Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1401 | 1402 | (Page 1403) | 1404 | 1405 | .... | 1462 | newer

    0 0

    20151018-2

    Προτού ακούσεις τον άλλον δεν πρέπει να απαντάς. «Ος αποκρίνεται λόγον πριν ακούσαι, αφροσύνη αυτώ εστί και όνειδος» (Παροιμ. ιη’, 13).

     

    Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ  


    0 0

    Τον γύρο του διαδικτύου κάνει αυτή η ελληνική οικογένεια από το Ωραιόκαστρο, η οποία δεν έχει ούτε ένα, ούτε δύο,...

    0 0

    1936… και η Αθήνα προετοιμάζεται για το αναπόφευκτο. Εκατοντάδες δημόσια καταφύγια αρχίζουν να χτίζονται εν όψει του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου....

    0 0

    «Θέλεις να κακολογείς; Κακολόγησε τις αμαρτίες σου! Γιατί λέει ο προφήτης: «Λέγε συ πρώτος τις αμαρτίες σου για να δικαιωθείς» (Ησ. 43,26). Είδες κακολογία που έχει στεφάνι και έπαινο και δικαιοσύνη;

    Πάλι λέει η Γραφή: «0 ευσεβής πρέπει πρώτος να κακολογεί τον εαυτό του» (Παρ. 18,17). Να κατηγορεί τον εαυτό του, όχι άλλον! Εάν γίνεις κατήγορος κάποιου άλλου, θα τιμωρηθείς. Αν όμως γίνεις του εαυτού σου θα βραβευθείς.

    Και για να μάθεις πόσο καλό είναι το να κατηγορείς το δικό σου αμάρτημα, λέει: «Ο δίκαιος πρέπει να κατηγορήσει πρώτος τον εαυτό του». Αλλ’ όμως αν είναι δίκαιος, πώς είναι κατήγορος; Αν είναι κατήγορος, πώς είναι δίκαιος; Ο δίκαιος δεν είναι υπόλογος κατηγορίας.

    Αλλά για να μάθεις ότι, κι’ αν ακόμη είναι αμαρτωλός κάποιος μπορεί να γίνει δίκαιος με την κατηγορία, αν κατηγορεί όμως τα αμαρτήματά του, γι’ αυτό είπε: «Ο δίκαιος, πρώτος ο ίδιος να κατηγορήσει τον εαυτό του»…

    Η γλώσσα είναι ακονισμένο μαχαίρι, όμως ας μην προξενούμε τραύματα σε άλλους, αλλ’ ας κόβουμε μόνο τη δική μας σαπίλα.

    Θέλεις να μάθεις ότι οι δίκαιοι συνηθίζουν να μην κακολογούν τους άλλους, αλλά μόνο τους εαυτούς τους; Άκουσε τον Παύλο που φωνάζει: «Ευχαριστώ τον Χριστό που με ενίσχυσε, γιατί με έκρινε άξιο της εμπιστοσύνης Του εμένα, που ήμουνα προηγουμένως βλάσφημος και διώκτης και υβριστής της Εκκλησίας» (Α’ Τιμ. 1,12). Βλέπεις πώς κατηγορεί τον εαυτό του; Και πάλι λέει: «Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο για να σώσει τους αμαρτωλούς, από τους οποίους εγώ είμαι ο πρώτος» (Α’ Τιμ.1,15). Κι’ αλλού πάλι λέει ο ίδιος: «Δεν είμαι ικανός να ονομάζομαι Απόστολος, γιατί καταδίωξα την Εκκλησία του Θεού» (Α’ Κορ. 15,9).

    Είδες πώς ο Παύλος κατηγορεί παντού τον εαυτό Του; Γιατί γνωρίζει το κέρδος απ’ αυτή την κατηγορία, ότι φέρνει τη δικαίωση.

    Μάλιστα όταν χρειάζεται να κατηγορεί ο ίδιος τον εαυτό του, χρησιμοποιεί πλούσια την κατηγορία. Όταν όμως δει και άλλους να κρίνουν τα ξένα σφάλματα, πρόσεχε με πόση αυστηρότητα τους κλείνει το στόμα, λέγοντας αυτά εδώ: «Επομένως μην κάνετε καμιά κρίση πριν από τον καθορισμένο χρόνο, ώσπου να έρθει ο Κύριος, ο οποίος θα φωτίσει αυτά που είναι κρυμμένα στο σκοτάδι και θα φανερώσει τις σκέψεις των καρδιών» (Α’ Κορ. 4,5). Δηλαδή φύλαξε το δικαστήριο γι’ αυτόν, που γνωρίζει τα απόρρητα του νου.

    Κι’ αν ακόμη νομίζεις πως γνωρίζεις πολύ καλά τα ιδιαίτερα του πλησίον σου, και πάλι είναι λανθασμένη η κρίση σου! «Γιατί ποιός άλλος από τους ανθρώπους, λέει ο Παύλος, γνωρίζει τα ιδιαίτερα του ανθρώπου, παρά μόνον η ψυχή του ανθρώπου που είναι μέσα του;» (Α’ Κορ. 2,11). Πόσοι απ’ αυτούς που είναι παραπεταμένοι και τιποτένιοι μπορούν να λάμπουν πιο λαμπερά από τον ήλιο! Πόσοι από τους μεγάλους και τους ονομαστούς θα βρεθούν ότι είναι στάχτη και τάφος ασπρισμένος απ’ έξω!

    Άκουσες πώς ο Παύλος κακολογεί τον εαυτό του, που με δύναμη και υπερβολή θυμόταν συνεχώς τα αμαρτήματά του, για τα οποία δεν επρόκειτο να λογοδοτήσει; Διότι πριν από το βάπτισμα ήταν βλάσφημος και διώκτης και υβριστής, το βάπτισμα όμως διέλυσε όλα αυτά τα αμαρτήματα. Αλλ’ όμως τα θυμάται αυτά, όχι γιατί επρόκειτο να λογοδοτήσει γι’ αυτά, αλλά για να δείξει την φιλανθρωπία του Θεού και τί τον έκανε από εκείνο που ήταν, αφού από διώκτη τον έκανε Απόστολο.

    Εάν, όμως, αυτός θυμάται τα αμαρτήματά του που έσβησαν, πολύ περισσότερο πρέπει εμείς να θυμόμαστε τα αμαρτήματα που κάναμε μετά το βάπτισμα. Γιατί ποιά θα είναι η δικαιολογία μας, ή ποιά συγχώρηση θα επιτύχουμε, όταν αυτός αναφέρει συνέχεια εκείνα για τα οποία δεν θα δώσει λόγο, ενώ εμείς ούτε εκείνα για τα οποία πρόκειται να λογοδοτήσουμε, ούτε αυτά υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας, αλλά αφού αφήσαμε τα δικά μας, ασχολούμαστε με τα ξένα σφάλματα;

    Άκουσε και τον Πέτρο που λέει: «Φύγε από μένα Κύριε γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός» (Λουκ. 5,8).

    Άκουσε πώς και ο Ματθαίος κατηγορεί την προηγούμενη ζωή του και ονομάζει τον εαυτό του τελώνη, και δεν ντρέπεται να διασύρει την προηγούμενη ζωή του (Ματθ. 10,3).

    Αφού, λοιπόν, δεν είχαν για τίποτα να κατηγορήσουν τη ζωή τους μετά το βάπτισμα, θυμούνται τα προηγούμενα αμαρτήματά τους διδάσκοντας εμάς να μη μιλάμε καθόλου για τα σφάλματα των άλλων, αλλά να φροντίζουμε και να ασχολούμαστε συνέχεια με τα δικά μας.

    Δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κανένα άλλο φάρμακο τέτοιο για την κατάργηση των αμαρτημάτων μας, όπως η διαρκής ανάμνησή τους και η παντοτινή κατηγορία τους.

    Έτσι κι’ ο τελώνης κατόρθωσε να διώξει τα άπειρα παραπτώματα του, για να πει: «Θεέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό».

