Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1408 | 1409 | (Page 1410) | 1411 | 1412 | .... | 1462 | newer

    0 0

    Εορτάζει στις 31 Οκτωβρίου εκάστου έτους.   Eις τον Στάχυν. Στάχυς δρεπάνῳ της τελετής, ως στάχυς, Εκ του παρόντος εκθερίζεται...

    0 0

    Το ακατάληπτο της θεότητας αποτελεί πρόβλημα που αντιμετωπίζεται από όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας στο μέτρο και στο βαθμό που καθένας επιχειρεί να κατανοήσει και να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού μέσα από σχήματα λογικά [1]. Παρόλα αυτά η Θεολογία την ύπαρξη του Θεού δεν επιχειρεί να την προσεγγίσει στο περιβάλλον ενός φιλοσοφικού στοχασμού, αν και πολλές φορές χρησιμοποιεί τον φιλοσοφικό λόγο ως αφετηρία και τα φιλοσοφικά σχήματα ως έκφραση λόγου. Αντίθετα, η Θεολογία ξεφεύγοντας από το περιβάλλον της θεωρητικής φιλοσοφικής νόησης και σκέψης επιχειρεί και καταφέρνει να γνωρίσει το Θεό στο περιβάλλον μιας λειτουργίας της όλης υπαρξιακής ενότητας του ανθρώπου μέσα στο φώς της θεογνωσίας. Έτσι αποφεύγεται κάθε άλογο στοιχείο και ο λόγος περί Θεού διασφαλίζεται από κάθε δαιδαλώδη άφρονα και παραπλανητική πορεία σκέψεων [2].

    Σε αυτό το περίγραμμα νόησης η Θεολογία κατανοεί την ύπαρξη του Θεού διασφαλισμένη από δύο βασικές κλείδες ασφαλείας. Πρώτον μπορεί να φιλοσοφεί ο ανθρώπινος πεπερασμένος νους με όλα τα στοιχεία της φθαρτότητας και της διάβρωσης που τον απαρτίζουν αλλά δεύτερον, δίνεται η δυνατότητα ακοίμητης ασφάλειας της ανθρώπινης ύπαρξης να θωρεί το Θεό και να τον επισημαίνει στην κτίση και στην ιστορία [3]. Το βασικό στοιχείο που πρέπει να σταθεί κάποιος είναι ότι σε αυτή την προσπάθεια κατανόησης της Θεότητας οι συλλογισμοί δεν είναι μήτε πρωτογενείς μήτε πρωταρχικοί. Ουσιαστικά είναι συλλογισμοί που προκύπτουν μέσα από μια καθαρή φιλοσοφική θεώρηση και συμπλέκονται με την εμπειρία της ανθρώπινης ύπαρξης που βιώνει στην κτίση και στην ιστορία έχοντας γνώση των θείων πραγμάτων [4].

    Στον ορθό θεολογικό λόγο βασική προϋπόθεση είναι η αναγνώριση της διαφοράς κτιστού και ακτίστου. Αυτά τα δύο δεδομένα είναι αποτελούν την ουσιαστικότερη και την πρωταρχική οντολογική διάκριση καθόσον επί της διακρίσεως αυτής με ριζικό τρόπο θεμελιώνεται η ετερότητα Θεού και κτίσης, κτιστού κόσμου και άκτιστου Θεού [5].

    Στην διάκριση αυτή είναι αναγνωρίσιμη η μοναδική πραγματικότητα που υπάρχει. Αυτή είναι η θεότητα. Το μόνο που υπάρχει οντολογικά σε πραγματική μορφή ύπαρξης είναι ο Θεός [6]. Η κτίση αποκτά την ύπαρξή της από την μετοχή στην θεότητα. Ο λόγος είναι απλός και συνάμα ουσιαστικός. Η θεότητα είναι το ον. Η κτίση είναι μη ον. Η κτίση αποκτά ύπαρξη και λαμβάνει το διαρκές είναι της οντολογικής της παρουσίας όσο μετέχει στην όντως ύπαρξη της θεότητας [7]. Από κει η κτίση προσλαμβάνει τόσο τις ιδιότητες της όσο και τις δυνατότητες εξέλιξης της. Μοναδική αυτόζωη αυτοΰπαρκτη πραγματικότητα είναι μόνο το ον, δηλ. ο Θεός [8]. Στο μη ον, δηλ. στην κτίση, δεν εντοπίζεται κανένα στοιχείο αυτοζωής και αυθυπαρξίας [9]. Για να υπάρξει το μη ον και να καταστεί ον πρέπει να μετέχει στο ον. Μόνο τότε κατά μετοχή του μη όντος στο ον, το μην ον υπάρχει, καθίσταται ύπαρξη, και τούτο επειδή η αΐδιος βούληση του Θεού ως ενέργεια θεία ορίζει την ύπαρξη του κτιστού κόσμου [10].

