Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1430 | 1431 | (Page 1432) | 1433 | 1434 | .... | 1462 | newer

    0 0

    Οι υπερβολικοί ανταγωνισμοί φέρνουν ολέθριες συνέπειες για τα κράτη και τα οδηγούν μπροστά σε μεγάλους κινδύνους.

     

    Πλούταρχος


    0 0

    20151207-2
    Ένα μόνο αιώνιο και αληθινό αγαθό μπορούμε να αποκτήσουμε στο διάστημα της επίγειας ξενιτειάς μας, τη γνώση του Θεού, την καταλλαγή και την ένωση μαζί του, την οποίαν μας χάρισε ο Χριστός. Αλλά για να αποκτήσουμε το κορυφαίο αυτό αγαθό, πρέπει να εγκαταλείψουμε την αμαρτωλή ζωή, πρέπει να την μισήσουμε.

    Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ


    0 0

     

    Σήμερον συμπληρούνται τεσσαράκοντα ημέραι από της προς Κύριον εκδημίας του μακαριστού Γέροντος, Καθηγουμένου, Πατρός και αδελφού ημών. Τεσσαράκοντα ημέραι πλήρεις πόνου, θλίψεως και ορφανίας. Δεν κλαίμε ούτε λυπούμεθα ως μη έχοντες ελπίδα. Αλλά πονούμεν διά τον χωρισμόν! Άλλος πέντε, άλλος δέκα, άλλος είκοσι και ως ο λαλών πεντήκοντα οκτώ έτη εζήσαμε μαζί. Μαζί περάσαμε θλίψεις και στενοχωρίας, οδύνας, πικρίας και αναστεναγμούς· κινδύνους εκ ψευδαδέλφων, συνωμοσίας και έχθρας. Όμως, ως έλεγον οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, «διήλθομεν διά πυρός και ύδατος, και ο Θεός ο άγιος εξήγαγεν ημάς εις αναψυχήν». Η μεγάλη Μάννα, η Κυρία Θεοτόκος η Γοργοϋπήκοος, την οποίαν στεντορεία τη φωνή εκελάδει, δεν μας εγκατέλιπε! Και οι προστάται της Μονής Παμμέγιστοι Ταξιάρχαι ήπλωναν στοργικώς τας πτέρυγάς των και εσκέπαζον, μη επιτρέποντες ημάς εισελθείν εις πειρασμόν. Με την πίστιν εις τον Θεόν, όνπερ παιδιόθεν ηγάπα, αντιμετώπιζε τα πολλά και δυσεπίλυτα προβλήματα της κατά τα άλλα ευαγούς Μάνδρας της Βασιλικής Μονής του Δοχειαρίου.

    Νυν δε κατάφορτος έργων, «ως ελαία κατάκαρπος», εισήλθεν εις την αγήρω ζωήν και μακαριότητα! Και έλαχεν εις εμέ τον ανάξιον και έσχατον πάντων να ψελλίσω λόγον εις την κατάπαυσιν αυτού, κατά το τελεσθέν σήμερον τεσσαρακονθήμερον μνημόσυνον. Αλλά πως να τολμήσω ο ευτελής να πλέξω εγκώμιον εις την υψηλοτάτην κορυφήν; Ομοιάζω με ασθενή και τρέμοντα τους πόδας, όπου θέλει να ανέβη εις την κορυφήν του βουνού. Διό παρακαλώ την Κυρίαν Θεοτόκον, την Γοργοϋπήκοον, και τους Θείους Ταξιάρχας να μου δώσουν λόγον, ίνα μη εκ της αναξιότητός μου μειώσω έστω και επ᾽ ελάχιστον την προσωπικότητα του ανδρός.

    Ο μακαριστός Γέρων Γρηγόριος (κατά κόσμον Εμμανουήλ Ζουμής, του Χρήστου και της Αικατερίνης) εγεννήθη το έτος 1942, ότε η Πατρίς ημών διετέλει υπό κατοχήν, εις την μυροβόλον νήσον Πάρον, και δη εις το χωρίον Νάουσα, ένθα η σκέπη της Παναγίας της Παντανάσσης, «παρά θιν᾽ αλός» ως έλεγον οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Εκεί, παίς ων, έπαιζε με άλλους νεανίας εις τα κύματα της θαλάσσης, πλέκοντας τα πρώτα νεανικά του όνειρα. Η ευσεβεστάτη μάμμη του Ζαχαρώ και η μήτηρ του Αικατερίνη τον εδίδαξαν εκ νεαράς ηλικίας την ευσέβειαν και την προς το Θείον αγάπη. Εκεί, πλησίον εις τας απλάς και αδόλους ψυχάς των γεροντισσών, κατά τας εσπερινάς συνάξεις τας οποίας έκαμνον αναγινώσκουσαι εκ των Συναξαρίων βίους Αγίων, έμαθε πολλά από τον βίον του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου και άλλων Αγίων, και εις τας τελουμένας υπ’ αυτών ιεράς αγρυπνίας την αγάπην προς την εκκλησίαν. Επταετής ων, τη συνοδεία της μάμμης και της ευσεβεστάτης μητρός του, επεσκέφθησαν την Ιεράν Μονήν της Λογγοβάρδας και κάτω από το πετραχήλι του οσίου Γέροντος Φιλοθέου εξωμολογήθη τα παιδικά του πταίσματα. Έκτοτε, συνεδέθη με την Μονήν και πολλάκις την επεσκέπτετο. Έτσι εγεννήθησαν και τα πρώτα σκιρτήματα διά την μοναχικήν του σταδιοδρομίαν.

