας την αντίληψη, πως η αγνωσία του Θεού δεν είναι χαρακτηριστικό της θεότητας, αλλά δηλωτικό στοιχείο της άφραστης μεγαλειότητας του άδυτου Θεού [10]. Σε αυτή την βάση κινούμενος ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, συμπληρώνει την θέση του, επισημαίνοντας ένα «λογικώς παράλογο», αναφέροντας ότι, «Άπειρον ούν το θείον και ακατάληπτον, και τούτο μόνον αυτού καταληπτόν, η απειρία και η ακαταληψία» [11]. Δηλαδή, όσο ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται το ακατάληπτον Αυτού. Έτσι η αγνωσία, ως τρόπος προσεγγίσεως του Θεού μετατρέπεται σε θετική, παραγωγική και προοδευτική λειτουργία του ανθρώπου.

    Η γνώση του ανθρώπου για το Θεό, δεν μπορεί να είναι τέλεια και κατ΄ ουσίαν, αλλά ατελής και περί την ουσίαν [12]. Η υποκείμενη πεπερασμένη ανθρώπινη φύση, αδυνατεί να κατανοήσει τελείως την υπερκείμενη θεία φύση. Η γνώση του ανθρώπου είναι «εκ μέρους» [13], στον παρόντα αιώνα, ενώ το Ευαγγέλιο αφήνει την δυνατότητα της γνώσης του Θεού στον μέλλοντα αιώνα, με την βεβαιότητα για το Θεό, ότι «οψόμεθα αυτόν καθώς εστι» [14] και μάλιστα «πρόσωπον προς πρόσωπον», έχοντας απαλλαγεί από τον περιορισμό της φθαρτότητας, η οποία μας καθηλώνει στο να βλέπουμε και να γνωρίζουμε το Θεό «άρτι δι᾿ εσόπτρου εν αινίγματι» [15]. Στην παρούσα ζωή, ο Θεός κατά τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, δεν άφησε τον άνθρωπο σε παντελή άγνοια, αλλά του έδωσε την δυνατότητα γνώσης της θεότητας, στο μέτρο που αυτή η γνώση, προάγει τον άνθρωπο στην τελειότητα [16], αποσιωπώντας κάθε στοιχείο γνώσης, το οποίο θα ήταν ισχυρότερο απ΄ αυτό, που ο πεπερασμένος ανθρώπινος νους θα μπορούσε να κατανοήσει [17].

    Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητη η εμβάθυνση στην δογματική θεολογία της Εκκλησίας, για την κατανόηση της αδυναμίας του ανθρώπου να έχει πλήρη γνώση του Θεού. Η ουσία του Θεού, παραμένει για τον άνθρωπο πάντοτε ακατάληπτη [18]. Ο άνθρωπος δεν μπορεί, ούτε να προσεγγίσει, ούτε να γνωρίσει την θεία ουσία. Η ανθρώπινη φύση μπορεί να γνωρίσει το Θεό μόνο μέσω από των Ενεργειών Του. Η διάκριση αυτή, Θεού και ανθρώπου, σηματοδοτεί την διάκριση κτιστού και ακτίστου, όντος και μη όντος. Η μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες θείες ενέργειες και όχι στην ουσία του Θεού, σημαίνει πως δεν υπάρχει καμία ταύτιση μεταξύ Θεού και κτίσματος, αλλά αντίθετα τονίζεται η ετερουσιότητα του κτιστού προς το άκτιστο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όλη η ζωή , η πρόοδος και η κίνηση του ανθρώπου εξαρτάται από τις άκτιστες θείες ενέργειες, και όχι από τη θεία ουσία [19]. Οποιοσδήποτε συσχετισμός, μετοχής του ανθρώπου στη θεία ουσία, παράγει ουσιαστική άρνηση της όλης δημιουργίας και της ετερουσιότητας του Κτίστη με την κτίση, διότι εξισώνει τον Δημιουργό με τα δημιουργήματα. Αντίθετα, η δυνατότητα της φύσης να μετέχει στις άκτιστες θείες ενέργειες και μόνο, σημαίνει την ετερουσιότητα και το ακατάληπτο της θείας ουσίας. Το ακατάληπτον έτσι του Θεού, δηλώνει την νομοτελειακή και φυσική σχέση προς την δημιουργό δύναμη, στην οποία ο άνθρωπος συγκαταβαίνει ελεύθερα και εξελικτικά, αναγνωρίζοντας τα όρια της φύσης και της σχέσης μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Κατ΄ αυτήν την πορεία, το ακατάληπτον και άγνωστον του Θεού, νοηματοδοτεί την πορεία της αυτογνωσίας του ανθρώπου [20].