    Η διάκριση Θεού και κτίσης κινείται ακριβώς σε αυτή την διάκριση όντος και μη όντος. Σε όλη την Πατερική Θεολογία αυτό το σχήμα διάκρισης Θεού και κτίσης, ακτίστου και κτιστού, όντος και μη όντος είναι η πρώτη και βασική διάκριση για την κατανόηση του Θεού. Ο Θεός είναι κυρίαρχος των πάντων και αυτή η κυριαρχία του γίνεται αισθητή πρωτίστως στα βιβλικά κείμενα είτε εικονικά είτε παραστατικά. Η βουλητική ενέργεια του κυρίαρχου Θεού σε όλη την κτίση δημιουργεί ένα λογικό σχήμα εξάρτησης της κτίσης στην παρουσία Του, με σαφή τονισμό της ετερότητας του μη όντος από το όν και της θεότητας από την κτίση [11].

    Ο Τριαδικός Θεός σε αυτό το σχήμα κατανόησης μέσω της μετοχής του κτιστού κόσμου στον άκτιστο θεό, αποτελεί πηγή του «είναι» καθώς και πηγή της ζωής και κάθε εξέλιξης στην οποία μετέχει η κτίση. Ουσιαστικά έτσι η κτίση μετέχοντας στον Όντα Θεό γίνεται οντολογική πραγματικότητα [12]. Εξ’ αντικειμένου λοιπόν στην σχέση αυτή αποκλείεται κάθε σχήμα εξάρτησης, αλλά παρουσιάζεται μια σχέση ουσίας που το καίριο σημείο που πρέπει να σταθεί κάποιος είναι το σημείο μετοχής και ο πλουτισμός της κτίσης από το πραγματικό περιβάλλον της αδαπάνητης θεότητας [13].

    Αν εκλάβει ο ανθρώπινος νους την Τριαδική Θεότητα, όχι σαν μια σχέση μετοχής του κτιστού σε αυτή εκ της οποίας λαμβάνει το είναι, τότε ο Θεός μετατρέπεται σε μια ανώτερη δύναμη έξω από την κτίση, ένα κέντρο που εξαρτούνται τα πάντα από αυτόν με τρόπο απολυταρχικό, ή ακόμα σε μια δύναμη που καταδυναστεύει την κτίση και τον κόσμο. Μια τέτοια εσφαλμένη αντίληψη υπερβαίνεται μέσα από την υγιή θεολογία της μετοχής του άκτιστου στο κτιστό που δεν διασφαλίζει απλά μια ισορροπία στην πραγματικότητα Θεού και ανθρώπου, αλλά εκτείνεται ακόμα περισσότερο σε μια μυστηριακή ένωση της φθαρτότητας στην αφθαρσία, όπου η κτίση ζωοποιούται και αγιάζεται από την ακένωτη παρουσία των άκτιστων θειων ενεργειών στην ανθρώπινη φύση και στην κτιστή πραγματικότητα που την περιβάλλει [14]. Έτσι η διαφορά κτιστού και ακτίστου οριοθετεί την σχέση Θεού και ανθρώπου μοναδικά και εποικοδομητικά στο πεδίο πορείας της αναγνωρίσεως του Θεού από τον άνθρωπο [15].

     

    Παραπομπές:

    1. Ν. Ξεξάκη, Ορθόδοξος Δογματική, Η Θεολογία του Ομοουσίου , τ. Β’, Έννοια, Αθήνα 2006, σελ. 65 και εξ..
    2. Αντωνίου Παπαδοπούλου, Θέματα Ιστορίας Δογμάτων, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσ/νίκη, 1994, σελ. 19-33.
    3. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, 1,3 PG 94, 739C.
    4. Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’, Έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη, Εκδ. Π. Πουρνάρα, Θεσ/νίκη, 2009, σελ. 45-46.
    5. Μ. Βασίλειου, Κατ’ Ευνομίου 3, PG 29, 660A.
    6. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, PG 94, 796C
    7. Μ. Βασιλείου, Ομιλίαι εις την Εξαήμερον, PG, 29,33ΑΒ, πρβλ. και Μαξίμου του Ομολογητού, Κεφάλαια περί αγάπης, PG90, 1049Α και 1025Β.
    8. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, 1,13, PG 94, 853C.
    9. Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ’, Ανακεφαλαίωση και Αγαθοτοπία. Έκθεση του οικουμενικού χαρακτήρα της χριστιανικής διδασκαλίας, Εκδ. Π. Πουρνάρα, Θεσ/νίκη, 2001, σελ. 162-168.
    10. Μ. Βασίλειου, Κατ’ Ευνομίου 1, PG 29, 556d-557, βλέπε επίσης Ζαχαρίου Σχολαστικού, Διάλεξις, PG 85, 1068Β, Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 5,8, PG3 824C, Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον περί διαφόρων απορών, PG 90, 293D-296A, Μαξίμου Ομολογητού, Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1080Α .