    Δωδεκαετής μεταβαίνει εις την Ιεράν Νήσον Πάτμον, χάριν σπουδών, και συντόμως έλκεται και σαγηνεύεται από τα δίκτυα του μεγάλου ψαρά της Πάτμου, όπως προσφυέστατα τον απεκάλεσαν, Οσίου Αμφιλοχίου. Άλλοτε κάτω από το πετραχήλι του και άλλοτε καθήμενοι εις τον πύργον, ένθα το κελλίον του Γέροντος, έμαθε και εδιδάχθη πολλά παρά τους πόδας του «σοφού Γαμαλιήλ». Η σπίθα όπου έκαιγε μέσα του ήναψε και, τελειώνοντας τας σπουδάς του εις την Πατμιάδα Σχολήν, μεταβαίνει εις το Ησυχαστήριον του Κουβαρίου, το οποίον ήδη είχεν ανεγείρει ο Όσιος Αμφιλόχιος, και αγωνίζεται μετά του Μοναχού Νικηφόρου του Καλυμνίου.

    Τις διηγήσεται όμως τας δυσκολίας και τα προβλήματα της συναναστροφής του νέου μετά του μεγαλυτέρου τη ηλικία και δυστρόπου Μοναχού; Ένεκα τούτου, και προς μεγίστην θλίψιν του οσίου Πατρός, εγκαταλείπει την ηρεμίαν και ησυχίαν του Κουβαρίου και μεταβαίνει εις την πολύβοον πόλιν της Θεσσαλονίκης διά μείζονας σπουδάς. Εκεί ευρίσκει και άλλους Κουβαρίτας, τους οποίους η αγάπη του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος του Α΄ είχεν επισυνάξει υπό την προστασίαν του «ως η όρνις υπό τας πτέρυγας αυτής τους νεοσσούς», ένεκα ευλαβείας προς τον Όσιον Γέροντα.

    Εκ λόγων ανωτέρας βίας κατέρχεται εις Αθήνας προς συνέχισιν των σπουδών. Εκεί συνδέεται με το «Πορευθέντες», εις το οποίον προίστατο ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, ένθα το οικοτροφείον των Αφρικανών σπουδαστών, και παρέχει τας υπηρεσίας του, διακονών ως υπεύθυνος αυτού. Δεν έπαυσε βεβαίως να έχη την αναφοράν του εις τον Γέροντα της Πάτμου και να μεταβαίνη εκείσε, οσάκις είχε την ευκαιρίαν. Όταν επί τέλους διηυθετήθη η υπόθεσις του Κουβαρίου, επιστρέφει και παραμένει μετά του μακαριστού Μοναχού Ιωσήφ, όστις τον εξετίμα και τον υπερηγάπα.

    Την πρωτοχρονιάν του 1967 κείρεται μοναχός υπό του Οσίου Γέροντος και εξακολουθεί τας σπουδάς του εις το Πανεπιστήμιον Αθηνών, εργαζόμενος εις την διεκπεραίωσιν του περιοδικού της αδελφότητος «ΖΩΗ», προς εξοικονόμησιν των προς το ζην.

    Το έτος 1970, ο Γέρων Αμφιλόχιος μεθίσταται προς τα ουράνια, ενώ ήδη κατ᾽ εντολήν και επιθυμίαν του ο μοναχός Γρηγόριος είχε χειροτονηθή διάκονος υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ρόδου κυρού Σπυρίδωνος. Μετά την θανήν του Γέροντος, εις το ταπεινόν Ησυχαστήριόν του ο διάβολος εγείρει θύελλαν προβλημάτων, τόσον εκ της Ιεράς Μονής του Θεολόγου, η οποία δεν επέτρεπε την λειτουργίαν του Ιερού Ησυχαστηρίου, όσον και εκ της γυναικείας Ιεράς Μονής του Ευαγγελισμού, εις την οποίαν ανήκε το ερημητήριον.

    Ξερριζωμένος και πικραμένος παίρνει τον δρόμον της προσφυγιάς μετά τριών συμμοναστών του. Κατόπιν υποδείξεως σεβαστού και συνετωτάτου κληρικού, καταφεύγει εις τον επίσκοπον Αιτωλοακαρνανίας Θεόκλητον (ο οποίος τον χειροτονεί πρεσβύτερον, αφού προηγουμένως εκάρη μεγαλόσχημος Μοναχός παρά του οσίου Γέροντος Φιλοθέου) και εγκαθίσταται εις την ερειπωμένην Μονήν της Μυρτιάς, άνωθεν της λίμνης Τριχωνίδος. Παράδεισος ο τόπος, αλλ᾽ ο διάβολος, όστις πολεμά τα καλά, μη υποφέρων το έργον το οποίον συντελείται εις αυτό το ταπεινόν Μοναστήριον, εγείρει και αύθις νέαν θύελλαν εκ των κληρικών της επαρχίας, ιδία δε του Μητροπολίτου. Είναι γνωστή η ρήσις την οποίαν είπεν εις τον μεσολαβήσαντα μακαριστόν Επιφάνιον Θεοδωρόπουλον: «Θα τους ψήσω και θα τους τηγανίσω, και μετά θα φύγουν». Ο Θεός να αναπαύση την ψυχήν του!

    Ο αντιλήπτωρ όμως των αδικουμένων Θεός και η Παναγία, όπου επροστάτευον τον δούλον τους, ένευσαν εις την καρδίαν του μακαριστού Μητροπολίτου Ναυπακτίας και Ευρυτανίας κυρού Δαμασκηνού Κοτζιά (δεν γνωρίζω εάν είχε συγγένειαν με τον αλήστου μνήμης Υπ. Εξ. Ν.Κ., όστις ξεπούλησε την Μακεδονίαν, διότι ο μακαριστός Μητροπολίτης ήτο σφόδρα Βασιλικός), όστις τον εδέχθη και του παρέδωσεν εν λευκώ την Μονήν της Παναγίας Προυσιωτίσσης. Ένα Μοναστήρι παμπάλαιον επάνω εις τα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου, του οποίου αι απαρχαί χάνονται εις τα βάθη του χρόνου. Πως ήτο δυνατόν όμως αυτός ο νησιώτης, ο εκ κοιλίας μητρός ενηχούμενος τον φλοίσβον της θαλάσσης, ο Αιγαιοπελαγίτης, όπως υπέγραφε, να ζήση επάνω εις τα υψηλά βουνά της Πίνδου, άτινα επί εννέα και πλέον μήνας καλύπτονται από χιόνας, παγετούς και ομίχλην; Αλλά και το θέρος, ότε οργιάζει η φύσις και αισθάνεσαι την χάριν του Θεού, είναι αδύνατον να βιώση κανείς την ησυχίαν και την γαλήνην που αποπνέει το περιβάλλον, ένεκα του πλήθους των προσκυνητών.