    Έτσι ο Φαρισαίος έχασε όλη τη δικαίωση γιατί, ενώ σταμάτησε να σκέπτεται τα δικά του αμαρτήματα, καταδίκαζε όλους τους ανθρώπους λέγοντας: «Δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους που είναι άρπαγες και πλεονέκτες, ούτε σαν αυτόν τον τελώνη» (Λουκ. 18, 11).
    Κι’ όπως ένα πλοίο, όταν διατρέξει άπειρα κύματα και γλυτώσει από πολλές θύελλες, στο τέλος χάνει όλο τον θησαυρό που έχει μέσα του όταν στην ίδια την είσοδο του λιμανιού χτυπήσει σε κάποιο σκόπελο, έτσι ακριβώς κι’ αυτός ο Φαρισαίος, αφού υπέμεινε όλους τους κόπους της νηστείας και κάθε άλλης αρετής, επειδή δεν συγκράτησε τη γλώσσα του, έπαθε το φοβερό ναυάγιο μέσα στο ίδιο το λιμάνι! Γιατί το να φύγει από την προσευχή, από την οποία έπρεπε να κερδίσει, αφού έπαθε τόσο μεγάλη ζημιά, τίποτε άλλο δεν σημαίνει παρά το ότι έπαθε το ναυάγιο στο λιμάνι!

    Γι’ αυτό και ο Παύλος συμβουλεύει λέγοντας: «Ο καθένας ας εξετάζει καλά τα έργα του, και τότε θα έχει λόγο για καύχηση, αποβλέποντας μόνο στον εαυτό του, κι’ όχι στον άλλο» (Γαλ. 6,4).

    Θέλεις να μάθεις και στην Παλαιά Διαθήκη πώς οι δίκαιοι κατηγορούσαν τον εαυτό τους; Άκουσε κι’ αυτούς που λέγουν τα ίδια με εκείνους.

    Γιατί και ο Δαβίδ έλεγε: «Οι αμαρτίες μου ανέβηκαν πάνω απ’ το κεφάλι μου. Βάρυναν πάνω μου σαν βαρύ φορτίο» (Ψαλμ. 37, 5).

    Και ο Ησαΐας φώναξε: «Αλλοίμονο εγώ ο δυστυχισμένος, γιατί είμαι άνθρωπος κι’ έχω ακάθαρτα χείλη» (Ησ. 6,5).

    Και οι τρεις νέοι που βρίσκονταν μέσα στο καμίνι και παρέδωσαν τα σώματά τους στο θάνατο για τον Θεό, αριθμούσαν τον εαυτό τους ανάμεσα στους τελευταίους αμαρτωλούς, λέγοντας: «Αμαρτήσαμε, κάναμε ανομίες» (Δαν. 3, 20). Κι’ όμως, τί ήταν πιο λαμπρό και πιο καθαρό γι’ αυτούς; Γιατί πραγματικά, αν και είχαν κάνει κάποιες αμαρτίες, τις καθάρισε όλες η φλόγα της φωτιάς εκείνης. Όμως δεν έβλεπαν προς τα δικά τους κατορθώματα, αλλά αναλογίζονταν τα αμαρτήματά τους.

    Έτσι κι’ ο Δανιήλ, ύστερα από τον λάκκο με τα λιοντάρια, ύστερα από τις άπειρες τιμωρίες που υπέφερε, κι’ αυτός κατηγορούσε τον εαυτό του, ενώ κανείς δεν κατηγορούσε τον πλησίον του.

    Τί συμβαίνει λοιπόν; Γιατί αυτός που κακολογεί τους άλλους, εξοργίζει τον Κύριο. Αυτός, όμως, που κακολογεί τον εαυτό του, Τον εξευμενίζει και Τον συμφιλιώνει μαζί Του, και τον δίκαιο τον κάνει περισσότερο δίκαιο και τον αμαρτωλό Τον σώζει από τις αμαρτίες του και τον κάνει άξιο για συγχώρηση.

    Γνωρίζοντας, λοιπόν, αυτά ας μην ασχολούμαστε με τα ξένα αμαρτήματα, αλλά με τα δικά μας. Ας ανοίξουμε τη συνείδησή μας, ας θυμηθούμε όλη μας τη ζωή, ας εξετάσουμε καλά κάθε μας σφάλμα, κι’ ας μην κακολογούμε μόνο τους άλλους, αλλ’ ούτε και να ακούμε άλλους να κακολογούν.

    Γιατί και γι’ αυτό υπάρχει κατηγορία και πολύ μεγάλη τιμωρία, αφού λέει η Γραφή: «Να μην δεχθείς να ακούσεις κάτι που είναι άσκοπο» (Εξ. 23,1). Δεν είπε: «Να μην πιστέψεις σε κάτι το άσκοπο», αλλά «Να μην το δεχθείς αυτό». Κλείσε τα αυτιά σου, φράξε την είσοδο στην κατηγορία, απόδειξε ότι αυτός που ακούει δεν είναι λιγότερο εχθρός και πολέμιος σ’ εκείνον που κακολογεί από τον κατηγορούμενο. Να μιμηθείς τον προφήτη που λέει αυτά: «Εκείνον που κακολογούσε κρυφά τον πλησίον του, αυτόν τον έδιωχνα» (Ψαλμ. 1οο,5). Δεν είπε ότι «δεν τον πίστευα», ούτε ότι «δεν παραδεχόμουν τα λόγια του», αλλά «και τον έδιωχνα», σαν να ήταν εχθρός και αντίπαλος» [1].

    «Αλλ’ αυτή είναι η αιτία όλων των κακών, το ότι παρατηρούμε με μεγάλη λεπτομέρεια τα αμαρτήματα των άλλων, τα δικά μας δε τα παρατρέχουμε με πολλή ραθυμία. Έπρεπε όμως να κάνουμε το αντίθετο. Τα μεν αμαρτήματά μας να μη λησμονούμε, των δε άλλων ούτε να τα βάζουμε στο νου μας.

    Αν κάνουμε αυτό και τον Θεό θα έχουμε βοηθό και θα παύσουμε να οργιζόμαστε συνεχώς κατά των άλλων, και κανέναν εχθρό ποτέ δεν θα έχουμε. Αν όμως κάποτε αποκτήσουμε και εχθρό πολύ γρήγoρα και την έχθρα θα εξαφανίσουμε και των αμαρτημάτων μας γρήγορη συγχώρηση θα έχουμε.

    Γιατί όπως αυτός που μνησικακεί στον πλησίον του δεν επιτρέπει να απαλλαγεί απ’ την τιμωρία που επισύρουν τα δικά του αμαρτήματα, έτσι κι’ αυτός που είναι καθαρός από θυμό, θα είναι καθαρός από αμαρτήματα σύντομα. Καθ’ όσον αν εμείς οι πονηροί και υποδουλωμένοι στον θυμό, εξ’ αιτίας της προσταγής του Θεού παραθεωρούμε όλα τα εναντίον μας αμαρτήματα, πολύ περισσότερο ο Φιλάνθρωπος και Αγαθός και Καθαρός από κάθε πάθος θα παραβλέψει τα αμαρτήματά μας, ένεκα της προς τον πλησίον φιλοφροσύνης και με τη συγχώρηση των αμαρτημάτων μας θα αποδώσει σε εμάς την αμοιβή» [2].

     

    1. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, από τη Β΄ Ομιλία «Περί ασάφειας των Προφητειών».Ε.Π.Ε.τ. 1.
    2. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, από την Ομιλία «Περί του μη δημοσιεύειν τα αμαρτήματα των αδελφών». Ε.Π.Ε τ. 31.


    0 0

    [Previous post: http://bit.ly/2IPJezB]

    Bibikhin’s positions in the energy problem are close in many points to the positions by Heidegger (he was the translator of Heidegger’s principal works in Russian, and his general philosophical standpoints were also close to Heideggerian ones). Heidegger did not discuss Palamas’ teaching; but the very scale of his thought as well as his fundamental studies in the energy problem embracing all its historical stages prescribe the horizon and level for the contemporary vision of the problem and make it necessary to take them into account. First of all, as mentioned above, Heidegger states that the energy problem is of key importance for ontology and for philosophy as such; cf., e.g.: “For Aristotle the question about dynamis and energeia is not the question about categories… it is the question about the entity (das Seiende) as such… to question about dynamis and energeia is exactly what genuine philosophizing is”[18]. The base for the comparison with the positions of Orthodox energetism is provided mainly by the lecture course of 1931 devoted completely to the uniquely scrupulous analysis of several pages of Aristotle’s “Metaphysics” (Book IX, ch.1-3) where the relation between capability and actuality (energeia) is treated. The principal theme of this analysis is the same as the theme put later into the centre by Bibikhin: the character and limits of the connection of dynamis and energeia with motion. Heidegger develops a generalized understanding of this connection, according to which the connection in question includes necessarily also the connection with immobility and rest. Discussing one of the Aristotelian examples of capability, “what can walk does not walk, and what can not walk walks” (1047 a24) he reasons as follows: “What has the capability to walk, but does not do the walking, how is it actual as the capable? The not-walking considered from the side of motion is the rest, immobility. So this immobility allows us to catch the characteristic presence … of the capable as such? Surely, it is a necessary moment, but it is not sufficient… The immobility of the capable-to-walk as such is obviously conceived as a certain way of that movability, to which it has the capability as the capable. Thus the actuality of the capable is co-determined by the possessing-the-capability (vermögbar) actuality, which brings itself into actualization…