    11. Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία, PG 91, 669BCD, βλέπε και Μαξίμου Ομολογητού, Εις την προσευχήν του πάτερ ημών, PG 90, 877BC, Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον περί διαφόρων απορών,PG 90, 485D.
    12. Γρηγορίου Νύσσης, Περί του βίου Μωσέως, PG 44, 333AB.
    13. Μ. Βασιλείου, Επιστολή 235, PG 32, 869ΑΒ.
    14. Στυλιανού Παπαδοπούλου, Θεολογία και Γλώσσα, Εμπειρική θεολογία-Συμβατική γλώσσα, Παρουσία, Αθήνα 1997, σελ. 80-81.
    15. Αντωνίου Παπαδοπούλου, Θεολογική Γνωσιολογία κατά τους Νηπτικούς Πατέρας, Ανάλεκτα Βλατάδων, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη 1977, σελ. 105 και εξ..


    0 0

    Είναι, αλήθεια, δύσκολο να πετάξει κανείς τις λανθασμένες αντιλήψεις περί διαπροσωπικών σχέσεων, περί σχέσεώς του με το Θεό, αλλά και περί θεώρησης του εαυτού του, όταν «παιδιόθεν» ποτίστηκε μ’ αυτές. Γιατί η παιδική ψυχή απορροφά όσα της προσφέρουν οι κάθε παιδαγωγοί, όπως το σφουγγάρι το μελάνι. Τα κρατά, τα αφομοιώνει, ζει μ’ αυτά.

    Μεγαλώνοντας, βέβαια, γνωρίζει διαφορετικές αντιλήψεις, που, για να τις αποδεχτεί, χρειάζεται να παλέψει, να προβληματιστεί, ν’ αποδεχτεί το νέο. Ποιος όμως μπορεί να τον βεβαιώσει πως το νέο είναι και το ορθό;

    Η νοοτροπία τού «να είμαι σίγουρος ότι αυτό που κάνω είναι το ορθό», νομίζω πως είναι λανθασμένη. Τι σημαίνει, τελικά, ορθό και τι λάθος; Με βάση ποιο κριτήριο καθορίζεται το ορθό και το λάθος;

    Για το χριστιανό, το κριτήριο βρίσκεται στο θέλημα του Θεού για το συγκεκριμένο άνθρωπο τη συγκεκριμένη στιγμή. Οι ιεροί κανόνες, που θέσπισαν οι άγιοι Πατέρες στις Οικουμενικές συνόδους, δεν είναι νόμοι, όπως τους συναντούμε στα κράτη, αλλά δείκτες Ζωής, της όντως Ζωής. Υπάρχουν, δηλαδή, οι ιεροί κανόνες μέσα στην Εκκλησία για να μας δείχνουν πώς να ζήσουμε, αλλά ο τρόπος βίωσής τους ποικίλλει αναλόγως των συνθηκών, των χαρισμάτων, των δυνατοτήτων του προσώπου. Να γιατί χρειάζεται ο πνευματικός πατέρας που δε θα γίνει για το παιδί του «ο φύλακας των ιερών κανόνων» αλλά που θα το βοηθήσει ν’ ανακαλύψει την ομορφιά και τη χαρά της τήρησής τους, αφού είναι φάρμακα που θεραπεύουν και οδοδείκτες της Ζωής του Θεού.

    Είναι αναγκαίο να επισημάνουμε, με βάση την Ορθόδοξη παράδοσή μας, πως ο πνευματικός πατέρας δεν είναι στη ζωή μας για να την κατευθύνει αφαιρώντας την ελευθερία μας, αλλά για να συμπορεύεται, επισημαίνοντας τους κινδύνους της λανθασμένης πορείας μας και δείχνοντάς μας, στο σημείο που θέλουμε, την οδόν του Κυρίου.

    Σημασία έχει να βρισκόμαστε μέσα σ’ αυτήν την οδόν, ακόμα κι αν πέφτουμε. Γιατί τα λάθη και τα παραπατήματα, όσο και να πονούν, μας ωριμάζουν. Ο πνευματικός πατέρας είναι για να μας βοηθήσει να ωριμάσουμε, δηλαδή να δημιουργήσουμε φυσιολογική σχέση με το Χριστό, αγαπώντας Τον και αισθανόμενοι την αγάπη Του που οδηγεί στην αγάπη «υπέρ πάσαν την κτίσιν», κατά τον άγιο Ισαάκ το Σύρο.

    Τότε θα μπορούμε, ώριμα και απλά, να κατανοούμε, τις περισσότερες φορές, το θέλημά Του για μας τη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μας. Ένα θέλημα που αναπαύει, γιατί δεν συγκρούεται με αυτό που στο βάθος κι εμείς θέλουμε.

    Τότε θα μπορούμε να χαιρόμαστε τη σχέση μας με τους άλλους και με τον εαυτό μας, γιατί θα χαιρόμαστε τη σχέση μας με το όντως Πρόσωπο, το Χριστό, που ως πρόσωπο αγαπιέται και αγαπά, κατά τον άγιο Μάξιμο, διαλέγεται, σιωπά και μιλά, δηλαδή ζει!