    Διό και προσβάλλεται η υγεία του και επιζητεί τρόπον φυγής, παρ’ όλον που πολλά εκοπίασε διά την αναστήλωσιν της πυρποληθείσης παρά των Γερμανών Μονής. Κτήρια παραμένοντα από δεκαετίας μόνον εις τον σκελετόν, άλλα ερειπωμένα και άλλα ημιτελή, τα οποία έπρεπε να ολοκληρωθούν. Ανασκουμπώνεται και με ιδίους πόρους της Μονής αρχίζει την ανακαίνισιν αυτής και ουχί μόνον. Δημιουργεί Συνοδικόν μέγα, διά το οποίον ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, επισκεφθείς την Μονήν, έκπληκτος ανεφώνησεν: «Ευρίσκομαι στην Μονή Προυσού η κάνω λάθος;». Δημιουργεί Μουσείον, εις το οποίον συνάζει χειρόγραφα, εικόνες και άλλα εκκλησιαστικά και μη αντικείμενα. Τα ελαιοστάσια εις τον κάμπον του Αγρινίου, που ήσαν από χρόνων εγκαταλελειμμένα, αναζωογονούνται, και άλλα πολλά που δεν είναι του παρόντος να αναφέρωμεν.

    Αι συνθήκαι όμως παραμένουν δυσμενείς. Αι απαιτήσεις των πολυπληθών προσκυνητών άμετροι και αλόγιστοι. Να φαντασθή κανείς ότι οι οδηγοί των ταξί τους μετέφεραν εις την Μονήν και κατ᾽ αυτάς τας ώρας του μεσονυκτίου. Ειργάσθη υπέρ δύναμιν, διά να δυνηθή να βάλη τάξιν εις αυτό το «χάνι της Γραβιάς». Μεγάλαι στιγμαί δι᾽ αυτόν και την μικράν αδελφότητα ήταν η ανεύρεσις των ιερών λειψάνων του Νεομάρτυρος Ιωάννου του εκ της Κονίτσης καταγομένου και εν Βραχωρίω (Αγρινίω) μαρτυρήσαντος.

    Το κλίμα εν τέλει επηρεάζει την εύθραυστον υγείαν του και επιζητεί τρόπον φυγής. Η ευκαιρία δίδεται κατά τον χωρισμόν της μητροπόλεως Ναυπακτίας και Ευρυτανίας και την εγκαθίδρυσιν του νέου Επισκόπου Αγίου Βλασίου και Καρπενησίου. Τότε ήλθεν αντιπροσωπεία εκ της Μονής Δοχειαρίου και προσεκάλεσε τον Γέροντα και την αδελφότητα ίνα αναλάβουν την Μονήν.

    Εδράξατο της ευκαιρίας, όχι διότι ήτο πλουσία η νύμφη (άπαγε της βλασφημίας!-ένας ερειπιώνας απ’ άκρου εις άκρον), αλλά διά το κάλλος αυτής, το γλυκύ και ήμερον κλίμα, την γειτνίασιν με την θάλασσαν και πρωτίστως διότι ως μέγα αυτής παλλάδιον κατείχε την θαυματουργόν Εικόνα της Γοργοϋπηκόου.

    Έτσι, τον Ιούλιο του 1980 με την μικράν αδελφότητα αναχωρεί διά τον Άθωνα. Η κατάστασις όμως της Μονής Δοχειαρίου φρικτή. Κελλία διά να μείνωμεν δεν υπήρχον. Έπρεπε να αρχίσωμεν να ετοιμάζωμεν ένα-ένα τα κελλία, διότι είμεθα στριμωγμένοι σε τρία κελλάκια εις τον πύργον της εισόδου της Μονής, το καθένα των οποίων δεν χωρούσε πάνω από ένα πρόσωπο. Και όμως, εκεί στριμωχθήκαμε δώδεκα αδελφοί! Κήποι ανύπαρκτοι. Ελαιοστάσια; Χειρότερα της Μονής Προυσού. Μηχανήματα; Ανύπαρκτα. Τέσσερις-πέντε ημίονοι και αυτοί εις κακήν κατάστασιν. Αλλά διατί λέγω δι’ αυτά; Μαγειρείον; Υποτυπώδες. Οικοσκευή; Ανύπαρκτος. Και να λάβωμεν υπ’ όψιν ότι παρά πόδας ηκολούθη και η ενθρόνισις του Ηγουμένου. Πως θα εσιτίζοντο οι κεκλημένοι; Ας έχη δόξαν ο Κύριος ότι ενεφάνισε τον γνωστόν ημίν κ. Ανδρέαν Κιουρτζόγλου, όστις μας εφοδίασε με όλα τα χρειώδη.