    How should we conceive this co-determination, the fact that the possessing-the-capability actualization in the way of its actuality is translucent (hineinstrahlt) in the actuality of the capable as such?”[19] Heidegger shows that the rest is related to accomplishment and actualization, and he illustrates the character of this relation by an example describing an immobile sprinter before the start, when he is completely in perfect readiness, in the “state to run” (im Stand loszulaufen). He discusses such a state again in 1936, in the program text “Der Ursprung des Kunstwerkes”, and here he finds very clear formulas: “The rest is such opposition to the motion that does not exclude the motion, but includes it into itself… If the rest absorbs the motion, then such a rest is possible that will be the inner concentration of the motion, i.e. it will be the highest mobility”[20]. His reasoning makes it clear that the rest, and the accomplished actualization play the decisive role in the conceptual contents of both dynamis and energeia. As a result, we may conclude that the Heideggerian treatment of energy as well as the later treatment by Bibikhin follows essentially the Aristotelian conception and sticks firmly to the ontic primacy of energy of the rest. One can suppose that the thought on energy in the work of these authors was advancing to a certain new ontology of radically nonclassical character; some contours of such ontology can be seen or rather guessed in philosophy of the event (Ereignis) of the late Heidegger.

    As for Orthodox theology of energies, one can see in it the approaches to its own original conception of energy, which integrates the principle of energy into personal being and draws on the experience of the hesychast practice. Such conception cannot coincide fully with either Aristotelian or neoplatonic conception. However, it has no proper philosophical concept of energy so far. Advancing to its creation, it is necessary to take into account both the ancient Greek foundations of the idea of energy and contemporary studies that we have briefly described.

    Now I must say if only a few words on the problem of personality. From the philosophical viewpoint, the personalist perspective so consistently advocated by Meyendorff offers a new nonclassical paradigm of the constitution of man, a new personological and anthropological model. In his presentation of this paradigm and model Fr. John is not a discoverer, he follows the line of the modern Orthodox theology of personality developed by many authors, the first of which were L.P.Karsavin, V.N.Lossky and G.V.Florovsky. In the philosophical aspect, this line presents the conception of personality, which proceeds from principles of patristic theology and is based on the identification of the notions of personality and divine hypostasis: “Personality is… the divine principle and God Himself”[21], – wrote Lev Karsavin, one of the originators of the present stage of this conception. Taking into account this principal distinctive feature of the latter, I call it the theocentric personological paradigm (TPP; Meyendorff uses a close term, theocentric personalism), as distinct from the anthropological personological paradigm (APP) elaborated in classical metaphysics and applying the notion of personality to human individual.

    A concise description of the TPP at its present stage can be found in my recent work[22]; here I say only that Meyendorff discloses and stresses, in the first place, the energetic character of the TPP. This character represents its second principal feature. Man in his relation to God is presented here as an energetic formation: as Meyendorff puts it, the key property of created nature is that it is endowed with “its proper energy, its proper purpose and its proper dynamic identity” as well as “its proper goal (skopos), which consists in striving for God, entering into communion with Him… The true purpose of creation is… communion in divine energy, transfiguration, and transparency to divine action in the world”[23]. In fact, these words express the energetic contents of the TPP in its part relating to man: man acquires his own personality and identity partaking energetically in personal divine being. Evidently, there is here a certain paradigm of the constitution of man: structures of man’s personality and identity are formed up by divine energies, the encounter with which man strives to achieve in synergy. It is also evident that it is an ontological and energetic paradigm, and both these properties make it radically different from the human constitution in the APP: in classical metaphysics man is constituted in the process of his actualization of the universal essence of man. The “essence of man” as well as “subject” and all others basic concepts of the APP are not used here at all, which means that Orthodox personalism and energetism develop completely nonclassical paradigm of the human constitution. The key principle of this paradigm is the “openness upward” (by Palamas’ expression) of man: man forms up his constitution in the unlocking of himself and directing all the energies of his being towards God.

    [18] M.Heidegger. Aristoteles, Metaphysik IX 1-3. Von Wesen und Wirklichkeit der Kraft.Gesamtausgabe, Bd. 33. Fr. a. M. 1981. S.9-10.
    [19] Ib. S.217. (Author’s italics.)
    [20] Id. Der Ursprung des Kunstwerkes // M.Heidegger. Holzwege. Fr.a.M.1963. S.37.
    [21] L.P.Karsavin. Church, personality and state. Paris, 1927. P.6. In Russian).
    [22] S.Horujy. Personalistic dimensions of neo-patristic synthesis and modern search for new subjectivities // Theologia (Athens). 2010, 81(4). P.407-424.
    [23] John Meyendorff. Byzantine theology. P.133.

    Another property of this paradigm, the importance of which is stressed frequently by Meyendorff, is its “holistic” or “integral” character: the actualization of the constitutive relation of man to God should be performed by the whole human being, and not just by man’s mind or consciousness; all levels of the human organization including the bodily ones, are involved in this actualization. Meyendorff wrote much on this subject, opposing holistic “Biblical anthropology” and dualistic pagan anthropology and developing Palamas’ thesis that “body together with soul treads the spiritual path”. In the framework of the TPP a certain original hermeneutics of human body emerges, and it attracts attention in modern secular society since the issue of human body is one of the most topical and actively debated in modern culture.

    The new non-classical approach in personology and anthropology opened by Orthodox energetism is undoubtedly of interest in the present philosophical situation. As said above, after the “death of the subject” we find in the focus of the attention of contemporary postclassical thought the personological (and epistemological) question: Who comes after the subject? It means that this thought turns actively to the problems of human personality and identity, trying to find new foundations and new discourse for all this field of problems. Doing this, it declines the strategy of constructing new abstract theories; the key task is seen now as follows: one must put into the focus of philosophical reflection all the total fund of past and present anthropological experience in order to discover and identify in it new personalistic formations and modi of subjectivity. Today such search for non-classical modi of subjectivity has already brought some results, the most significant of which belong to poststructuralist anthropology of Foucault and Deleuze. The special attention should be paid here to the theory of the “practices of the self” of the late Foucault. In this theory the profound analysis of stoic and other anthropological practices of late antiquity leads to a very general project of non-classical anthropology. Both logics and methodology of this project have obvious resemblance to Orthodox personology relying on hesychast experience: in both cases the core of the personological conception is the paradigm of the constitution of man in some practice of strictly directed holistic self-transformation (although the choice of the basic practices is different, and Foucault’s paradigm does not include any ontological transcension) . It should be noted, however, that the drawing of energetic conceptions into the Orthodox approach enriches anthropological discourse considerably, opening additional possibilities to see personalistic structures in their dynamics. For example, in the personological aspect, the patristic paradigm of the perichoresis can be interpreted as the ideal paradigm of personal identity: evidently, in their personological contents, the perfect mutual interpenetration and exchange of being mean complete mutual ascertainment and confirmation, which is the basis of personal identity. Thus we have here a concrete model of perfect and complete identity, the Trinitarian identity, to which all other paradigms of identity can be compared. Obviously, the presence of such model is valuable for contemporary personology, even secular one.

    Thus we see that Orthodox conceptions of personality and energy lead to new non-classical anthropology based on the energetic paradigm of the human constitution; and so they can make a valuable contribution to the anthropological search of contemporary philosophy. The active propagation of postsecular ideas that takes place today removes gradually ideological barriers and stops conflicts and confrontations, which used to create obstacles to the collaboration between secular and religious thought. The postsecular context possesses useful collecting and uniting capacity, and in the postsecular dialogue that unfolds now in the space of contemporary culture the ideas and fruits of the work of Fr. John Meyendorff can find their new life.

     

    [24] The detailed comparison of the conception of practices of the self and contemporary Orthodox personology is presented in my work: S.Horujy. The last project of Foucault. Practices of the self and spiritual practices // Id. Diogenes’ lantern. A critical retrospection of European anthropology. Moscow, 2010. P.492-684. The English translation of this text is now in print in Fordham University Press (USA).

    0 0

    ‘Provide purses for yourselves that will not wear out, a treasure in heaven that will never fail, where no thief comes near’ (Lk. 12, 33)

    ‘Avarice is the root of all evils’ (I Tim. 6, 10)

    Of all the sicknesses that befall the human soul, the most repulsive, in my view is avarice, or miserliness. I’ve abhorred it since I was a child. And now, although my opinion on many things has changed with age, I still feel the same about people being tight-fisted. I’d rather have dealings with a murderer than with a miser. Because a murderer might have killed in the heat of the moment, in anger, and then have repented afterwards, but a miser’s an ice-cold calculator, rotten to the core. In a murderer you can find some emotions, but not in a miser. Misers are certainly only ever selfish, loving nothing except themselves, and often enough they’re monsters worse than egotists, because they may not love even themselves, preferring instead to die of hunger.