     

    Παραπομπές:

    1. Ιω. Δαμασκηνούς, PG 94,800.
    2. Κ. Παπαπέτρου, Πίστη και Γνώση, Ανάτυπο από τον 27ο Τόμο «Επίσημοι Λόγοι» Περιόδου από 1.9.1982 έως 18.5.1983 (Πρυτανεία Σπ Μουλοπούλου) Αθήνα 1987, σσ. 5-13.
    3.Ιω. Χρυσοστόμου, Εις Εβραίους, PG 63, 221.
    4. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις Ιωάννη ΙΕ, PG 59, 98.
    5. Αντ. Παπαδοπούδου, Δρ.Θ., Θεολογική Γνωσιολογία κατά τους Νηπτικούς Πατέρας, Ανάλεκτα Βλατάδων 25, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη, 1977, σσ. 30-31.
    6. Ν.Ε.Μηστοπούλου, Θέματα Ορθοδόξου Δογματικής Διδασκαλίας, Πανεπιστημιακαί Παραδόσεις Δογματικής, Αθήναι 1983, σ. 20 και 56.
    7. Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, Ιερομ., Το Μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον Γρηγόριον τον Παλαμάν, Ανάλεκτα Βλατάδων 16, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη, 1973, σσ. 60-78.
    8. Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’, Πουρναρά, Θεσ/νίκη, 2003, σσ. 46-50.
    9. Ν. Ξεξάκη, Ορθόδοξος Δογματική, Η περί Δημιουργίας διδασκαλία, τ. Γ’, Έννοια, Αθήνα 2006, σσ. 44-52.
    10. Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία, Δ’, PG 91, 672.
    11. Ιω. Δαμασκηνού, PG 94, 800.
    12. Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, Ιερομ., Περί Αγίου Πνεύματος, Θεολογικαί Μελέται, «Σύναξις Ορθοδόξων Θεολόγων», Καινούργιο Λαμίας 18-22 Αυγούστου 1970, Εισηγήσεις, Εκδόσις «Ο Άρτος της Ζωής», Αθήναι 1971, σ. 7 και εξ.
    13. Α΄Κορ. 13, 12.
    14. Α’ ΄Ιω. 3, 2.
    15. Α’ Κορ. 13, 12.
    16. Ιω. Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, PG 94, 789 Α: «Ουκ αφήκε μέντοι ημάς ο Θεός εν παντελεί αγνωσία· πάσι γαρ η γνώσις». του είναι Θεόν υπ᾿ αυτού φυσικώς εγκατέσπαρται»
    17. Ιω. Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, PG 94 792 Α: «Ως ούν πάντα ειδώς και το συμφέρον εκάστω προμηθούμενος, όπερ συνέφερεν ημίν γνώναι απεκάλυψεν, όπερ δε ουκ εδυνάμεθα φέρειν, απεσιώπησε.».
    18. Σπ. Κυριαζοπούλου, Προλεγόμενα εις την ερώτησιν περί Θεού, δ.δ., Γρηγόρης, Αθήνα, 2000, σσ. 4-12.
    19. Κ. Παπαπέτρου, Πίστη και Γνώση, Ανάτυπο από τον 27ο Τόμο «Επίσημοι Λόγοι» Περιόδου από 1.9.1982 έως 18.5.1983 (Πρυτανεία Σπ. Μουλοπούλου) Αθήνα 1987,σ. 9: «Η γνώση του Θεού δεν είναι επιστημονική γνώση ενός αντικειμένου, αλλά η σωτηρία του υποκειμένου, ο αγιασμός του, η θέωσή του, η αυτοπραγμάτωσή του στην ιστορία».
    20. Κ. Παπαπέτρου, Η Ουσία της Θεολογίας, Συστηματική μελέτη επί ενός πατερικού Έργου, Αθήναι, χ.χ. σ. 175 και εξ.

     