    Τότε οι όποιες λανθασμένες αντιλήψεις θα υποχωρούν και θ’ απολαμβάνουμε την ομορφιά της σχέσης με το ζωντανό Θεό κι όχι απλά την τήρηση των κανόνων, «για να κάνουμε το ορθό».


    0 0


    0 0

    Δεν είναι η Παναγία μία απλή γυναίκα, ούτε όμως και μία θεότητα, είναι μία ξεχωριστή ύπαρξη την οποία διάλεξε ο Θεός να γίνει μητέρα Του και κατ’ επέκταση, μητέρα της οικουμένης. Στην περίοδο των Χριστουγέννων που σιγά σιγά οδεύουμε, ο θεολογικός λόγος στρέφεται δικαίως γύρω από το Πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Όμως μια ημέρα μετά από τα Χριστούγεννα εορτάζουμε την Σύναξη της Θεοτόκου, την από κοινού δηλαδή σύναξη των πιστών, προκειμένου να εορτάσουμε το πρόσωπο εκείνο πού μας «έφερε» τον Χριστό, δηλαδή την Παναγία.

    Η σχέση του Ιησού με την Μαρία είναι μοναδική, αφού η Θεοτόκος, μόνη αυτή, είναι μητέρα Του και δούλη Του. Δέχθηκε, απαντώντας στον αρχαγγελικό χαιρετισμό, να υπηρετήσει το μυστήριο της Σαρκώσεως. Γεννά τον Θεό, αντιπροσωπεύοντας τον λαό και συνάπτοντας μαζί Του μία νέα Διαθήκη. Δεν είναι ένα σύμβολο, είναι ένα πρόσωπο, που προσφέρει στα σπλάχνα της την ανθρώπινη φύση στο Χριστό, αφού αυτό ήταν το μόνο πού ο Χριστός δεν είχε έως τότε. Κανονικός άνθρωπος αυτή λοιπόν, κανονικός και τέλειος άνθρωπος ο Χριστός, τον οποίο κυοφορεί.

    Οι Πατέρες της Εκκλησίας την χαρακτηρίζουν «Δεύτερη Εύα» ή «Νέα Εύα», αφού το «γένοιτο» πού είπε εξαφάνισε την «πρώτη κατάρα» και άνοιξε τον δρόμο της Θεοκοινωνίας και πάλι με τον «νέο Αδάμ». Όμως και κάτι άλλο γίνεται με την εκούσια υπακοή της Παναγίας. Η ταύτισή της με την Εκκλησία. Εκκλησία και Μαρία παραλληλίζονται και ταυτίζονται γύρω από το κοινό Μυστήριο της Σαρκώσεως. Πρόκειται για ένα μυστήριο μητρότητας και υιοθεσίας συνάμα, το οποίο ενεργεί το Άγιο Πνεύμα (Μτ. 1,20. Λκ. 1,35). Αυτό πραγματοποιείται αναφορικά με τον Χριστό (Λκ. 1,31. Απ. 12,5), αλλά και αναφορικά με τα μέλη του Σώματός Του (Ιω.19,26), κατά τον καθηγητή Αγουρίδη.

    Ας δούμε πιο συγκεκριμένα την σχέση αυτών των δύο, Παναγίας και Εκκλησίας.

    Είναι, όπως αναφέρθηκε, άρρηκτη η σχέση μεταξύ των δύο αυτών, αφού μέσω της Θεοτόκου έγινε ο Θεός «υιός ανθρώπου» και έτσι κατέστη αδελφός και φίλος όλων των ανθρώπων. Ο Ίδιος είναι η κεφαλή της Εκκλησίας στην οποία όλοι εμείς είμαστε μέλη. Η Εκκλησία είναι το σώμα Του και ο Ίδιος η κεφαλή της (Κολ.1,18). Γι’ αυτό το μεγάλο θαύμα ευγνωμονούμε και τιμούμε την Παναγία, για το μεγάλο γεγονός, να μας υιοθετήσει ο Χριστός. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν λείπει η Θεοτόκος από την Εκκλησία, από την λατρεία, από την υμνολογία, από την αγιογραφία, από την καθημερινή μας προσευχητική κοινωνία μαζί της. Μητέρα Εκκλησία και Μητέρα Παναγία παραλληλίζονται και εν τίνι μέτρο ταυτίζονται, αφού ο Χριστός είναι η ουσία και το κέντρο και των δύο. Μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου βρίσκεται ο Χριστός, αλλά και μέσα στην Εκκλησία, πού μοιάζει με κοιλιά, βρίσκουμε τον Χριστό. Και οι δύο μας δίνουν τον Χριστό σεσαρκωμένο, τέλειο θεό και τέλειο άνθρωπο.