    Αρχίζει λοιπόν το μέγα έργον της αναστηλώσεως της Μονής. Με τι πόρους όμως; Ποίος θα βοηθήση; Επιρρίπτει την μέριμνάν του εις την μόνην δυναμένην να βοηθήση Παναγίαν και αρχίζει το τεράστιον έργον. Αναστηλώνεται όλον το κτιριακόν συγκρότημα της Μονής, ως επίσης και άπαντα τα ευρισκόμενα εις τον ευρύτερον χώρον αυτής Καθίσματα. Δημιουργούνται ξενώνες, ανοίγονται τα εγκαταλελειμμένα ελαιοστάσια, φυτεύονται κήποι και αμπελώνες, ανακαινίζονται τα εργατόσπιτα, κτίζονται εργαστήρια αγιογραφίας και συντηρήσεως έργων τέχνης, ιερορραφείον, λιβανοποιείον…

    Πληρούται όλη η παραλία από των συνόρων της Μονής Ξενοφώντος έως και της Κωνσταμονίτου διά των εξωκλησίων της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, της Παναγίας Διασωζούσης και των Οσίων Κολλυβάδων, της Παναγίας Θαλασσινής, της Παναγίας Παυσολύπης, των Αγίων Νεομαρτύρων, του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και της Αγίας Μαρίνης, διά να περιφρουρούν την Μονήν από θαλάσσης. Αλλά και εις τα ορεινά δεν παρέλειψε να ανεγείρη ευκτηρίους οίκους (Παναγία η Χαιριώτισσα, Άγιος Παντελεήμων, Ανάληψις, Προφήτης Ηλίας, Παναγία η Αρχόντισσα και το Κυριακόν της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης περιφήμου Σκήτης του Προδρόμου), φύλακας και προστάτας της Μονής από Βορρά, Ανατολής, Νότου και Δύσεως. Εμπλουτίζει το Καθολικόν με πάμπολλα σκεύη αργυρά και επίχρυσα, αργυρούς πολυελαίους, κανδήλας ευμεγέθεις αργυράς, καλύμματα αγίας Τραπέζης χρυσοκέντητα, άμφια επίσημα διά τους Ιερείς διαφόρων αποχρώσεων διά τας πανηγύρεις και τας εορτάς. Δημιουργεί νέαν Βιβλιοθήκην, Συνοδικόν μέγα και συνελόντι ειπείν ουδέν εκ των όσων αναφέρει εις την Διαθήκην του ο Όσιος Νεόφυτος άφησεν εκτός. Θα έλεγέ τις ότι ήταν ο αντάξιος διάδοχός του μετά ακριβώς εννεακόσια έτη!

    Μέσα εις όλους αυτούς τους αγώνας ήλθεν, ως αύρα λεπτή και πρωινή, η αποκάλυψις της πρωτοτύπου εικόνος της Παναγίας Γοργοϋπηκόου, ήτις επαρηγόρησε και ανέψυξε πάντας ημάς!

    Και υπεράνω πάντων η μέριμνα διά τα πνευματικά. Η επιτέλεσις της εικοσιτετραώρου ακολουθίας μετά πάσης ακριβείας και επισημότητος. Έψαλλε τους κανόνας ζωντανά και όση αυτώ δύναμις, «διά να τονίζεται και εμφαίνεται το μέτρον» όπως έλεγεν. Η εξαγόρευσις των λογισμών ήθελε να γίνεται καθ᾽ ημέραν και η εξομολόγησις το Σάββατον, διά να μεταλάβωμεν την Κυριακήν του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου. Δεν του ήρεσεν ουδόλως αυτό το οποίον γίνεται εις το Άγιον Όρος, να μεταλαμβάνουν το Σάββατον και όχι την Κυριακήν, που είναι η Ανάστασις και η κατ᾽ εξοχήν ημέρα του Κυρίου.

    Φύσις ενεργητική και ανυποχώρητος. Ήθελε τα πάντα να γίνωνται εις την εντέλειαν. Το «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» τον έθελγε. Αι εορταί και πανηγύρεις ήθελε να επιτελούνται λαμπρώς, διό και λαμπρώς εστόλιζε την εκκλησίαν. Χριστούγεννα και Πάσχα ήταν η χαρά του να στολίζη ο ίδιος την εκκλησίαν κατά τα πρώτα χρόνια. Το αναλόγιον κατ᾽ εκείνας τας εορτάς τον έτρεμεν! Έδιδε τον τόνον προηγούμενος αυτός και ακολουθούσεν ο χορός. Το βράδυ της Αναστάσεως, ψάλλοντας τον αναστάσιμον κανόνα, έλεγέ τις «τώρα θα χορέψωμε», με τον ζωντανόν τρόπον που έψαλλε. Άραγε τώρα ποίος θα ηγηθή του χορού κατ᾽ αυτάς τας λαμπράς ημέρας;

    Τα κοινά του Όρους δεν τον άφηναν ασυγκίνητον. Δεν παρέλειπεν ούτε και εις τα τέλη της ζωής του, όπου η κλονισμένη υγιεία του επιβαρύνθηκε έτι πλέον, να παρίσταται εις τας συνάξεις των ΔΙΣ και ΕΔΙΣ και να δίδη τας σοφάς τω όντι συμβουλάς του. Επιεικής και μειλίχιος, με το αστείρευτο και πηγαίο χιούμορ ήξευρε να κατευνάζη τα πάθη, να εξάγη τους αγίους Πατέρας από κακοτοπιές και να δίδη λύσεις. Διά το θάρρος της γνώμης, την οποίαν ευθαρσώς διετύπωνε χωρίς να την συγκαλύπτη η να την ωραιοποιή, κατηγορήθηκε από τους Αγιορείτας ως τρελός. Μακάρι να είχαμε όλοι αυτήν την αγίαν τρέλαν!

    Δεν ωρροδούσε προ των μεγάλων και ισχυρών· αυτό που ήθελε να είπη το έλεγεν ευθαρσώς, χωρίς περιστροφάς και χωρίς να φοβήται τας τυχόν συνεπείας. Δεν εφοβείτο να εκφράση την αλήθειαν όσον σκληρή και αν ήταν και αν τσάκιζε κόκκαλα! Το ίδιο συνέβαινε και εις το Δ.Σ. του Κε.Δ.Α.Κ., οσάκις ήταν Αντιπρόσωπος της Ιεράς Κοινότητος εις αυτό. Όταν οι σύνεδροι ευρίσκοντο προ αδιεξόδου, με το χαμόγελο και το χιούμορ που τον διέκριναν έλεγε: «Λοιπόν επέρασε, συμφωνούμε, ετελείωσε και αυτό…». Και πράγματι, έτσι ελύοντο πολλά θέματα. Μέχρι σήμερα, οσάκις με συναντούν οι διατελέσαντες Διευθυνταί, αυτά ακριβώς μου λέγουν διά την προσωπικότητα του μακαριστού Γέροντος.