    0 0

    Υπήρχαν και περιπτώσεις αποκλειστικά μισθωτών βοσκών, που ήταν κατά κύριο λόγο νεαροί ανύπανδροι άνδρες. Αποτελούσαν το οικονομικά ασθενέστερο τμήμα της κτηνοτροφίας. Κατά τον Μ. Γκόλια η πλειοψηφία αυτών προερχόταν είτε από οικογένειες πολύ φτωχές είτε από οικογένειες που σε κάποια χρονική στιγμή έχασαν για κάποιο λόγο τα αιγοπρόβατά τους και πτωχεύσανε. Από τη στιγμή που α) δεν υπήρχαν άλλες επαγγελματικές διέξοδοι, αλλά και β) οι οικογένειες αυτές δεν ήξεραν κάποιο άλλο επάγγελμα πλην της κτηνοτροφίας, η μίσθωση της εργασίας τους στα τσελιγκάτα ήταν η μόνο τους επιλογή (Γκόλιας, 2004). Η κατηγορία αυτή των κτηνοτρόφων δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κοινωνική τάξη, γιατί «(…) η δουλειά τους ήταν, κατά κανόνα, μια μεταβατική φάση στη ζωή ενός κτηνοτρόφου» (Glatzer & Casimir, 1983, σ. 312, Πρβλ. Αλεξάκης, 2009). Οι έμμισθοι τσοπάνοι αναλάμβαναν την επίβλεψη των ζώων, για το οποίο ελάμβαναν μισθό, ένα ζευγάρι παπούτσια και σε σπάνιες περιπτώσεις φαγητό. Τα υπόλοιπα προϊόντα τα αγόραζαν από τον τσέλιγκα (Νιτσιάκος, 1995; Τσακανίκα & Ισπικούδης, 2006). Εδώ φαίνεται καθαρά η συμπληρωματικότητα που απαιτείται για την εύρυθμη λειτουργία του τσελιγκάτου, καθώς ότι οι τσοπάνοι κάλυπταν τα «κενά» των θέσεων που προέκυπταν πολλές φορές εντός των οικογενειών με μεγάλα κοπάδια όταν δεν ήταν δυνατόν να συμμετέχουν όλα τα άρρενα μέλη στις κτηνοτροφικές εργασίες λόγω ηλικίας (πολύ μικρά παιδιά ή υπερήλικες) (Αλεξάκης, 2009). Με το πέρας κάθε κτηνοτροφικής περιόδου τα μέλη του τσελιγκάτου λογαριάζονταν και τα κέρδη μοιράζονταν ανάλογα με την συνεισφορά του καθενός, αφού προηγουμένως είχαν αφαιρεθεί τα έξοδα από το ακαθάριστο εισόδημα.

    Ο παραγωγικός αυτός σχηματισμός οργανωνόταν πάνω στη βάση της αρχής της συμπληρωματικότητας κεφαλαίου και εργασίας (Νιτσιάκος, 1995). Για το σχηματισμό του τσελιγκάτου απαιτούνταν κτηνοτρόφοι διαφορετικής δυναμικότητας, γιατί οι μεν τσέλιγκες διέθεταν το οικονομικό και κοινωνικό κεφάλαιο (στοιχειώδης μόρφωση, κοινωνικές σχέσεις) αλλά είχαν έλλειψη, λόγω του πλήθους των αιγοπροβάτων, εργατικού δυναμικού, ενώ οι τσοπάνοι ή οι σμίχτες διέθεταν μικρό —για τις ανάγκες επιβίωσης της οικογένειας— ζωϊκό κεφάλαιο, αλλά μπορούσαν να διαθέσουν στο τσελιγκάτο την προσωπική τους εργασία (Αρσενίου, 2005).

    Για την αποτελεσματική λειτουργία του τσελιγκάτου ήταν απαραίτητος ο καταμερισμός εργασιών βάσει του φύλου και της ηλικίας των εμπλεκομένων, αλλά και την εξειδίκευση αυτών στους τομείς της μεταποίησης των κτηνοτροφικών προϊόντων (Γκόλιας, 2004). Βάσει του καταμερισμού αυτού οι άνδρες —κυρίως— επιδίδονταν στις βαριές χειρωνακτικές εργασίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι γυναίκες δε συμμετείχαν σε αυτές όταν υπήρχε ανάγκη λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού. Δευτερεύουσας σημασίας ή βοηθητικές δουλειές αναλάμβαναν οι ηλικιωμένοι και τα ανήλικα παιδιά (Γκόλιας, 2004).
    Το τσελιγκάτο ξεκίνησε ως οργανωμένη σύμπραξη κεφαλαίου και εργασίας στα πλαίσια μιας κλειστής οικονομίας. Σταδιακά, καθώς αυξάνονταν τα τσελιγκάτα, το πλεόνασμα της κτηνοτροφικής παραγωγής διοχετεύτηκε μέσω του εμπορίου στην κοινωνία. Το τσελιγκάτο «αναγνωρίσθηκε τότε ως σημαντικός παράγοντας παραγωγής κοινωνικού πλούτου, διατηρώντας όμως, πάντα την δομή του, αμετάβλητη επί αιώνες.» (Αρσενίου, 2005, σ. 132).