    This shows that people can be reduced to a state that no other living creature can reach. Only we, who call ourselves ‘lords of creation’ can plumb such depths of stupidity whereby, from our miserliness, we hide money in a mattress or a pillow and then die of hunger. Have you ever seen a dog that’s a miser? Or a donkey with a lot of hay to eat, but doesn’t do so and is then found dead from starvation? You see how misers end up mad and, indeed, the most unlikable and antipathetic of all lunatics.

    But even those who are just normal misers and haven’t reached this state of passion that I mentioned still have an air of coldness about them. You feel wary about approaching them. You can’t relax with them because they’re all buttoned up, ‘tied up in string’, as it were. Because being tight-fisted has made them hypocritical and mistrustful.

    Money’s a dangerous thing, very deleterious to the soul. A lot of people start off by being careful with it, and slowly become avaricious, until they’re pinned down by Mammon. Through avarice, the human heart shrinks, just as it expands through generosity. Misers are also miserly in their emotions. They’re unable to harbour charitable feelings. How can such people make sacrifices for others?

    The love of money has brought down upon humanity the greatest calamities. Judas the avaricious betrayed Christ. Most quarrels between people, most fights within families, the wars that devastate the earth and cover it in blood are caused by accursed money. Self-interest.

    During Great Week, the Church sings many hymns condemning avarice. It calls Judas ‘offspring of vipers, conspirator, traitor, malefactor’ and enjoins us to cast off avarice.

    This wicked sickness is both widespread and very serious today, a universal passion, in the East and West, that eats away at the heart like a cancer. People have never loved money so much as they do today. Because nowadays we’re materialists, we don’t believe in the next life, and, since we don’t believe in God, we go flat out to enjoy this present life. This life that, before you manage to see it properly, flees and vanishes, like a shadow. It’s this shadow that wretched people are chasing today. They torture and kill themselves over this shadow, in the belief that money matters.

    I’ve known lots of people who are very well off and I’ve seen their anxiety and their miserable happiness. I don’t mean those who are prevented from enjoying this life because of illness or some other calamity. I mean those who have their health and all the means to live well. They have everything except happiness. Real happiness is a distant prospect for them, in the first place because life’s an unstable thing, like the needle of Nasruddin Hodja*. Happiness without security is impossible. Rich people are all anxious because they don’t know what tomorrow will bring, what they’ll find ‘the morn’s morning’. Moreover, wealth brings turmoil, confusion and cares. Careworn people can’t be happy, because they’re never alone with themselves. And if you’re never alone with yourself, you’ll never recognize what sort of thing happiness is. The spring from which happiness flows is neither the bank, nor lucre, but the human heart.

    Source: agiazoni.gr

     

    * One of the many stories about the wily Nasruddin Hodja, which are popular from Afghanistan to Greece. In this one, in order to extricate himself from an embarrassing predicament, the Hodja pretends to have had a nightmare:
    ‘Fatima! Wife, you have no idea what sort of horrifying nightmare I’ve just had!’
    She asked, ‘What did you dream?’
    ‘I saw three tall minarets, one set right above the next, and atop the third minaret was an egg, and on that egg was a needle, and on that needle balanced a covered table, and at that table I had to eat my dinner!’ [WJL]

    0 0

     

    Ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος μιλάει για την θυσία μέσα στον γάμο, καθώς και για την αμοιβαία κατανόηση και την αληθινή επικοινωνία, που οδηγούν στην εν Χριστώ ένωση των συζύγων.

     


    0 0

    Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης (1912-1998).

    Όταν είχα γίνει ιερεύς, σκέφθηκα να μην μνημονεύω τους συγγενείς μου, παππούδες, γιαγιάδες κ.λπ. Έγραψα πρόχειρα τα ονόματά τους μ’ ένα μολύβι και τα έβαλα εις τον ιερόν, μαζί με άλλα ονόματα που είχαμε, να τα μνημονεύει ο Γέροντας μου, ο π. Νικηφόρος.

    Έτσι, πέρασαν αρκετές ημέρες και ήμουν σίγουρος ότι μνημονεύονται τα ονόματα.
    Ένα βράδυ, βλέπω εις τον ύπνο μου γερόντια, γριούλες, τους συγγενείς μου, όλους αυτούς που είχα γράψει πρόχειρα εις το χαρτί, να με πλησιάζουν και να μου λένε:
    – Εσύ μας έγραψες, αλλά ο π. Νικηφόρος δεν μας μνημονεύει.

    Το πρωί πηγαίνω εις το Γέροντά μου και του λέγω:
    – Γέροντα, είχα αφήσει κάτι ονόματα εις το χαρτί. Τα μνημονεύεις;
    – Όχι, μου λέγει θυμωμένα. Ήταν άσχημα γραμμένα, και με μολύβι, και το έσχισα το χαρτί. Να τα γράφεις καθαρά για να τα μνημονεύω.
    Τότε τα καθαρόγραψα και τα άφησα να τα μνημονεύει.

     

    Από το βιβλίο του Γεωργίου Κρουσταλάκη, “Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης, Ο Θεολόγος και παιδαγωγός της ερήμου”, των εκδόσεων Εν πλώ.


    0 0

    20151019-1

    Ο παραμικρός γογγυσμός κατά του πλησίον επηρεάζει την ψυχή σας και δεν μπορείτε να προσευχηθείτε. Το Πνεύμα το Άγιον, όταν βρίσκει έτσι την ψυχή, δεν τολμάει να πλησιάσει.

    Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης  


    0 0

    Με την Ανώτατη Τιμητική Διάκριση «Χρυσούς Αριστοτέλης», η οποία απονέμεται σπανίως και σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, τίμησε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης την Αυτού Μακαριότητα τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Κύριο Αναστάσιο, ύστερα από πρόταση του Πρύτανη του ΑΠΘ, Καθηγητή Περικλή Α. Μήτκα.

    Σύμφωνα με το σκεπτικό της ομόφωνης απόφασης της Συγκλήτου του ΑΠΘ, «ο Μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος τιμάται για το τεράστιο ιεραποστολικό, φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο του τόσο κατά την παραμονή του στην Αφρική ως Τοποτηρητής της Μητροπόλεως Ειρηνουπόλεως (του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας), όσο και για το τιτάνιο έργο της εκ του μηδενός ανασύστασης και αναδιοργάνωσης της Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αλβανίας. Τιμάται επίσης για τους αδιάλειπτους αγώνες του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για την κοινωνική ισότητα, για την αποδοχή των πάντων χωρίς φυλετικές ή θρησκευτικές διακρίσεις, και γενικά για τη συνολική δράση και τη στάση ζωής του».

    Την έναρξη έκανε με την Προσφώνηση ο Πρύτανης του ΑΠΘ, Καθηγητή Περικλής Α. Μήτκας. Στη συνέχεια ακολούθησε ο Έπαινος του τιμωμένου από τον Κοσμήτορα της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ, Καθηγητή Θεόδωρο Ι. Δαρδαβέση, τον Πρόεδρο του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ, Καθηγητή Αιμίλιο Δ. Μαυρουδή, τον Πρόεδρο του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ, Καθηγητή Συμεών Α. Πασχαλίδη. Ακολούθησε η Τελετή Απονομής και η Ανάγνωση και επίδοση του ψηφίσματος της Συγκλήτου και η Απονομή μεταλλίου «Χρυσούς Αριστοτέλης» από τον Πρύτανη του ΑΠΘ, Καθηγητή Περικλή Α. Μήτκα. Τελειώνοντας η εκδήλωση έκλεισε με την Ομιλία του τιμώμενου, Μακαριότατου Αρχιεπίσκοπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Κύριο Αναστάσιο, με τίτλο: «Θρησκευτικός Πλουραλισμός και Ειρηνική Συνύπαρξη: ορισμένες επισημάνσεις».

    Βιογραφικό Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ. Αναστασίου 

    Ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας (1992 εξ.) Αναστάσιος (Γιαννουλάτος) είναι Ομότιμος Καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1991 εξ.), Επίτιμο Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (2005 εξ.) και Πρόεδρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (2006 εξ.). Επίσης επίτιμος διδάκτωρ Θεολογίας η Φιλοσοφίας δεκαεπτά Πανεπιστημίων, Πανεπιστημιακών Σχολών η Τμημάτων (Ελλάδος, Η.Π.Α., Ρουμανίας, Κύπρου, Γεωργίας, Αλβανίας, Ιταλίας).