    Ωστόσον, η μέριμνα δεν εξηντλείτο μόνον εντός της Δοχειαρίτικης Μάνδρας και του Όρους γενικώτερον. Προσκληθείς υπό του τότε Δημάρχου του Δήμου Σοχού να ανεγείρη εις την περιοχήν του Μονήν, διότι όπως έλεγε «δεν έχομε κάτι κι εμείς», ανήγειρεν εκ βάθρων Μονήν προς τιμήν της Παναγίας Θεοσκεπάστου, διά να εγκαταστήση θεοφιλείς ψυχάς, όπου από ετών εζήτουν να οικονομήση κάτι και δι’ αυτάς. Έτσι, οικονόμησε η Παναγία δι’ αυτάς τας ψυχάς να εύρουν λιμάνι να απαγκιάσουν και εφαλτήριον διά την αιωνιότητα.

    Τις δύναται όμως να διηγηθή τους απείρους κόπους, τας δυσκολίας και τα πάμπολλα προβλήματα που εμφανίζονται όταν πρόκειται να αρχίση εν τοιούτον έργον; Διότι δεν είναι οικία, ούτε άλλο τι, είναι Μοναστήρι, είναι οίκος Θεού, όπου θα αναπέμπωνται δεήσεις και προσευχαί, και θα τελήται η αναίμακτος θυσία! Διά τους λόγους αυτούς το συγκεκριμένον έργον δέχεται τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού. Αυτός εγείρει την θύελλαν και βάζει λογισμούς εις τους ανθρώπους και αρχίζουν τα σκάνδαλα.

    Άλλος μπελάς και αυτός διά τον ταλαίπωρον Ηγούμενον και άλλαι αγωνίαι! Όμως με την πίστιν εις τον Θεόν και την αγάπην προς την Κυρίαν Θεοτόκον, όλα τα υπερβαίνει. Έτσι, με την βοήθειαν των πατέρων και αδελφών, οι οποίοι συνεκρότησαν το οικοδομικόν συνεργείον και συν τω χρόνω απέκτησαν τοσαύτην εμπειρίαν εις τα οικοδομικά, ώστε και ο καλύτερος εργολάβος να τους ζηλεύη, ήρχισε και επερατώθη το έργον εις χρόνον ρεκόρ. Αρκεί να είπωμεν ότι η θεμελίωσις εγένετο την 8ην Μαίου του Σωτηρίου έτους 1993 και την 8ην Σεπτεμβρίου του αυτού έτους είχεν ανεγερθή η Νοτία Πτέρυγα μετά του παρεκκλησίου προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και εγένοντο τα θυρανοίξια!

    Εκτοτε, καθ’ έκαστον έτος συνεπληρούντο αι εργασίαι, ώστε σήμερον να φαίνεται προ οφθαλμών ημών μία Μονή ανταξία της μητρικής του Δοχειαρίου. Παρεκκλήσια, κελλία, εργαστήρια, τράπεζα, μαγειρείον, αποθηκευτικοί χώροι, ξενώνες έσωθεν και έξωθεν της Μονής διά τους κοσμικούς και χώροι εκτός του περιβόλου διά την διαμονήν των εργαζομένων αδελφών και των διακονούντων Ιερομονάχων και Ιεροδιακόνων. Υπεράνω δε πάντων τούτων, ως αστήρ εωθινός, αναπέμπει μαρμαρυγάς το πανέμορφον και πανύψηλον Καθολικόν, δεσπόζον εις το κέντρον αυτής της Μονής. Διά πάντα ταύτα ιθύνων νούς και έχων το γενικόν πρόσταγμα, ο ανύστακτος Ηγούμενος!

    Αι αυλαί τόσον της Μονής του Δοχειαρίου όσον και της Θεοσκεπάστου ουδέποτε τον είδαν να περιφέρεται, ακόμη και τας εορτάς, βαστάζοντα εις τας χείρας του το Χαζράνι του Ηγουμένου! Πάντοτε περιεζωσμένος περί την οσφύν αυτού ποδέαν και ψάθινον σκιάδιον επί της κεφαλής, εις σημείον να μην αναγνωρίζεται από τους επιζητούντας αυτόν προσκυνητάς.

    Αυτός ήταν ο μακαριστός Ηγούμενος Γρηγόριος! Απλούς, απέριττος, άνευ κομπασμών ή τινος των τοιούτων. Ο λόγος του εξήρχετο ορμητικός, ως ο παρακείμενος χείμαρρος προς την εις Ξενοφώντος άγουσαν, πίπτων ως «Αερμώνειος δρόσος» επί τους ακροωμένους αυτόν. Όταν τον επλησίαζες και συνωμιλούσες μαζί του, έβλεπες έναν άλλον άνθρωπον. Εύχαρι, χαρίεντα και αστειζόμενον, χωρίς φτιασίματα και υποκρισίες, θέλγοντα τον ακροατήν. Μειλίχιος και επιεικής προς τους μετανοούντας αμαρτήσαντας και άκρως συγκαταβατικός. Αντιθέτως, ως κεραυνός έπιπτεν επί τους μη μετανοούντας και αμαρτάνοντας. Ούτος ην ο Γρηγόριος!

    Εστηλίτευε τας παραβάσεις των κρατούντων και ισχυρών της γης χωρίς φόβον και πάθος. Ωμιλούσε πάντοτε την γλώσσαν της αληθείας, η οποία, ως εικός, γεννά εχθρούς και όχι φίλους. Αλλά αυτό δεν τον απασχολούσε! Συγκατάβασιν εις τα της πίστεως δεν εγνώριζε. Δεν ήξευρε να κολακεύη. Πάντοτε ευθύς ο λόγος και αληθής. Δεν εγνώριζε να κρύβεται· διό και οι Αγιορείται δικαίως τον απεκαλούσαν «ξεσκέπαστο τσουκάλι».