    Οφείλουμε να διευκρινήσουμε ότι το τσελιγκάτο, όπως παρουσιάστηκε μέσα από τους πληροφορητές/τριες της παρούσας έρευνας, εμφανίζει κάποιες διαφορές σε σχέση με το τσελιγκάτο της εποχής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κι αυτό είναι αναμενόμενο. Το τσελιγκάτο την εποχή εκείνη λειτουργούσε χάρη στην αλληλοεξάρτηση και συμπληρωματικότητά του με το θεσμό του τσιφλικιού. Από το 1917 κι ύστερα με τις απαλλοτριώσεις των τσιφλικιών υπέστη κλονισμό κι ο θεσμός του τσελιγκάτου. Εντούτοις, για την περίπτωση του Μετσόβου, βλέπουμε ότι ο όρος χρησιμοποιείται μεν κατά τον 20ο -21ο αιώνα, αλλά με άλλο περιεχόμενο αν και εξακολουθεί να θεωρείται τίτλος κύρους και δύναμης. Τσέλγικας είναι ο ιδιοκτήτης μεγάλου πλήθους αιγοπροβάτων. Παύει πλεόν ο τσέλιγκας να έχει δικαιώματα «ζωής και θανάτου» στους «προστατευομένους» του. Περιορίζεται στο ρόλο του πετυχημένου επιχειρηματία.

    Κερατζιλίκι

    Συμπληρωματική δραστηριότητα της κτηνοτροφίας υπήρξε το κερατζιλίκι (κερατζής: αγωγιάτης), που αποτέλεσε το προστάδιο για την ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας των Βλάχων που ακολούθησε. Προέκυψε από την ανάγκη μετακινήσεων των κτηνοτρόφων και των κοπαδιών τους σε μεγάλες αποστάσεις προς εύρεση βοσκήσιμων λιβαδιών για την χειμερινή περίοδο (χειμαδιά) και την επιστροφή αυτών στα θερινά λιβάδια. Η δουλειά των κερατζήδων ήταν η επί πληρωμή μεταφορά εμπορευμάτων, αγαθών και ανθρώπων με τη βοήθεια μεταφορικών ζώων (άλογα, μουλάρια).

    Σύμφωνα με τον V. Nitsiakos (1985) οι κερατζήδες ποτέ δεν κατάφερναν να διαφοροποιηθούνε οικονομικά σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποκτήσουν οικονομική χειραφέτηση, λόγω της άμεσης εξάρτησής τους από τον τομέα της κτηνοτροφίας. Υπήρξε επάγγελμα δευτερεύουσας σημασίας, το εισόδημα του οποίου ερχόταν να συμπληρώσει το εισόδημα από την άσκηση της κτηνοτροφίας. Βέβαια, ο ίδιος σημειώνει ότι η πρώτη αντίσταση στην κυριαρχία των τσελιγκάδων προήλθε από την επαγγελματική ομάδα των κερατζήδων, την περίοδο που η πορεία του τσελιγκάτου είχε πάρει την κατιούσα. Αυτό οφειλόταν κυρίως στην φύση της ενασχόλησης αυτής, που αφορούσε εμπόριο μικρής κλίμακας καθώς και μεταφορές. Η έκθεσή τους σε εξωτερικές επιδράσεις και σε διαφορετικές καταστάσεις λειτούργησε αφυπνιστικά στις συνειδήσεις των κερατζήδων.

    Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ


    0 0

    Ο Σύλλογος Θεολόγων «Μέθεξις» διοργάνωσε Θεολογική Ημερίδα με τίτλο: «Τα προσωπεία του προσώπου – Κριτικές θεολογικές τοποθετήσεις στην οντολογία του προσώπου», το Σάββατο 13 Οκτωβρίου στο Πολιτιστικό Κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

    Χαιρετισμό απηύθυναν ο εκπρόσωπος του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου Β΄ Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Ανδρούσης κ. Κωνστάντιος,  ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Γέρων Εφραίμ, τον οποίο ανέγνωσε μέλος του Συλλόγου Θεολόγων ΜΕΘΕΞΙΣ, ο Υφυπουργός Εξωτερικών κ. Μάρκος Μπόλαρης και ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Λουκά Βοιωτίας Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Παυλίδης. Ακολούθως ξεκίνησαν οι εργασίες της Α’ Συνεδρίας, της οποίας προήδρευσε ο κ. Απόστολος Νικολαΐδης, Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ.

    Πρώτο ομιλητής ήταν ο κ. Γεώργιος Σίσκος (Καθηγητής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Ποιμαντικής Θεολογίας του ΑΠΘ με θέμα «Σημαντικοί σταθμοί με ερμηνευτική την οντολογία της σχέσης στη δυτική Χριστιανοσύνη του 20ου αιώνα».