    Η Εκκλησία είναι η Νύμφη του Χριστού ( Εφ. 5,32), μια νύμφη που είναι παρθένος και πού «χτίστηκε» επάνω στην Παρθένο Μαρία. Νύμφη Χριστού έτσι καλείται να γίνει και κάθε πιστός που θέλει να ενωθεί με τον Χριστό. Ο απόστολος των Εθνών Παύλος το σημειώνει αυτό απευθυνόμενος προς τους Θεσσαλονικείς λέγοντας : « Σας ζηλεύω με θεϊκή ζήλια, γιατί σας αρραβώνιασα μ’ έναν άνδρα, τον Χριστό, για να σας παρουσιάσω σ’ αυτόν σαν αγνή παρθένο» (Β΄Κορ. 11,2).


    0 0

    Ver. 11, 12. See what large letters I use as I write to you with my own hand. Those who want to impress people by means of the flesh are trying to compel you to be circumcised.

    Feel the pain that possesses his blessed soul. Just as those who have fallen into some sorrow, who have lost a true friend, or are undergoing something unexpected, rest neither by night nor day, because of the grief besieging their soul, so the blessed Paul, after a short moral discourse, returns to the subject which had first occupied his mind, saying: ‘See what large letters I use as I write to you with my own hand’. By this he means that he actually wrote the whole letter himself, which was a sign of its authenticity. In his other Epistles, he himself only dictated, another wrote the words down, as can be seen from the Epistle to the Romans, where, at its close, it says, ‘I, Tertius, who am writing the Epistle down, salute you’ (Romans 16:22). But in this instance he wrote everything himself. And he did so by necessity, not just out of love, but in order to prevent any aspersion being cast, because he’d been charged with things he had no part in and was reported to be actually preaching circumcision and only pretending not to. This is why he was compelled to write the Epistle with his own hand, thus staving off attack by providing a written testimony. By ‘what large letters’, it seems to me that he means not so much how big they are but rather how misshapen, as if he were saying: ‘Although my writing isn’t of the best, I’ve been forced to write with my own hand to stop the mouths of those who are traducing me’.

    Ver. 12, 13. Those who want to impress people by means of the flesh are trying to compel you to be circumcised. The only reason they do this is to avoid being persecuted for the cross of Christ. Not even those who are circumcised keep the law, yet they want you to be circumcised, so that they may boast about your circumcision in the flesh.

    Here he indicates that they undergo this, not willingly but out of necessity. He provides them with an opportunity to withdraw, almost speaking in their defence, and urging them to beat a hasty retreat. What does ‘to impress people by means of the flesh’ mean? It means, ‘by other people’. He says that they were reviled by the Jews for deserting the customs of their fathers. Therefore they desire to injure you, so that they can answer to the Jews through your flesh. He says this in order to demonstrate that they weren’t doing this for God. It’s as if he were saying, ‘This business has nothing to do with piety, it’s all about human pretensions. Unbelievers wish to please other people and so are gratified by the mutilation of the faithful and thus choose to offend God’. Because this is the meaning of ‘to impress people by means of the flesh’. Then, as proof that there’s another reason why they won’t be forgiven, he again castigates them because it wasn’t only in order to please others that they ordained this, but out of their own vainglory. This is why he concludes that they may boast in your flesh, as if they had disciples and were teachers. And what’s the evidence for this? That they themselves, he says, don’t keep the Law. And even if they did keep it, they’d deserve censure; but as things stand their purpose is dishonest.

    Ver. 14. But let me not glory, except in the cross of our Lord Jesus Christ

    This is certainly thought to be shameful by the world’s reckoning and by unbelievers; in Heaven, though, and among the faithful it’s the highest glory. Poverty’s shameful as well, but we boast in it; and being ridiculed is a laughing matter to them, whereas we’re proud of it. So, too, is the Cross our boast. He doesn’t say, ‘I don’t boast’, nor, ‘I won’t boast’, but, ‘Let me not’ as if he considered it absurd to do so, and was invoking God’s assistance to stop him from boasting. And what is the boast of the Cross? That Christ, for my sake, assumed the form of a slave, and bore His sufferings for me, a slave, an enemy, an ungrateful person. Indeed, He loved me so much that He gave Himself for me. What can compare to this? If servants who receive nothing but praise from their masters, to whom they’re alike by nature, think this is a great thing, how can we not boast when the Master, God Himself, isn’t ashamed of the Cross He endured for us. We should never be ashamed of His unutterable protection. He wasn’t ashamed to be crucified for your sake, and will you then be ashamed to confess His infinite solicitude? It’s as if a king went to a prison and himself loosed the chains of a prisoner who, until then, hadn’t been ashamed of the king, but, after that, suddenly became ashamed of him. This would be the height of madness, since the prisoner should have been proud of the king’s action.

    Ver. 14. through which the world has been crucified to me, and I to the world

    What he calls ‘the world’ here isn’t heaven nor the earth, but the affairs of life, the praise of men, hangers-on, glory, wealth, and everything else that’s thought to be impressive. ‘To me these things have become dead’. That’s how Christians should always be and that’s what they should say. Not content with the first ‘death’, he added another, saying, ‘and I to the world’, implying a double ‘death’, and saying, ‘They’re dead to me, and I to them. They don’t attract or overwhelm me, as they’re dead once for all. Nor do I desire them, since I’m dead to them as well’. Nothing can be more blessed than this mortification, because it’s the whole substance of the blessed life.