    Και νυν, αξιομακάριστε Γέρον, πάτερ, αδελφέ και παμφίλτατε φίλε (ας μου επιτραπή, Σεβασμιώτατοι άγιοι Αρχιερείς, να τον προσφωνήσω ούτως, διότι επί πεντήκοντα οκτώ συναπτά έτη εζήσαμε μαζί. Χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνη ότι δεν είχαμε τας εκατέρωθεν αντεγκλήσεις, τας οξείας αντιπαραθέσεις και προστριβάς, τας οποίας αναποφεύκτως δημιουργεί η διοίκησις. Διήλθομεν από πολλάς θλίψεις, πειρασμούς και σκάνδαλα, δυσκολίας, ανεχείας, αλλά χάριτι Θεού ουδέν εστάθη δυνατόν να μας χωρίση και να διακόψη την φιλίαν, η οποία ανεπτύχθη υπό την σκιάν του Ηγαπημένου μαθητού του Σωτήρος Ιωάννου του Θεολόγου! Ας έχη δόξαν ο Κύριος!), τα νυν αναπαύου εις τον γαλήνιον όρμον της ηγαπημένης σου Μονής, Όσιε πάτερ, και μη λησμονής τα ηγαπημένα σου τεκνία, άτινα λυπούνται και θλίβονται διά την στέρησίν σου, και εύχου κάτω από τον Θρόνον του Δεσπότου μετά των οσίων Πατέρων Αμφιλοχίου και Φιλοθέου, και των Οσίων Κτιτόρων της Μονής ταύτης Ευθυμίου, Νεοφύτου και Θεοφάνους, όπως συναντηθώμεν εις την άνω Ιερουσαλήμ, ως συχνάκις επανελάμβανες: «Τι να τον κάνω τον παράδεισο, αν δεν είμαστε μαζί; Όπως εδώ, ούτω και επάνω»! ΑΜΗΝ


    0 0

    There’s no easy or definitive answer to this question, nor any anxiety over it if you trust in God’s plan. It is, however, a matter on which theologians have set out their opinions, though we’re not in a position to accept any particular one of these absolutely. However that may be, it’s certainly not necessary to approach the issue by involving nationalistic elements, anti-Semitic tendencies and the like.

    If we start at the beginning, as events are described in Genesis, God creates Adam, that is the human person. After the flood and other Biblical events, He chooses a people to whom He will give His Law and from whom will be born His Son. That this people is Israel is beyond doubt. But it’s not as though God makes this choice by excluding other peoples; quite the contrary. Through this people, He wants His Law to be given to all others. In the Bible, however, it becomes clear that the Jews failed in a variety of ways to serve this plan of God’s.

    So the question remains: why did He choose this particular people? Even though they were to prove unequal to the task He set them.

    It’s likely that God chose Israel, because the people were accepting of monotheism, which, despite their lapses, they preserved over the course of the centuries. It would have been much more difficult for God to set His plan in motion among peoples who were idolaters. Even so, in the end, the Jews* weren’t able to accept God’s only-begotten, incarnate Son, with tragic consequences for their descendants. The whole of God’s work was centred on the coming of this Son, an event which according to some of the Fathers of the Church, would have happened in any case, that is, irrespective of whether the Fall occurred or not.

    The incarnation of Christ, the Son of God, from the nation of the Hebrews, may also be linked to their geographical location. The Mediterranean basin was a centre of civilization (from early on there had been spoken and written language) and also of trade, so the Gospel message could be spread quickly to the ends of the known world as it then was. We should also remember that, apart from Hebrew, other languages, such as Latin and Greek (which was widely used) were also spoken in the region**.

    It’s worth noting something else, as well. What we call the ‘chosen people’ wasn’t always a narrow, or closed group of Jews. They were the base, but others, who came from idolatrous nations but were seeking the One, True God were added to them, one example being Ruth, from Moab, who was a pagan but became one of God’s people, and, indeed, is one of the members of Christ’s family tree (Matth. 1, 5).

    And it should also be noted that Israel wasn’t separated by God so that only it would be saved, but so that it would function as ‘leaven’ that would make the whole world ‘rise’. This idea is a central thread in the preaching of the prophets. We see the same concept clearly in God’s promise to the progenitor Abraham ‘and all the tribes of the earth shall be blessed in you’ (Gen. 12, 3).

    There are those who ask why we need to study the Old Testament, given that it’s purely the history of the Jews. But although the first part of Holy Scripture, the Old Testament, contains much historical material, it’s not merely a historical document. It’s a sacred text that records the Revelation of God to the world. Through its books we see God’s signs, from the creation of the world and humankind until the last days. Through the Old Testament we learn who created us and how elevated our position was. We also see the tragic moment of our fall, but also the promise, even then, of a re-creation. Professor Miltiadis Konstantinou observes that: ‘In the history of the prophets, what happened to Israel was laid as the foundation of the history of the Gentiles and of the world. At the end of prophecy there’s the ‘servant of God’, Who is sent to be ‘a light to the Gentiles’ and ‘salvation for the ends of the earth’. Later, in the eschatological prophecies, salvation becomes open to all the nations. In the end, Jesus dies on the Cross because ‘God so loved the world’ (Jn. 3, 16). It is therefore clear that the history of God and His people has, from the beginning to end, the whole of humanity as its goal. When this goal is lost… even the most moving narratives, even the most sublime moral or theological teachings, cease to be Holy Scripture and are no more than pious history’.

    *Obviously, Fr. Iakovos means ‘the Jewish nation as a whole’. All the important figures in the New Testament, however, those who went on to establish the Church, were also Jews and, indeed, very devout.
    ** Take the case of Saint Matthew. As a Jew, he’d have spoken Hebrew and Aramaic; as a tax-collector he must have had at least a working knowledge of Latin in order to communicate with the Roman authorities; and he would almost certainly have known some Greek, given that it seems to have been in common use as a second language in Capernaum (which was founded by the Hellenized Hasmonean dynasty), where he was working when Christ chose him. [WJL]

    0 0

    Η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του οσίου Παταπίου του ερημοπολίτη. Έτσι χαρακτηριστικά τιτλοφορείται ο όσιος, που έζησε...