    Στην εισήγηση του κ. Σίσκου επιχειρήθηκε η αναζήτηση των θεολογικών αιτίων, τα οποία γέννησαν το ερμηνευτικό παράδειγμα της οντολογίας της σχέσης. Στη συνέχεια, παρουσιάστηκαν οι νοηματικές εξελίξεις των όρων ‘πρόσωπο’ καί ‘σχέση’ στη δυτική θεολογία του 20ου αιώνα καθώς και του τρόπου με τον οποίο η οντολογία της σχέσης προσλαμβάνεται από τη δυτική συστηματική θεολογία. Το πρόσωπο ως σχέση, το πρόσωπο ως ουσία σε σχέση, το πρόσωπο ως ελευθερία, το πρόσωπο ως διακεκριμένο κέντρο βουλητικών ενεργειών αποτελούν ερμηνευτικά σχήματα, τα οποί ααποκαλύπτουν μία συγκεκριμένη ανάγνωση της πατερικής γραμματείας, ελληνικής και λατινικής, η οποία έχει ως οδηγό τον Θωμά Ακινάτη. Ούτως ή άλλως στον 20ο αιώνα ο Θωμάς Ακινάτης μεθερμηνεύεται διά μοντέρνων φιλοσοφικών και επιστημονικών ορών. Οι δυτικοί συστηματικοί θεολόγοι σέ αναζήτηση της αναζωογόνησης του δόγματος της Αγίας Τριάδος προκρίνουν το παράδειγμα της οντολογίας της σχέσης. Για αυτούς, μοιάζει ο πειστικότερος δρόμος για μια θεολογική αποκατάσταση της Τριαδολογίας εντός της χριστιανικής ζωής, ό όποιος συναντά την ανθρώπινη ανάγκη για ένα ζωντανό Θεό κατά τα πρότυπα της Βίβλου. Για ένα Θεό, ο οποίος ενσωματώνει τους Χριστιανούς στα άδυτα της Τριαδικής ζωής.

    Δεύτερος εισηγητής ήταν ο κ. Νικόλαος Ξιώνης, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα: «Θεολογική προσέγγιση του ορού πρόσωπο». Βασικός άξονας της εισήγησης του κ. Ξιώνη ήταν η ανάδειξη της αναφοράς του προσώπου στην υπόσταση και όχι στην ουσία. Δια της υποστάσεως δηλώνεται ο τρόπος υπάρξεως της ουσίας, ενώ δια του προσώπου φανερώνεται η σχέση μεταξύ των υποστάσεων. Η οντολογική ερμηνεία του προσώπου και η άμεση αναφορά του στην ουσία οδηγεί στον αρειανισμό ή τον σαβελλιανισμό και εισάγει την αναγκαιότητα στη θεία φύση.

    Τελευταίος εισηγητής της Α΄ Συνεδρίας ήταν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου κ. κ. Ιερόθεος, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Ο ων και η ουσία». Ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στον άγιος Γρηγόριο τον Παλαμά, ο οποίος αντέκρουσε τις απόψεις του Βαρλαάμ, ο οποίος ταύτιζε την ουσία με την ενέργεια και κατ’ επέκταση έλεγε ότι ο Θεός επικοινωνεί με τον κόσμο με κτιστές ενέργειες, χρησιμοποιεί το χωρίο της Εξόδου «Εγώ ειμί ο Ων» και λέγει ότι δεν είναι ο ων από την ουσία, αλλά η ουσία από τον όντα.

    Αυτό το χωρίο απετέλεσε το κέντρο της θεωρίας των περσοναλιστών, για να υποστηρίξουν ότι προηγείται το πρόσωπο της ουσίας, ότι ο Θεός Πατήρ γεννά τον Υιό και εκπέμπει το Άγιον Πνεύμα αχρόνως, ότι ο Πατήρ δεν υπόκειται σε καμμία αναγκαιότητα της ουσίας Του, γι’ αυτό είναι ελεύθερος και ασκεί ελεύθερα αυτήν την ελευθερία Του προς τον Υιό και το Πνεύμα και αυτό αποτελείτο περιεχόμενο της αγάπης και της ελευθερίας. Επίσης, υποστηρίζουν ότι με αυτό εισαγάγεται ένας «υπαρξιακός περσοναλισμός».

    Με την εισήγηση αυτή ο Σεβασμιώτατος κ. Ιερόθεος επιχείρησε μια ερμηνευτική ανάλυση του χωρίου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, μέσα στα πλαίσια της όλης διδασκαλίας του, σε αναφορά με την αντίκρουση των θεωριών του Βαρλαάμ, πράγμα που δείχνει την παρερμηνεία του παλαμικού αυτού χωρίου που γίνεται από τους συγχρόνους περσοναλιστές. Στην πατερική διδασκαλία δεν προηγείται ούτε η ουσία του όντος, ούτε το ών της ουσίας, «αυτός γαρ ο ων όλον εν εαυτώ συνείληφε το είναι».