    Γεννήθηκε στον Πειραιά, 4 Νοεμβρίου 1929. Αριστούχος πτυχιούχος και διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε Θρησκειολογία, Ιεραποστολική και Εθνολογία στα Πανεπιστήμια Αμβούργου και Μαρβούργου της Γερμανίας ως μεταπτυχιακός υπότροφος του Ιδρύματος Alexander von Humboldt. Μελέτησε το Ισλάμ, τον Βουδδισμό, τον Ταοισμό, τον Κομφουκιανισμό και τα αφρικανικά θρησκεύματα, σε χώρες όπου ακμάζουν αυτές οι θρησκείες. Ομιλεί αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά· διαβάζει λατινικά, ιταλικά, ισπανικά, αλβανικά. Διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκευμάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών (1972-91), Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής (1982-86) και Αντεπιστέλλον Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1993-2005). Συγγραφέας πολλών μονογραφιών και άνω των 240 μελετών και άρθρων θεολογικού ή θρησκειολογικού περιεχομένου. Έργα του έχουν μεταφρασθεί σε δώδεκα γλώσσες. Χειροτονήθηκε διάκονος (1960), πρεσβύτερος (1964) και Επίσκοπος Ανδρούσης (1972) για τη θέση του Γενικού Διευθυντού της «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος» (1972-1991).

    Πρωτοστάτησε στη σύγχρονη αναζωπύρωση της Ορθόδοξης Εξωτερικής Ιεραποστολής. Ως Τοποτηρητής της Μητροπόλεως Ειρηνουπόλεως (Κένυα, Τανζανία, Ουγκάντα), την περίοδο 1981-1990, ανέπτυξε ευρύτατο ιεραποστολικό και κοινωνικό έργο. Αναγνωρίσθηκε «Μέγας Ευεργέτης του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας» (2009). Ως Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας, κατόρθωσε, παρά τις τεράστιες δυσκολίες, να ανασυστήσει από τα ερείπια τη διαλυμένη επί 23 έτη Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας. Η συμβολή του στην επιστήμη, τη σύγχρονη χριστιανική μαρτυρία, τη διαχριστιανική προσέγγιση, τον διαθρησκειακό διάλογο και την ειρηνική συνύπαρξη λαών και θρησκειών έχει διεθνώς αναγνωρισθεί.

    Το 2000, ύστερα από πρόταση 33 Ακαδημαικών της Ακαδημίας Αθηνών και πολλών προσωπικοτήτων της Αλβανίας, υπήρξε υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Επανειλημμένως έχει εκλεγεί σε διακεκριμένες θέσεις διεθνών Οργανισμών, όπως Πρόεδρος της Επιτροπής Παγκοσμίου Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού (1984-89)· Αντιπρόεδρος της Συνελεύσεως των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (2003-09)· Επίτιμος Πρόεδρος της «Παγκοσμίου Διασκέψεως των Θρησκειών για την Ειρήνη» (2006 εξ.). Έχει τιμηθεί με βραβεία και παράσημα πολλών Ορθοδόξων Εκκλησιών και διαφόρων χωρών (είκοσι πέντε), όπως με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας (1997), το Athenagoras Human Rights Award (Νέα Υόρκη 2001), το βραβείο «διακεκριμένων δραστηριοτήτων για την ενότητα των Ορθοδόξων Εθνών» (Μόσχα 2006), το παράσημο «Γεωργίου Καστριώτη – Σκεντέρμπεη» της Δημοκρατίας της Αλβανίας, «για την πολύτιμη συμβολή και δράση του στην αναβίωση της πνευματικής πίστεως και ελπίδος… και τον εμπλουτισμό της διαθρησκειακής αρμονίας και ανεξιθρησκίας του αλβανικού λαού» (Τίρανα 2010). (πηγή βιογραφικού: biblionet.gr)


    0 0

    «Λευκόνοικο…της Μεσαρκάς καμάρι» είναι ο τίτλος του ντοκιμαντέρ το οποίο παρουσιάστηκε στο σπίτι της Κύπρου σε συνεργασία με το Δήμο Λευκονοίκου την Τέταρτη 17/10/2018, παρουσία της Δημαρχου Λευκονοίκου και του εξοχώτατου κ. πρέσβη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

     

    Σύντομο χαιρετισμό απηύθυναν η Δήμαρχος Λευκονοίκου Ζήνα Λυσάνδρου Παναγίδη, ο Δήμαρχος Νέας Ιωνίας Ηρακλής Γκότσης, ο πρόεδρος του προσφυγικού σωματείου «Το Λευκόνοικο», ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ Μιχάλης Γεωργιάδης και ο Πρέσβης της Κυπριακής Δημοκρατίας Κυριάκος Κενεβέζος.


    0 0


    0 0
  • 10/19/18--02:00: Σπανακόρυζο
  • Συστατικά 400 γρ. σπανάκι κατεψυγμένο καθαρό βάρος 1 φρέσκο κρεμμύδι, χοντροκομμένο 1 λίτρο νερό 1 κύβο λαχανικών ή κοτόπουλο 80 γρ. βούτυρο...

    0 0

    Το να κατακρίνει κανείς είναι χειρότερο απ’ όλα. Γιατί, εκείνους που νομίζουμε εμείς ότι κατακρίνουμε, αυτοί ελαφρώνονται από το βάρος, ενώ εμείς φορτωνόμαστε αντί αυτών το βάρος, και βρισκόμαστε να κατακρίνουμε τον εαυτό μας.

    Με όλη λοιπόν την προθυμία μας, ας αποφύγουμε το να κατακρίνουμε άλλους. Γιατί είναι άξιο μεγάλου χλευασμού, ενώ υποφέρουμε από αθεράπευτη αρρώστια κι’ έχουμε δυσκολοθεράπευτες πληγές και είμαστε υπόχρεοι μύριων χρεών, να περιεργαζόμαστε και να εξετάζουμε τα ξένα πταίσματα.

    Δεν είναι δηλαδή καλό να κατακρίνουμε τον πόρνο, εάν στη συνέχεια σωφρονίσει. Καλό είναι να αποφεύγουμε την πράξη, όχι να κατηγορούμε εκείνον που την έκανε. Γιατί εκείνος που είπε, «Δεν θα φονεύσεις» (Έξ. 20,15), είπε και «Δεν θα κατακρί¬νεις» (Λουκ. 6,37).

    Εάν κατακρίνεις, μαζί με αυτόν κατακρίνεσαι κι’ συ με αυτά με τα οποία κατακρίνεις αυτόν. Γιατί δεν είναι δικό μας έργο το να κρίνουμε ή να κατακρίνουμε κάποιον, αλλά του μόνου Θεού και μεγάλου κριτή, ο οποίος γνωρίζει τις καρδιές μας και τα κρυφά πάθη της φύσεως. Γιατί λέει· «Ποιός θα καυχηθεί ότι έχει αγνή την καρδιά του; ή ποιός έχει την παρρησία να πει, είμαι καθαρός από αμαρτίες;» (Παρμ. 20,9).

    Ας μη κατακρίνουμε λοιπόν με απερισκεψία και αβασάνιστα εκείνους που πέφτουν σε πταίσματα, κι’ αν ακόμα φτάσουν στα χειρότερα κακά της κακίας, κι’ αν ακόμα γίνουν έρημοι της αρετής και απομακρυνθούν ακόμα μακρύτερα, κι’ αν εξαφανίσουν όλη, φαινομενικά, τη φυσική κάλλιστη κατάστασή τους.

    Γιατί είναι φυσικό, αφού κάποτε ξυπνήσουν από αυτή την κατάσταση, να αναβλέψουν προς τον Θεό, και να βρεθούν τόσο κοντά στα πόδια του Κυρίου, όσο μακρύτερα βρίσκονταν. Καθόσον συμβαίνει κανείς να πέφτει σε ολίσθημα με το λόγο, και όχι με την ψυχή. Και ποιός είναι εκείνος που δεν αμάρτησε με τη γλώσσα του;

    Εμείς, λοιπόν, εκείνα που λάβαμε ως εντολή, αυτά ας σκεφθούμε, δηλαδή το να πενθούμε και να κλαίμε τα ελαττώματά μας, και να παρακαλούμε τον Θεό να μας καθαρίσει από τη σαπίλα μας, και να συμπάσχουμε και να συνυποφέρουμε με τους ομογενείς και σύσσωμους και ομόχριστους. Γιατί με αυτά ευαρεστείται ο Θεός. [1]

    Αυτός που είναι ένοχος για μύρια κακά, δεν πρέπει να είναι αυστηρός δικαστής των αμαρτημάτων των άλλων και προπάντων όταν αυτά είναι μικρά. Μ’ αυτά δεν καταργεί τον έλεγχο, ούτε τη διόρθωση, αλλ’ απαγορεύει το να αδιαφορεί κανείς για τα δικά του και να διαλαλεί τα ξένα παραπτώματα. Καθ’ όσον αυτό προξενούσε πολύ μεγάλη κακία, αφού εισήγαγε διπλή πονηριά.