    0 0

    Ομιλία του π. Μύρωνος Σιμωνοπετρίτου για τον λόγο και τον προορισμό της ζωής του χριστιανού. Η ομιλία έγινε στο μετόχι της Αναλήψεως της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας στο Βύρωνα Αττικής.


    0 0

    Άγιος Ιάκωβος (Τσαλίκης).

    [Διήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Λεμεσού κ. Αθανασίου]:
    Λίγες μέρες πριν πάμε εκεί ήρθαν από ένα χωριό και τον προσκάλεσαν να πάρει μερικά λείψανα του Αγίου Δαυίδ και να πάει στο χωριό τους για να τους κάνει κάποια παράκληση.
    Την ώρα που τα πήγε ήταν μια γυναίκα εκεί από τον Καναδά. Ήταν μαζί με μια άλλη μοναχή, Κύπρια μάλιστα, και πήγαιναν να συναντήσουν τον π. Ιάκωβο.

    Η κοπέλα από τον Καναδά, φυσικός μάλιστα, δεν ήταν πιστή κοπέλα, ήταν μάλλον άθεη. Πήγαν να τον δουν και τους λέει ο π. Ιάκωβος:
    – Τώρα φεύγω, πάω στο χωριό, δεν ξέρω αν θα γυρίσω γρήγορα. Εύχομαι όμως ο Άγιος Δαυίδ, που είναι εδώ στο μοναστήρι μας να σας πληροφορήσει ότι όντως υπάρχουν άγιοι, η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Υπάρχει ο Θεός, ο οποίος νικά της φύσεως τους νόμους.

    Πήγε, λοιπόν, ο π. Ιάκωβος στο ντουλάπι, εκεί που φυλάνε τα λείψανα του Αγίου Δαυίδ πήρε ένα κομμάτι από τα λείψανα, από τη λειψανοθήκη, έκλεισε το ντουλάπι κι έφυγε.

    Όταν ξεκίνησε να φύγει, τότε, το θυμιατό που ήταν μέσα στο ντουλάπι κλειστό με γυαλιά γύρω-γύρω άρχισε να κινείται μόνο του και να θυμιάζει μπροστά στα μάτια της μοναχής, της κοπέλας από τον Καναδά και του πατρός Ιακώβου.
    Αυτό εξακολούθησε περίπου μισή ώρα. Τότε ο π. Ιάκωβος, με πολλή φυσικότητα είπε:
    – Κοίταξε, Μαρία, αυτό το θυμίασμα για σένα είναι. Για να πιστέψεις ότι ο Άγιος Δαυίδ μπορεί να ενεργεί υπεράνω των νόμων της φύσεως.

    Από το βιβλίο του Κλείτου Ιωαννίδη, “Γεροντικό του 20ού αιώνα”, των εκδόσεων η “Μεταμόρφωσις του Σωτήρος”, Μήλεσι.


    0 0

    Βγαίνοντας από τον Ι. Ναό Ευαγγελισμού Ευόσμου, συνάντησα μια συμφοιτήτρια. «Ήρθες για την Παναγία;» με ρώτησε. Πριν προλάβω να απαντήσω συνέχισε: «Δεν το έχουμε πει στους δικούς μας ακόμα, αλλά, την ημέρα που ήρθε η Παναγία στον Εύοσμο, πήγαμε στον γιατρό, και μας είπε πως θα γίνουμε γονείς! Ήταν κάτι που το θέλαμε τόσο καιρό!» Η χαρά της έφτανε μέχρι τον ουρανό. Τα μάτια της έλαμπαν. Μιλούσε με όλη την ύπαρξή της γεμάτη από ευγνωμοσύνη προς την Παναγία. Η πίστη της εκδηλωνόταν πηγαία σαν ζωντανό νερό που ρέει. Ήταν ήδη μητέρα και δεν είχε καμία αμφιβολία για την βοήθεια της Παναγίας Μητέρας στην ζωή της.

    Η Τίμια Ζώνη της Παναγίας τέθηκε σε προσκύνηση στον Ι. Ναό Ευαγγελισμού Ευόσμου για έξι ημέρες στο τέλος του Οκτωβρίου (έως τις 29/10). Σε ένα κλίμα χαράς, ευφροσύνης, φωτεινής διάθεσης και κατάνυξης, χιλιάδες ανθρώπων πέρασαν για να την προσκυνήσουν. Την Θεία Λειτουργία ακολουθούσαν Παρακλήσεις και Αγρυπνίες. Στις 6 το πρωί που άνοιγε ο Ναός πλήθος κόσμου ήταν ήδη εκεί περιμένοντας να προσκυνήσει.