    0 0

    Υλικά: 300 γρ. ρεβύθια 1 κ.γ. σόδα 1/2 κρεμμύδι 1 μεγάλο πράσο 1 ματσάκι μυρώνια 1 ματσάκι καυκαλίθρες 200 γρ....

    0 0

    Through unflinching repentance, knowledge of the self leads to knowledge of God.


    0 0

    Εκδήλωση βράβευσης νέων πολύτεκνων Μητέρων και Αριστούχων πολύτεκνων μαθητών πραγματοποίησε η Ιερά Μητρόπολις Δράμας, η Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου και...

    0 0

    Η ηλεκτρονική πλατφόρμα koinonikomerisma.gr έχει πλέον ανοίξει και οι δικαιούχοι μπορούν πλέον να μπαίνουν σε αυτή, για να συμπληρώσουν τη...

    0 0

    Εντοπίστηκαν εφαρμογές, που υποτίθεται ότι βοηθούν στην παρακολούθηση της φυσικής κατάστασης, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποιούν τη λειτουργία Touch ID της Apple για να...

    0 0

    Δεν ήρθα εδώ, για να μεταπείσω κανέναν. Ο σκοπός μου δεν είναι να προσηλυτίσω. Σέβομαι τις πεποιθήσεις των άλλων και...

    0 0

    Η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Έχουμε υποχρέωση απέναντι στα παιδιά μας να αναστρέψουμε το δημογραφικό μαρασμό της χώρας. Και...

    0 0

    Αν κάποιος ασχολείται με την ψυχολογία και την ψυχανάλυση, δεν μπορεί να μην γνωρίζει το όνομα Σερζ Τισερόν. Ο Τισερόν...

    0 0

    Σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Θεού, ο οποίος επιθυμούσε να ετοιμάσει ένα πάναγνο κατοικητήριο για να κατασκηνώσει μαζί με...

    0 0

    Εορτάζει στις 9 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.   Ουχ ώσπερ Εύα και συ τίκτεις εν λύπαις. Χαράν γαρ Άννα ένδον κοιλίας...

    0 0

    Γεννήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας και τα πρώτα του χρόνια τα έζησε με πολλή ευλάβεια και προσήλωση στις Ιερές ακολουθίες...

    0 0

    [caption id="attachment_106952" align="aligncenter" width="640"]Οι αυτάδελφοι Γέροντες Ιγνάτιος αριστερά) και Βασίλειος καθήμενοι) και οι διάκονοι Ιωάσαφ και Αγαθάγγελος όρθιοι) Οι αυτάδελφοι Γέροντες Ιγνάτιος αριστερά) και Βασίλειος καθήμενοι) και οι διάκονοι Ιωάσαφ και Αγαθάγγελος όρθιοι)[/caption]

    Ο υιός του Αντωνίου Καραγκιόζη ήλθε νέος από τ’ Αλάτσατα της Μ. Ασίας στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου των Ιωσαφαίων της ιεράς σκήτης της Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων το 1897. Το 1898 εκάρη μοναχός. Μόναζε με τον κατά σάρκα αδελφό του Βασίλειο, που ήλθε από την πατρίδα τους το 1903 κι εκάρη μοναχός το 1907. Το 1908 χειροτονήθηκε διάκονος από τον πρώην Καρπάθου και Κάσου Νείλο (+1917), που παρεπιδημούσε στο Άγιον Όρος. Ένας άλλος αδελφός του μόνασε στη Σιμωνόπετρα, από το 1908, ο μοναχός Ιωάσαφ (+1938). Στα Καυσοκαλύβια εκοιμήθη και ο πατέρας του ως μοναχός.

    Το 1924 οι αδελφοί Ιγνάτιος και Βασίλειος μαζί με τον παραδελφό τους μοναχό Αθανάσιο ήλθαν να μονάσουν στις Καρυές. Στην αρχή φιλοξενήθηκαν στο Λαυριώτικο Κελλί του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Κατόπιν πήραν το σημερινό, ωραίο, Γρηγοριάτικο Κελλί της Υπαπαντής του Κυρίου, στο κέντρο των Καρύων, που τότε ήταν αμπελικιά του Γρηγοριάτικου Κελλιού των Αγίων Πάντων, που βρισκόταν πλάι στο Πρωτάτο και γκρεμίσθηκε τότε μαζί με άλλα, για την ανάδειξη δήθεν του μνημείου. Με πολλούς κόπους το ανοικοδόμησαν και καλλιέργησαν την αγιογραφία. Γνώριζαν και την αναγεννησιακή και τη βυζαντινή τέ­χνη καλά. Οι πολλοί όμως τότε ζητούσαν αναγεννησιακά έργα. Χιλιάδες εικόνες εξήλθαν του εργαστηρίου τους, που κοσμούν πλήθος εκκλησιών και οικιών. Συνδέονταν πνευματικά με τον Μοσχονησίων Φώτιο (+1930), που ήταν συμπατριώτης τους κι έμενε σε γειτονικό Κελλί, καθώς και με τον λίαν ενάρετο Σιμωνοπετρίτη ηγούμενο Ιερώνυμο (+1957), που επίσης ήταν συμπατριώτης τους και διανυκτέρευσε ενίοτε στο φιλόξενο Κελλί τους.

    Το 1928 επέστρεψε ο Αθανάσιος στα Καυσοκαλύβια κι έλαβε την Καλύβη του Αγίου Παχωμίου, στην οποία εκοιμήθη το 1962. Είχε υποτακτικό τον μοναχό Φιλάρετο (+2003), τον οποίο και γνωρίσαμε. Το 1929, προσήλθε στην αδελφότητα των Ιωσαφαίων των Καρύων ο μετέπειτα διάκονος Ιωάσαφ από τη Σάμο (1910-1993), τον οποίο γνωρί­ζαμε πολύ καλά. Κατόπιν ήλθε από τον Πρίνο της Θάσου ο μετέπειτα διάκονος Αγαθάγγελος (1925-1974).