    Γιατί αυτός που φροντίζει να αδιαφορεί για τα δικά του, αν και είναι μεγάλα, να κρίνει δε των άλλων με αυστηρότητα, αν και είναι μικρά και ασήμαντα, βλάπτεται κατά διπλό τρόπο. Και με το ότι αδιαφορεί για τα δικά του και με το ότι δείχνει την έχθρα και την αποστροφή του προς όλους γενικώς και ρυπαίνεται καθημερινά με την χείριστη ωμότητα και αντιπαθητικότητα… [2]

    Κανείς δεν παρουσιάζει έργο που να αρέσει στον Θεό. Αλλά τον τάδε, λέει, ας κακολογήσουμε, και τον τάδε. Ο τάδε είναι ανάξιος του κλήρου, ο τάδε ζει άσεμνα.

    Ενώ οφείλουμε να πενθούμε για τα δικά μας κακά, κατακρίνουμε τους άλλους.

    Ούτε κι’ όταν είμαστε καθαροί από αμαρτίες, δεν επιτρέπεται να το κάνουμε αυτό.

    Γιατί λέει:

    «Αλήθεια, ποιος σ’ έκανε εσένα ανώτερο από τους άλλους; Τι έχεις που να μην το έλαβες; Αφού, λοιπόν, το έλαβες από τον Θεό, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το έλαβες; (Α Κορ. 4,7).

    Όταν πεις «ο τάδε είναι πονηρός και διεφθαρμένος και μοχθηρός» σκέψου τον εαυτό σου και εξέτασε με ακρίβεια τα δικά σου και θα μετανοήσεις γι’ αυτά που είπες.

    Πράγματι δεν υπάρχει, δεν υπάρχει προτροπή τέτοια που να οδηγεί στην αρετή, όπως το να θυμόμαστε τα αμαρτήματά μας. Εάν τα σκεφτόμαστε αυτά τα δύο, θα μπορέσουμε να επιτύχουμε τα αγαθά που μας έχει υποσχεθεί, θα μπορέ¬σουμε να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας και να τους λευκάνουμε.

    Μόνο κάποτε, να κάνουμε την αρχή αυτής της σκέψεως και να φροντίσουμε γι’ αυτό το πράγμα». [3]

    Αλλά, θα μου πεις, είναι ευχάριστο το να κακολογεί κανείς. Ε, λοιπόν σου λέω, ότι ευχάριστο είναι το να μην κακολογεί κανείς! Γιατί αυτός που κακολόγησε βρίσκεται σε αγωνία μετά, φοβάται, υποπτεύεται, μετανοεί και δαγκώνει τη γλώσσα του, επειδή φοβάται και τρέμει μήπως κάποτε διαδοθεί αυτό που είπε σε άλλους και επιφέρει μεγάλο κίνδυνο και περιττή κι’ ανώφελη έχθρα σ’ αυτούς οι οποίοι τα είπαν.

    Αυτός, όμως, που τα κρατάει μέσα του, είναι ασφαλής και ζει ευχάριστα. «Άκουσες λόγο, λέει, ας πεθάνει μέσα σου. Μην φοβηθείς δεν θα σε σκάσει»! (Σοφ. Σειρ. 19,10). Τί σημαίνει «ας πεθάνει μέσα σου»; Σημαίνει σβήσε τον, θάψε τον, μην του επιτρέψεις να βγει, ούτε να κινηθεί καν. Κι’ επιπλέον σημαίνει, φρόντιζε να μην ανέχεσαι να ακούς αυτούς που κακολογούν τους άλλους.

    Αν όμως τύχη κάποτε κι’ ακούσεις αυτούς, θάψε τους λόγους τους, φόνευσε αυτό που λέχθηκε, λησμόνησέ το, για να γίνεις όμοιος μ’ αυτούς που δεν άκουσαν και να ζεις με ειρήνη και ασφάλεια στην παρούσα ζωή.

    Αν καταλάβουν όσοι κακολογούν ότι τους αποστρεφόμαστε περισσότερο από εκείνους που αυτοί συκοφαντούν, θα παύσουν κι’ αυτοί κάποτε την κακή αυτή συνήθεια, θα διορθώσουν το αμάρτημα, και θα μας επαινέσουν μετά, κι’ εμάς τους ίδιους θα μας ανακηρύξουν ως σωτήρες κι’ ευεργέτες τους.

    Γιατί, όπως ακριβώς το να λέει κανείς καλά λόγια και να τον επαινεί είναι αρχή φιλίας, έτσι ακριβώς και να τον κακολογεί και να τον διαβάλλει γίνεται αρχή έχθρας και αντιπάθειας και αναρίθμητων διαμαχών.

    Γιατί, από πουθενά αλλού δεν προέρχεται η αμέλεια για τον εαυτό μας, παρά από το να φροντίζουμε και να πολυεξετάζουμε τη ζωή των άλλων.

    Καθ’ όσον, δεν είναι δυνατό ο άνθρωπος που κατηγορεί τους άλλους κι’ εξετάζει με λεπτομέρεια τη ζωή του, να ενδιαφέρεται να βελτιώσει τη δική του ζωή. Όλο του δε το ενδιαφέρον εξαντλείται στις υποθέσεις των άλλων, και κατ’ ανάγκη τα δικά του θέματα βρίσκονται παραμελημένα. Κι’ όμως θα ήταν πολύ ευχάριστο όλο τον χρόνο του να τον διαθέσει για τη φροντίδα των δικών του αμαρτημάτων και για να κρίνει τον εαυτό του, προκειμένου να μπορέσει να κάνει το καλύτερο. Όταν όμως φροντίζεις συνεχώς για τις ξένες υποθέσεις, πότε θα φροντίσεις και για τα δικά σου ελαττώματα; [4]

     

    Παραπομπές:

    1. Όσιος Αντίοχος Μοναχός, Λόγος 49, «Για το ότι δεν πρέπει να κατακρίνει κανείς»

    2. Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ΚΓ΄Ομιλία «Εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον», Ε.Π.Ε. τ. 10.

    3. Από την ΚΓ’ Ομιλία του «Εις την προς Εβραίους επιστολή».Ε.Π.Ε τ. 25

    4. Από την Γ΄ Ομιλία «Εις Ανδριάντας»


    0 0


    0 0

    «Δέομαί σου, μη με βασανίσης»

    Πολλοί άνθρωποι τη μανία του διαβόλου που στρέφεται κατά της ψυχής μας και μας δημιουργεί πολλά προβλήματα «συνοράν ουκ έχουσι», δηλαδή αδυνατούν να το αντιληφθούν, γι’ αυτό παρεχώρησε ο Θεός και κατά το σώμα «δαιμονοφορήτους γίνεσθαι», να δαιμονισθούν μερικοί και στο σώμα, ώστε να αντιληφθούμε όλοι πόσο φοβερό πράγμα είναι να κάνει κάποιος ένοικο της ψυχής του το διάβολο, όταν πραγματοποιεί τα έργα της αμαρτίας, παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα περιγράφει ένα δαιμονισμένο στα Γάδαρα. Η περιγραφή είναι φοβερή και αξίζει να δούμε μερικά σημεία απ’ αυτά που αναφέρει ο Ευαγγελιστής.