    Μετά τη συζήτηση επί των Εισηγήσεων και το διάλειμμα ακολούθησε η Β’ Συνεδρία με προεδρεύοντα τον πρωτοπρεσβύτερο π. Δημήτριο Κουτσούρη, Επίκουρο Καθηγητή της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών.

    Πρώτος εισηγητής της Β΄ Συνεδρίας υπήρξε ο πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Καθηγητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης με θέμα: «Πέρα από τον ορθόδοξο περσοναλισμό: Νέοι προβληματισμοί για τη θεολογική σημασία του Εαυτού». Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος αναφέρθηκε στον Ορθόδοξο θεολογικό περσοναλισμό, ο οποίος παρά το γεγονός ότι αναμφίβολα υπήρξε ένας αναγκαίος διάλογος με ορισμένα σημαντικά ρεύματα της Μεταπολεμικής Φιλοσοφίας, μετέφερε αναπόφευκτα και μερικά από τα κριτήρια αυτής της τελευταίας στην ίδια την ανάγνωση της νεο-ανακαλυφθείσας Πατερικής Θεολογίας, περιορίζοντας, σημαντικά μερικές φορές, τους ορίζοντες της. Η διεθνής θεολογική έρευνα που έχει έκτοτε μεσολαβήσει είναι δυνατόν να μάς επιτρέψει τη διάνοιξη νέων οριζόντων ερμηνευτικής και να εγκαινιάσει νέες απόπειρες συνάντησης με ιδιαίτερα σημαντικά σημερινά ανθρωπολογικά ερωτήματα. Στην εισήγηση αυτή ο εισηγητής επιχείρησε την ανάλυση μερικών όρων τους οποίους έχει εισαγάγει τα τελευταία χρόνια, σε μια απόπειρα να ξανατεθεί το ζήτημα μιας νεωτερικής, υπαρξιακής και διανοητικής, προσπέλασης της Ορθόδοξης Θεολογίας, η οποία, ενώ προσπαθεί να μείνει πιστή στο πνεύμα της τελευταίας, επανατοποθετεί τους ορούς μιας σύγχρονης πρόσληψης της.

    Δεύτερος εισηγητή με θέμα εισηγήσεως: «Αυθεντικότητα και αλλοιώσεις του προσώπου στο κάτοπτρο του νηπτικού βίου» ήταν ο κ. Κωνσταντίνος Κορναράκης, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο κ. Κορναράκης αναφέρθηκε στις διηγήσεις των «Αποφθεγμάτων Πατέρων» αλλά και στην εν γένει νηπτική γραμματεία, στις οποίες ο αναγνώστης εκπλήσσεται από τη δυναμική μεταμορφώσεως του προσώπου από «δόξης εις δόξαν», όπως αυτή παρουσιάζεται επί τη βάσει της βιωματικής πείρας των νηπτικών πατέρων. Ωστόσο, στα κείμενα αυτά, δεν διαζωγραφείται μόνο το αστραφτερό πρόσωπο του ασκητού των «θαλλερών πραγμάτων» αλλά συνάμα επισημαίνονται οι αλλοιώσεις που υφίσταται το πρόσωπο εξαιτίας του εμπαθούς βίου. Η παρακολούθηση και εξήγηση των μηχανισμών αλλοίωσης του προσώπου αποτελεί μοναδικής σημασίας προσφορά της νηπτικής γραμματείας στο εκκλησιαστικό σώμα.

    Τελευταίος εισηγητής της Θεολογικής Ημερίδας ήταν ο κ.Γεώργιος Παναγόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Βελλάς με θέμα: «Νεώτερες και σύγχρονες θεωρήσεις του άνθρωπου ως ‘προσώπου’ στην ορθόδοξη θεολογία: Ιστορικοκριτική επισκόπηση – θεολογική αποτίμηση».

    Στο πλαίσιο της εισήγησης του ο κ. Παναγόπουλος παρουσίασε συνοπτικά την περί προσώπου διδασκαλία μειζόνων θεολογικών προσωπικοτήτων της ορθόδοξης θεολογίας στην Ελλάδα και τον σλαβικό κόσμο από τον 19° αιώνα μέχρι και τις μέρες μας (Φλωρόφκσι, Λόσκι, Ι. Πόποβιτς, Στανιλοάε, Γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ, Ναυπάκτου Ιερόθεος, Περγάμου Ιωάννης κ.ά.). Εν προκειμένω τον απασχόλησε, πρώτον, η εννοιολογική διασάφηση του σχετικού εννοιολογικού πλέγματος με βάση τη σχετική πατερική διδασκαλία και, δεύτερον, η ανάδειξη των κύριων σταθμών στη διαδικασία διαμόρφωσης της νεώτερης ορθόδοξης θεολογίας του «προσώπου» στο δυναμικό πεδίο συνάντησης, ή ακόμα και διασταύρωσης, της ορθόδοξης θεολογικής σκέψης με τα νεώτερα και σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα. Το παρόν εγχείρημα αποβαίνει έτσι μία άσκηση «διάκρισης των πνευμάτων», δηλ υπόδειξης των ορίων διακινδύνευσης του θεολογικού λόγου στη συνάντηση του με τον «κόσμον τούτον».