    Ήταν άνθρωποι που πιστεύουν. Άνθρωποι που νιώθουν ότι η ευλογία της Παναγίας επιτελεί αλλαγές στην ζωή τους. Άνθρωποι που έχουν πόνο. Όχι μόνο σωματικό αλλά και ψυχικό. Άνθρωποι που υποφέρουν και ελπίζουν σε βοήθεια. Αλλά και άλλοι που θέλουν να Της αποδώσουν τιμή. Άλλοι που θέλουν να εκφράσουν ευγνωμοσύνη και εκείνοι που νιώθουν την αξία της και επειδή δεν έχουν συχνά την ευκαιρία να την προσκυνήσουν – αφού φυλάσσεται στο Άγιον Όρος – θέλησαν να το κάνουν με χαρά. Είναι θαυμαστό και ζηλευτό αυτό το αίσθημα των ανθρώπων να επιθυμούν να βρεθούν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και σε ένα κειμήλιο της επίγειας ζωής της, να ακουμπήσουν τα χείλη τους και να θέσουν την ψυχή τους σε προσκύνηση. Πέρα από εκδήλωση της πίστης τους είναι και άνοιγμα της καρδιάς τους.

    Όλοι οι άνθρωποι αυτοί, δεν εκλογικεύουν το βίωμά τους. Δεν τους ενδιαφέρει να απαντήσουν σε ερωτήσεις ύπαρξης του Θεού γιατί δεν έχουν τέτοιες αμφιβολίες. Ζουν αληθινά βάζοντας οι ίδιοι τον Θεό στην ζωή τους. Αφιερώνουν χρόνο από την ημέρα τους και ταξιδεύουν ίσως από μακριά για να βρεθούν στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Ζουν κάτι που άλλοι δεν το βιώνουν. Κάνουν μια ελεύθερη και σωτήρια επιλογή. Και η επιλογή τους αυτή τους δικαιώνει.

    Το σύνθημα των εθελοντών που βοήθησαν στην οργάνωση και την εξυπηρέτηση των χιλιάδων που έφτασαν στον Ιερό Ναό ήταν: Διακονούμε το Θαύμα. Και είδαν πολλά θαύματα να γίνονται και άκουσαν πολλούς ανθρώπους να περιγράφουν τον πόνο και την προσμονή τους για το θαύμα. Οι εθελοντές απλά ανέβαζαν και κατέβαζαν την μπάρα που κρατά σε τάξη τους προσκυνητές, καθάριζαν τον ναό, φρόντιζαν να υπάρχουν φρέσκα λουλούδια, εξυπηρετούσαν όσους ήθελαν να ζητήσουν κάτι ειδικό, μοίραζαν κεράσματα. Στην ουσία, ήταν ευρηματικοί στον τρόπο με τον οποίο εκδήλωναν την αγάπη τους και γινόταν έτσι μέτοχοι στο πανηγύρι.

    Τέτοιοι άνθρωποι πάνε στα προσκυνήματα. Τόσο ίδιοι και τόσο διαφορετικοί. Άνθρωποι που μπορούν και ζουν το θαύμα!


    0 0

    Ένας από τους ομορφότερους αναμφίβολα ναούς των Αθηνών κτισμένος σε ένα υποβλητικό αισηθητικά τοπίο, είναι ο ναός της Αγίας Μαρίνας του Θησείου. Ευρίσκεται στην συμβολή των οδών Πυγμαλίωνος και Αγίας Μαρίνας και αποτελούσε στο παρελθόν χώρος προσευχής των κυφορούντων γυναικών, για να έχουν ασφαλή και ανώδυνο τοκετό, αλλά και των μητέρων ευρύτερα, για την υγεία και προστασία των παιδιών τους.

    Ως πρός την αρχιτεκτονική του τεχνοτροπία ο ναός ειναι σταυροειδής και υποβάλλει αισθητικά τον επισκέπτη, με τον μεγάλο κεντρικό τρούλο και τους άλλες τέσσερις μικρότερους στις γωνίες. Τα θεμέλια του ναού τέθησαν το 1922 και αποπερατώθηκε το 1927. Τα αρχικά σχέδια για τον ναό εκπονήθηκαν απο τον Ερνέστο Τσίλερ, αλλά τελικά προκρίθηκαν τα σχέδια του αρχιτέκτονα Αχιλλέα Γεωργιάδη. Όμως τις εντυπώσεις στο εξαίσιο τοπίο του λόφου των Νυμφών όπου βρίσκεται ο ναός της Αγίας Μαρίνας, κλέβει στην κυριολεξία το μικρό βυζαντινό εκκλησάκι – αφιερωμένο επίσης στην Αγία Μαρίνα – σμιλευμένο στον βράχο των Νυμφών, στην νοτιανατολική γωνία του μεταγενέστερου ναού. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ο ναός κτίστηκε μεταξύ του 11-ου και του 12-ου αιώνα και ο βράχος εξομαλύνθηκε αισθητικά με επιχρίσματα, ενώ παράλληλα αγιογραφήθηκε. Οι αρχαιολογικές έρευνες ανέδειξαν πέντε στρώματα επιχρισμάτων και παράλληλα τοιχογραφίες του 13-ου, του 17-ου και του 18-ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες υπέστησαν μεγάλες φθορές προϊόντος του χρόνου. Οι πιο παλιές εξ΄ αυτών βρίσκονται στο ιερό βήμα, ήτοι η πλατυτέρα βρεφοκρατούσα, άγγελοι, καθώς και εικόνες των Αγίων Βασιλείου, Αγίου Γεωργίου κ.α.