    Η παράκληση του διαβόλου

    Κατ’ αρχήν πρέπει να τονίσουμε πως ο Χριστός ήλθε να καταργήσει το κράτος του διαβόλου· «ίνα καταργήση τον τον κράτος έχοντα του θανάτου τούτ’ έστι τον διάβολον» (Εβρ. 2, 14), θα μας πεί ο απόστολος Παύλος. Ο Χριστός για να δείξει πως είναι παντοδύναμος εκδιώκει τους δαίμονες από τις ψυχές των ανθρώπων και μας χαρίζει την αιώνια ζωή. Από ευσπλαχνία ήλθε στον αιγιαλό όπου διέτριβε καθημερινώς ο δυστυχισμένος άνθρωπος, που είχε καταληφθεί από πολλά δαιμόνια. Γι’ αυτό το λόγο το παμμίαρο εκείνο σμήνος των δαιμόνων, όταν η παρουσία του Κυρίου τους μάστιζε ανηλεώς, βρέθηκε σε αμηχανία κι άρχιζε να κραυγάζει· «τι εμοί και σοι, Ιησού υιέ του Θεού του υψίστου; δέομαί σου μη με βασανίσης» (Λουκ. 8,28). Φοβήθηκαν πως θα τους παραδώσει στην αιώνια κόλαση. Η κόλαση για το διάβολο, γράφει ο προμημονευθείς άγιος, είναι να παραδοθεί σε ακινησία και να καταργηθεί κάθε πονηρή του ενέργεια. Να μην μπορεί να κάνει το κακό. Αναγκάσθηκε λοιπόν η λεγεώνα των δαιμονίων να ταπεινωθεί ενώπιον του Κυρίου και να Τον παρακαλέσει χρησιμοποιώντας μάλιστα λόγια κολακείας.

    Το πλήθος των δαιμονίων εξαιτίας της πονηρής κοινωνίας που είχαν μεταξύ τους, ομιλούν σαν να είναι ένας και χρησιμοποιούν το στόμα του ανθρώπου εκείνου. Ο Κύριος ρώτησε το δαιμονισμένο ποιο είναι το όνομά του· «ο δε είπε· λεγεών· ότι εισήλθεν δαιμόνια πολλά εις αυτόν» (οπ.π. στιχ. 30). Ο Χριστός δεν είχε ανάγκη να ρωτήσει για να μάθει τι γίνεται μέσα στο δαιμονισμένο, αλλά για να μας πληροφορήσει πόσοι φονευτές δαίμονες ταλαιπωρούσαν εκείνον το δυστυχισμένο. Επίσης ήθελε ο Χριστός να μας δείξει πως όλος αυτός ο συρφετός που εξεστράτευε καθημερινώς εναντίον του ανθρώπου, «ανελείν ουκ εξίσχυσεν», δεν μπόρεσε να τον σκοτώσει, θα υπογραμμίσει ιδιαίτερα ο Βασίλειος Σελευκείας. Ο διάβολος όλα θα τα κατάστρεφε και κανένα πλάσμα δε θα έμενε απείρακτο απ’ τις ενέργειές του, εάν δεν τα προστάτευε η ακαταγώνιστη δύναμη του Χριστού. Ακόμη κι η παράκληση των δαιμονίων να μπούν μέσα στους χοίρους, δείχνει την αδυναμία τους, όταν εμφανισθεί μπροστά τους ο Θεός και τους καταργήσει την πονηρή δραστηριότητα.

    Αναγωγικές ερμηνείες

    Κάθε πονηρό πάθος εξαιτίας της ακαθαρσίας του δημιουργεί στον άνθρωπο χοιρώδη βίο. Οι άνθρωποι που μόλυναν το χιτώνα της χάριτος του Θεού, περιφέρονται σαν χοίροι. Απ’ αυτούς προεξέχουν αυτοί που αγάπησαν την ηδυπάθεια και προνοούν αμαρτωλά για τη σάρκα τους. Ο Παύλος λέγει: «ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας» (Ρωμ. 13,14). Ο ιερός Θεοφύλακτος προσθέτει πως κάθε άνθρωπος που στερείται λόγω των αμαρτιών του τη στολή του βαπτίσματος, δε μένει μέσα στην Εκκλησία, αλλά στα μνήματα, δηλαδή ζει μέσα στα νεκρά έργα, όπως π.χ. στην πορνεία και στις ακάθαρτες πράξεις.

    Ένας άλλος ερμηνευτής θα συμπληρώσει. Ο άνθρωπος που βαρύνεται με φαύλες πράξεις, συνέχεται απ’ τον πονηρό δαίμονα. Βγαίνει έξω από το σπίτι των αρετών, δηλαδή την Εκκλησία και σαν να είναι δεσμά οι εντολές του Θεού τις αποτίθεται βγάζοντας της σωφροσύνης το χιτώνα, ενώ παραδίδεται στην απραξία των εναρέτων έργων. Η απραξία αυτή συμβολίζεται με την κατοίκηση του δαιμονισμένου στα μνήματα «νεκρός της κατά Θεόν πολιτείας γενόμενος» (Θεοφάνης ο Κεραμεύς). Η τραγικότητα του διαβόλου είναι ότι ξέρει τι τον περιμένει κι όμως δε μετανοεί. Παραμένει αμετανόητος και μάλιστα με λυσσώδη μανία επιτίθεται εναντίον των ανθρώπων που αγωνίζονται. Η αμετανοησία, αρχής γενομένης από το διάβολο, είναι η αιτία των κακών σ’ όλο τον κόσμο. Παραμένοντας στα πάθη μας δεν αφήνουμε περιθώριο στη χάρη του Θεού να ενεργήσει.

    Ο πονηρός έχει δεσμεύσει τη βούλησή μας και μας έκανε άπρακτους για τα καλά έργα και τους θεοφιλείς αγώνες. Ας αναζητήσουμε το Θεό με όλη μας την ψυχική δύναμη κι ας καλλιεργήσουμε τις εντολές Του με ταπείνωση, ώστε να λυτρωθούμε από τις μεθοδείες του διαβόλου και να νιώσουμε ελεύθεροι μέσα στο χώρο της Εκκλησίας του Χριστού.

    Πηγή: www.agiazoni.gr


    0 0

    ΛΟΓΟΣ ΜΖ΄
    Επαινετικός στην καλλίνικο μάρτυρα Ποταμία[1] 

    Ας υμνήσουμε την ομώνυμη με ποταμό δούλη του Χριστού, που με την ομορφιά της ψυχής και του σώματός της υπερ­είχε κατά πολύ από πολλές νεαρές κοπέλες, ενώ με τα μαρτυρικά ανδραγαθήματά της αγωνίστηκε ανδρείως υπέρ της ευσεβείας και υπέρ της σωφροσύνης, φλεγόμενη στην ψυχή από την θεία αγάπη του Χριστού.

    Αυτή υπέστη στην αρχή πολλές πίκρες από τον κύριό της, αφού αντιστάθηκε στην ασελγή μανία του, ο οποίος ύστερα την παρέδωσε στον άγριο δικαστή για να την τιμωρήσει, με την κατηγορία ότι τιμούσε τον Χριστό, επειδή η παθιασμένη αγάπη, όταν καταφρονείται, μετατρέπεται συνήθως σε μίσος. Αφού υπέφερε πολλά βάσανα στο δικαστήριο, έμαθε τελικά ότι της επιβλήθηκε ως ποινή ο αναμμένος λέβητας, ο γεμάτος πίσσα που έβραζε.

    Αλλά ούτε τότε ξέχασε την ενάρετη αιδημοσύνη της και έπεισε τον δικαστή, αφού τον όρκισε στο όνομα του αυτοκράτορα, να μην διατάξει τους υπηρέτες, που την βασάνιζαν, να την απογυμνώσουν, αλλά να της επιτρέψει να το κάνει μόνη της. Με την φώτιση του Θεού, ο δικαστής το δέχθηκε. Και τότε εκείνη με μεγάλη χαρά μπήκε στον λέβητα, που έβραζε, σαν να ήθελε να λουστεί στο λουτρό, και, όσο βυθιζόταν μέσα, σήκωνε σιγά-σιγά το ένδυμά της, έως ότου βυθίστηκε μέχρι και τα αγνά στήθη της και τον αθώο λαιμό της. Έτσι ετελεύτησε τον βίο της η μάρτυς του Χριστού και έλαβε τον στέφανο της δόξας και την αιωνία ζωή, τα οποία χαίρεται τώρα με όλους τους καλώς αθλήσαντας.


    0 0

    The second month of the Church’s year is linked to the celebration of the Seventh Ecumenical Synod. This was a synod which was accompanied by one of the most violent interventions by the State in the internal affairs of the Church. The iconoclast dispute was the last Christological quarrel* and threatened not only the dogmatic but also the territorial cohesion of the Empire, both in the East and in the West. The Synod was called in Nicaea, Bithynia, in 787, with the aim of putting an end to the conflict by dogmatically establishing the honour to be paid to the holy icons. At the same time as this was happening, the Byzantines in the West were facing sustained diplomatic and military expansionism by the Franks.

    The expansionism of the Franks was expressed through the efforts of the Frankish political forces to interfere in the internal affairs of the Church of Rome, using as leverage the fact that the Pope of Rome and the Patriarch of Constantinople were generally at loggerheads over primacy within the Christian world. We shall attempt here to follow, not so much the dogmatic aspect of the Seventh Ecumenical Synod but rather the repercussions its decisions had in the West and the reaction of the King of the Franks, Charlemagne (reigned 771-814) against this Synod.