    Μετά το πέρας των εισηγήσεων της Β΄ Συνεδρίας ακολούθησε συζήτηση επί των ομιλιών και τέθηκαν ερωτήσεις στους εισηγητές, η ανάγνωση των πορισμάτων και τέλος η λήξη των εργασιών της Θεολογικής Ημερίδας.


    0 0

    efraimserai1

    Ο Γέρων Εφραίμ, Δικαίος της Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Ανδρέου (Σεράι) στις Καρυές, μεταφέρει μια συνομιλία με τον μακαριστό Γέροντα Θεόκλητο Διονυσιάτη, ο οποίος είχε γνωρίσει παλαιούς απλούς μοναχούς στο Άγιον Όρος που εβίωσαν θείες εμπειρίες και αποκαλύψεις.

     


    0 0

    Ο αββάς Ποιμήν.

    Ο αββάς Ποιμήν ήρθε κάποτε να κατοικήσει στα μέρη της Αιγύπτου. Κοντά του έμενε ένας αδελφός που είχε γυναίκα, και ποτέ δεν τον ήλεγξε.
    Αυτή λοιπόν (η γυναίκα) έτυχε να γεννήσει νύχτα. Το πήρε είδηση ο γέροντας και κάλεσε τον μικρότερο αδελφό (της συνοδείας) του.
    – Πάρε μαζί σου ένα μπουκάλι κρασί, του είπε, και πήγαινε να το δώσεις στο γείτονα, γιατί το χρειάζεται σήμερα.
    Εκείνος έκανε όπως τον πρόσταξε ο γέροντας.
    Μόλις πήρε το κρασί ο αδελφός, κατανύχθηκε. Σε λίγες μέρες απομάκρυνε τη γυναίκα, αφού της έδωσε ό,τι είχε. Ύστερα ήρθε στον γέροντα και του είπε.
    – Εγώ από σήμερα μετανοώ.
    Ο γέροντας του έδωσε θάρρος.
    Τότε ο αδελφός πήγε κι έχτισε άλλο κελλί, δίπλα στου γέροντα. Κι απ’ αυτό ερχόταν (συχνά) στον γέροντα, που τον καθοδηγούσε στο δρόμο του Θεού.
    Έτσι λοιπόν κέρδισε (ο αββάς Ποιμήν) τον αδελφό.

     

    Από την ενότητα “Να μην κατακρίνουμε και να μην εξευτελίζουμε…”, του βιβλίου “Μικρός Ευεργετινός”, των εκδόσεων της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.


    0 0

    Την 20ην Οκτωβρίου 2018 η Τρίπολη θα υποδεχθεί την Τιμία Ζώνη της Υπεραγίας Θεοτόκου εκ της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους.

    Η υποδοχή του ιερού Κειμηλίου θα πραγματοποιηθεί στην πλατεία Κολοκοτρώνη Τριπόλεως το Σάββατο 20ην Οκτωβρίου 2018 ώρα 6 το απόγευμα και εν συνεχεία εν πομπή θα μεταφερθεί στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου Τριπόλεως, όπου και θα τεθεί σε προσκύνηση έως και της πρωίας της 23ης Οκτωβρίου 2018 ημέρας Τρίτης.

    Κατά την διάρκεια παραμονής της Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου Τριπόλεως θα τελούνται καθημερινώς Ιερές Ακολουθίες στις οποίες καλούνται οι πιστοί να συμμετάσχουν και να συμπροσευχηθούν και να λάβουν την ευλογία της Παναγίας.

     ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ

    Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

    ΩΡΑ 6:00 μ.μ.: Πάνδημος υποδοχή της Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου εκ της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους εις την πλατείαν Κολοκοτρώνη Τριπόλεως.
    ΩΡΑ 6:30 μ.μ.: Παράκλησις – Μέγας Εσπερινός εις τον Μητροπολιτικόν Ιερόν ΝαόνΑγίου Βασιλείου Τριπόλεως.
    ΩΡΑ 10:00 μ.μ. – 1:00 π.μ.: Ιερά Αγρυπνία.

    Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018

    ΩΡΑ 7:00 π.μ.: Όρθρος και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία.
    ΩΡΑ 12:00 μ.μ.: Παράκλησις εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.
    ΩΡΑ 4:00 μ.μ: Ακολουθία των Ωρών.
    ΩΡΑ 5:30 μ.μ.: Εσπερινός – Παράκλησις εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον – Κήρυγμα από τόνΗγούμενον της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου Πανοσιλογιώτατον Αρχιμανδρίτην κ. Εφραίμ.
    ΩΡΑ 10:00 μ.μ. – 1:00 π.μ.: Ιερά Αγρυπνία.

    Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

    ΩΡΑ 7:00 π.μ.: Όρθρος και Θεία Λειτουργία.
    ΩΡΑ 12:00 μ.μ.: Παράκλησις εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.
    ΩΡΑ 4:00 π.μ.: Τέλεσις Ιερού Μυστηρίου Ευχελαίου.
    ΩΡΑ 5:30 μ.μ.: Εσπερινός – Παράκλησις εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.
    ΩΡΑ 10:00 μ.μ. – 1:00 π.μ.: Ιερά Αγρυπνία.

    Τρίτη 23-10-2018

    ΩΡΑ 7:00 π.μ.: Όρθρος και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία Αγίου Αποστόλου Ιακώβου του Αδελφοθέου.
    ΩΡΑ 11:00 π.μ.: Παράκλησις εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.
    ΩΡΑ 12:00 μ.μ.: Αναχώρησις της Τιμίας Ζώνης δι’ Άγιον Όρος.


    0 0

    20151016-1

    Η τέλεια εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού — αυτή είναι η αγία ταπείνωση. Η τέλεια υπακοή στον Θεό χωρίς αντίρρηση, χωρίς αντίδραση, έστω κι αν ορισμένα πράγματα φαίνονται δύσκολα και παράλογα. Το άφημα στα χέρια του Θεού. Αυτή είναι η εμπιστοσύνη στον Θεό. Αυτή είναι η αγία ταπείνωση. Αυτή μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Τον καθιστά θεάνθρωπο.

     

    Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης


    0 0

    Επ’ ευκαιρία της ενάρξεως του νέου ακαδημαϊκού έτους και της υποδοχής των πρωτοετών φοιτητών, ύστερα από πρόσκληση του Κοσμήτορα της Σχολής Επιστημών Γεωπονίας και Δασολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, που εδρεύει στην Ορεστιάδα, κ. Σπυρίδωνος Κουτρούμπα, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνός τέλεσε τον καθιερωμένο αγιασμό, παρουσία του Δημάρχου Ορεστιάδος Βασ. Μαυρίδη, των Προέδρων των Τμημάτων Αγροτικής Ανάπτυξης και Δασολογίας και διαχείρισης περιβάλλοντος και φυσικών πόρων, εκπροσώπων των τοπικών αρχών και της εκπαιδευτικής και φοιτητικής κοινότητος.

    Ο Σεβασμιώτατος, τέλος, διένειμε την Καινή Διαθήκη στους φοιτητές, αφού πρώτα συνεχάρη τους πρόσφατα εισαχθέντες στη Σχολή, και ευχήθηκε σε όλους καλή πρόοδο και επιτυχή σταδιοδρομία, επικαλούμενος επ’ αυτούς το φωτισμό του Θεού.


    0 0

    Theophan_the_RecluseIf you are purified from the passions, then you can leave your heart freely to its will.

    But the more active its passions are, if you leave your heart to its will, it’ll condemn itself to general instability and insecurity.

    » Saint Theophan the Recluse


    0 0

    Με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια εορτάστηκε σήμερα, πρώτη Κυριακή του Οκτωβρίου, η επέτειος της θαυμαστής μεταφοράς της ιεράς εικόνας Παναγίας Οδηγήτριας από...

    0 0

    Πλήθος κόσμους, πάνω από 1.000 άτομα συγκεντρώθηκαν στον Λευκό Πύργο για να υποδεχθούν την Ιερά εικόνα της Παναγίας του Όρους...

    0 0

    Κάθε κράτος μέλος της ΕΕ θα πρέπει να επιλέξει μέχρι το τέλος Απριλίου 2019 αν θα διατηρήσει τη θερινή ή...

    0 0

    Με συμμετοχή εκατοντάδων πιστών πραγματοποιήθηκε η πανήγυρη της Αγίας Σκέπης στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονα-Ρωσικού. Όπως είναι γνωστό, στην Μονή...

older | 1 | .... | 1399 | 1400 | (Page 1401) | 1402 | 1403 | .... | 1462 | newer