    Στην τοποθεσία που ανηγέρθη η παλιά εκκλησία, προϋφίστατο αρχαία υδατοδεξαμενή, της οποίας απεκαλύφθη το στόμιο, μέσω του οποίου έπαιρναν το νερό. Ο καινούριος ναός του 20-ου αιώνα είναι επενδυμένος με τοιχογραφίες του 1930, επιμελημένες κατά βάση απο τους ζωγράφους Κανδρή και Γραικό, οι οποίοι προσέδωσαν μια ξεχωριστή αισθητική τεχνοτροπία, εμπνευσμένη απο τις αντίστοιχες δυτικές. Το καλαίσθητο τέμπλο του ναού φιλοτέχνησε ο αρχιτέκτονας Γεώργιος Νομικός. Εξάλλου στο βόρειο τμήμα του ναού, έχουν ενσωματωθεί ορισμένες αποτοιχισμένες τοιχογραφίες της παλιάς εκκλησίας. Ένεκα της υψηλής αισθητικής και του γραφικού χαρακτήρα της Αγίας Μαρίνας, η εκκλησία προτιμάται κατά κόρον απο παλιούς Αθηναίους για τα μυστήρια του γάμου και των βαπτίσεων. Η Αγία Μαρίνα με το απαράμιλλο κάλλος της, στον αξεπέραστο αισθητικά για την πανοραμική του θέα λόφο των Νυμφών, αποτελεί ένα κόσμημα για την ορθόδοξη ταυτότητα της πόλης.


    0 0

    Ένα πεντανόστιμο χορταστικό πιάτο! Υλικά για 4 άτομα 700 γρ. μοσχαρίσιος κιμάς 200 γρ. χοιρινός κιμάς 1 μεγάλο πολτοποιημένο κρεμμύδι...

    0 0

    nektarios in R

    When those who have sinned and seen all the great evil that they themselves have caused and the consequences thereof, they’re penitent. Penitence is an inclination to return to God, from Whom they have become estranged. In this way they seek communion with God, as well as His mercy.

    In His love for us, God doesn’t want anyone to be lost, but rather desires that all of us should come to a knowledge of the truth and be saved. He not only accepts the repentance of those who willingly repent, once they’ve become aware of their sins, but also calls to repentance those who, through callousness and excess have slid into sin.

    He does this with the aim of saving them.

    » Saint Nectarios of Pentapolis


    0 0

    Μένουμε έκθαμβοι μπροστά στα σπουδαία χαρίσματα τους. Το προορατικό, το διορατικό, το θαυματουργικό τους χάρισμα. Αλλά αυτά για εκείνους ήταν...

    0 0

    Όταν σηκώνεσαι από τον ύπνο πρόκειται για μια προεικόνιση της αναστάσεως των νεκρών, που περιμένει όλους τους ανθρώπους, να κατευθύνεις τις σκέψεις σου στον Θεό. Να προσφέρεις σαν θυσία σ’ Εκείνον τους πρώτους καρπούς της λειτουργίας του νου σου, όταν αυτός δεν έχει ακόμα προσλάβει καμιά μάταιη εντύπωση.

    Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ


    0 0


    0 0

    Ενα συγκλονιστικό ιατρικό θαύμα έπραξαν οι Άγιοι Ανάργυροι πριν από 1.700 χρόνια! Διαβάστε πως κατάφεραν να σώσουν ένα  ασθενή με...

    0 0

    Annual weekend of the Orthodox Youth of the Benelux in Westmalle, Belgium Για μια ακόμη χρονιά πραγματοποιήθηκε με την προτροπή...

    0 0

    Δεν είναι πλάκα , δεν είναι αστείο , δεν είναι άλλη μια έρευνα στο κενό και στο περίπου… Ο Ιπποκράτης...

    0 0

    Αίσιο τέλος είχε τελικά η απαγωγή δύο μαθητών 11 ετών, στη Λάρνακα που απασχόλησε ιδιαίτερα τα  ελληνικά ΜΜΕ από το...

    0 0

    Συγκεκριμένα, την Δευτέρα 29 Οκτωβρίου και από ώρα 11 το πρωί έως 2 το μεσημέρι, στο σταθμό του Μετρό στο...

older | 1 | .... | 1408 | 1409 | (Page 1410) | 1411 | 1412 | .... | 1462 | newer