    The iconoclast struggle was the result of the policy review by Leo III the Isaurian (reigned 717-741), who restored political stability to the state. As a start, Leo decided to put into place a broad ecclesiastical reformation aimed at restricting some of the extreme practices of members of the Church, such as the use of icons as godparents, the admixture of paint from icons and the relics of saints to reinforce the power of Holy Communion, and so on. A side-effect of these liturgical excesses was the avoidance of military conscription on the part of the male population, which was reflected in an impressive increase in the numbers of monks within the walls of New Rome. Wishing to restrict these extreme phenomena, Leo resolved to distance the faithful from the icons, but not to impose a general ban of paying them honour. His first act in this direction was the destruction of the wonder-working icon** of Jesus Christ, the Gainsayer, in the neighbourhood of the Copper Merchants, an event that caused outrage among the populace.

    The road towards a solution of the dogmatic issue of iconoclasm brought to the fore the conflict between the two leading primates. In collaboration with the Frankish political establishment and in an attempt to exploit the iconoclast controversy, Hadrian I (772-795), the Bishop of Rome, took certain initiatives which had repercussions on the relations between the two Churches. Employing tactical moves, the Roman pontiff tried to undermine the prestige of the Patriarchate of Constantinople. The bone of contention was the claims of the Patriarch of Constantinople to ecumenicity. The opportunity arose when Tarasios (784-806) was elected to the patriarchal throne. As was customary, the new patriarch sent the synodal letters confirming his election to the other Churches. Hadrian replied that he directly challenged the title of ‘Ecumenical Patriarch’ and also hinted at a new relationship between the Papal throne and the kingdom of the Franks.

    The multi-faceted diplomatic activity of Charlemagne, the King of the Franks, on both the ecclesiastical and political levels, was aimed at damaging the Byzantine Empire and taking the Church of Constantinople ‘hostage’. At that time, the Frankish establishment thought that the political protection it provided to the papal throne gave it the right to intervene in Church issues in Rome. In order to confirm this right, it cast aspersions on the decisions of the Seventh Ecumenical Synod of Nicaea, saying that it had not participated in its deliberations***. And so a council was called in Frankfurt, so that the Frankish theologians****, using the Libri Carolini (Carolingian Books) could rework the decisions of the Seventh Ecumenical Synod. Hadrian was in no position to demur and therefore went along with the formulations of the Frankish bishops.

    Another side-effect of the end of the first phase of the iconoclast controversy was the start of the conflict over the addition of the ‘filioque’ to the Creed. Twenty years after the Seventh Ecumenical Synod, Pope Leo III had to address the theory, which arose from Frankish theological circles, that the Holy Spirit proceeds from the Father and the Son. This was opposed by both the Roman and Greek educated strata in the Eternal City. It was the Frankish/Gothic circles who wished to introduce this formula into the life of the Church of Rome and this was because the Frankish theologians were pursuing, on behalf of Charlemagne, a political and cultural campaign against the Greco-Roman Christians. In the end, Pope Leo III had to forbid the declaration of the filioque by Frankish bishops during the celebration of the Mass.

     

    *Would that this were so. We need to be constantly vigilant in declaring that Christ was both God and human. Alterations to this position can slip in from the most apparently innocuous sources. On the Friday of Bright Week, we celebrate the feast of the Life-Receiving Spring, a feast of the Mother of God. In Greek, this is Ζωοδόχος Πηγή, which was, of course, correctly translated into Bulgarian as Живоприемни източник, Russian as Живоносный Источник, Serbian as Живопријемни источник. Somehow this has become, in English, the Life-Giving Spring. Christ is Life. He was begotten by His Father. For us humans, the Giver of Life is the Holy Spirit. So Life is associated with the three hypostases of God. Our Most Holy Lady, the Mother of God, received Life into her womb. There’s a danger that, if we talk about the Life-Giving Spring, we’re actually saying that Mary was simply the mother of Christ, since she clearly could not, on her own, have given birth to the pre-eternal God Who is without beginning [WJL].
    ** This phrase is a useful short-hand expression. At this time of the year, in October, the Dimitria Festival is held in Thessaloniki and one tradition is to bring a wonder-working icon of the Mother of God from another location to the church of Saint Dimitrios for a couple of weeks. Although this is popular, there is also some opposition to the practice from within the Church of Greece. Those opposed to it echo the views of Patriarch Tarasios, the chairman of the 7th Ecumenical Synod, who pointed out that there are no wonder-working icons. If a miracle is performed by an icon of, say, the Mother of God, this is because that particular icon has served as a channel or vehicle for the grace of Our Lady. After the event, we may wish to pay special honour to the icon because it served as a vehicle for grace and we may also hope that it will do so again, but we recognize that it’s not the icon itself that performed the miracle, just as we recognize that the depiction isn’t actually the Mother of God, though she may choose to reveal herself through it. This should be obvious in the case when a copy of a wonder-working icon on paper performs a miracle, even though many thousands of identical copies don’t. And even if they all did, it would still be the power of the person depicted that was active, not the piece of paper. [WJL].
    *** Two (non-Frankish) papal legates were present, however, and signed the decrees.[WJL].
    **** Alas, a tautology. The Germanic tribes of the Franks, Goths (Visi- and Ostro-) and Lombards, bless their hearts, are talented in many fields and have contributed much to Western civilization. Orthodox theology, however, seems to be beyond them. They were converted as Arians and appear never to have moved beyond that. They have, of course, produced a great many theologians, but to confuse quantity with quality is akin to misjudging forward motion as progress. [WJL].

    0 0

    Γερόντισσα Γαβριηλία (Παπαγιάννη), (1897-1992).

    …Μου γράφεις για την Αγάπη… Ναι. Γίνεται κάπως έτσι: Ο Θεός «βρέχει» την Αγάπη Του πάνω μου. Αν την κρατήσω για τον εαυτό μου, θα πεθάνω γιατί δεν θα αντέξω την Δύναμη Της.

    Αν με όλην αυτήν την Φωτιά, αγαπήσω τον άλλον, γνωρίζοντας ότι είναι δικιά Του η Αγάπη, τότε συμβαίνουν καταπληκτικά πράγματα σ’ αυτόν τον άλλον -που στην πραγματικότητα “ελκύστηκε” από τον Θεό για να έρθει να τον αγαπήσω.
    Αμέσως θα δεις να του γίνεται μια μεταμόρφωση. Χαράζει μια νέα πορεία κι αν κατανοήσει ότι αυτή η αγάπη δεν είναι από μένα αλλά από τον Θεόν, έρχεται η Ευλογία πάνω του.
    Αλλιώς, αν δεν το καταλάβει κι αρχίζει να μ’ ευχαριστεί για την αγάπη αυτή, τα καταστρέφει όλα.

    Αν όμως το καταλάβει, τότε κι εκείνος με την σειρά του, θα δώσει σε άλλον και σε άλλον απ’ αυτήν την Αγάπη, χωρίς όμως να περιμένει ανταπόκριση ή ευγνωμοσύνη… Και τότε, όλοι χαιρόμαστε, γιατί νοιώθουμε ενωμένοι με την Αγάπη Αυτή που είναι ο Θεός.

    Και γίνεται και κάτι άλλο. Αναγνωρίζουμε αμέσως όλους όσους είναι μέσα στην Αγάπη Αυτή. Τι υπέροχο…

    Απόσπασμα από επιστολής της Γερόντισσας Γαβριηλίας (Παπαγιάννη), όπως είναι δημοσιεύεται στην έκδοση “Γερόντισσα Γαβριηλία, (1897-1992), Η ασκητική της Αγάπης”. Το βιβλίο έγραψε η Μοναχή Γαβριηλία και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πορφύρα.


    0 0

    20151020-1

    Εύχομαι όλα τα δύσκολα να γίνουν, παρά Θεού εύκολα κατά το συμφέρον της ψυχής. Καίτοι είμαι αμαρτωλός ετούτο κατάλαβα από την πείρα της ζωής μου, ότι όλα τα αδύνατα στους ανθρώπους, είναι δυνατά από τον Θεό. Ο Θεός στέκει επάνω μας, όλα τα βλέπει, όλα τα ακούει και όλα τα γράφει. Ο Θεός γνωρίζει και ξέρει τι κάνει.

     

    παπα Δημήτρης Γκαγκαστάθης


older | 1 | .... | 1401 | 1402 | (Page 1403) | 1404 | 1405 | .... | 1462 | newer