    Οι αδελφοί Ιγνάτιος και Βασίλειος επιθυμούσαν πολλές φορές να επιστρέψουν στα ησυχαστικά Καυσοκαλύβια, αλλά οι νεότεροι δεν ήθελαν. Το 1961 προσήλθε παιδί ο νυν Γέροντας μοναχός Ιγνάτιος και το 1962 ο μοναχός Βασίλειος.

    [caption id="attachment_106950" align="aligncenter" width="429"]Μοναχός Ιγνάτιος Καρυώτης Μοναχός Ιγνάτιος Καρυώτης[/caption]

    Παρότι ζούσαν μέσα στο κέντρο των Καρύων, είχαν αυστηρή καλογερική ζωή, δίχως πολλές συντυχίες, συζητήσεις, επισκέψεις και κουτσομπολιά. Οι νέοι μοναχοί δεν επιτρεπόταν να συζητούν με τους επισκέπτες. Συμπτωματικά είδαν και για λίγο τον Πατριάρχη Αθηναγόρα στις εορτές της χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους, το 1963, που φιλοξενούνταν στο Κελλί τους επί μία εβδομάδα. Τις Κυριακές στο Πρωτάτο έπαιρναν αντίδωρο κι έτρεχαν για το Κελλί τους. Τις Κυρι­ακές τ’ απογεύματα είχαν μοναδική έξοδο περιπάτου προς τα χαριτω­μένα γεροντάκια της Καψάλας, μαζί πάντα με ένα των Γερόντων. Μια φορά πήγαν σ’ ένα Ρουμάνο Γέροντα, που δεν θυμούνται, τ’ όνομά του, και φώναξε, και ήλθαν πάνω του από παντού χιλιάδες πουλιά, και τους έκανε μεγάλη εντύπωση. Προσπάθησαν να φωνάξουν κι αυτοί, μα δεν ήλθε κοντά τους κανένα πουλάκι. Κάποτε οι νεώτεροι μοναχοί είχαν λογισμούς για τη μεγάλη αυστηρότητα των Γεροντάδων τους. Ο ένας πήγε στον Πνευματικό του να εξομολογηθεί και αφού τον παρηγόρησε και του είπε τα δέοντα, τον έφερε το δειλινό ο ίδιος στον Γέροντά του, να βάλει μετάνοια και να ησυχάσει αναπαυμένος. Ο άλλος πήγε στον Γέροντα Παΐσιο (+ 1994) και του είπε κι εκείνος να πάει να βάλει με­τάνοια και θα ησυχάσει, γιατί αν πεθάνει, θα το έχει βάρος στην καρδιά του και ο δαίμονας θα τον βασανίζει, βάζοντάς του συνεχώς την ίδια «κασέτα», ότι αυτός φταίει που πέθανε ο Γέροντάς του.

    Ο Γέροντας Ιγνάτιος εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου στις 9.12.1962 και ο ιερομόναχος Βασίλειος στις 3.1.1965.

    Πήγες – Βιβλιογραφία

    Παύλου Λαυριώτου μοναχού, Ιστορία της Αδελφότητος Ιωσαφαίων του Άγιου Όρους, Αθήνα 1996. Διηγήσεις Γερόντων Ιγνατίου και Βασιλείου Ιωσαφαίων στης 24.6.2009 στα Κελλί τους.

    Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.673-676 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011


    0 0

    Ο Ιωακείμ και η Άννα δεν ήθελαν παιδί «εγωιστικά», ούτε ψυχολογικά ή συναισθηματικά. Δεν ήθελαν να γεννήσουν παιδί  για τον εαυτό...

    0 0

    Σημειώνουμε ότι στο Άγιο Όρος η Αγία Άννα αποκαλείται «η Γιαγιά». Εικοσιτέσσαρες κατ’ αλφάβητον Οίκοι εις την Αγίαν Θεοπρομήτορα και...

    0 0

    Jesus taught in the synagogues on Saturdays. The reason behind His choice of day was that, for the Jews, Saturday was a day of rest and worship of God. Any work was completely forbidden. Even the distance one could walk was strictly defined. So on this day, everyone gathered in the synagogues to hear the word of God. One Saturday, in one of the synagogues, there was among the congregation a woman whose body was so bent that she couldn’t fully straighten herself up. Because of her infirmity, it had been eighteen years since she been able to look at other people from a natural position. A pitiable condition. Her life was one of continuous suffering. She had, however, hope in God. For Christians, hope is a gift from God and is sure and incontrovertible. Let us recall Saint Paul, who separates people into those who have hope and those who don’t.

    Human knowledge and the resources of human wisdom, were unable to cure her. Her illness was caused by an evil spirit which had entered her body. The woman was devout, however, had inner joy and also had confidence in God’s will. This is why the Lord called her to come to Him, though she herself hadn’t asked anything of Him. The Lord was sorry for her. His heart melted and He decided to put an end to her suffering. ‘Woman’, He said, ‘you’re freed from your infirmity’. The Lord healed her by placing His hands on her head and she felt a foreign force enter her body.

    When the woman had been healed, everyone present praised God for His wondrous works. Unfortunately, however, there was one person who was unable to tolerate this situation. That was the leader of the synagogue, the chief among those who appeared to be and were considered to be the most God-fearing of people. Unable to hide his envy, he began to protest: ‘But the leader of the synagogue, indignant because Jesus had healed on the sabbath, said to the people, “There are six days on which work ought to be done; come on those days and be healed, and not on the sabbath day”’. He was so blinded by the passion of envy that he made out that Jesus had preformed a professional job.

    The Fathers refer to and comment on the passion of envy at great length. Those who are envious can’t recognize any value at all in other people. They overlook any and every good quality and try to find some fault, which they then magnify in other people’s eyes.

    The Lord was faced with the hypocrisy and wickedness of those fanatical supporters of Jewish traditions who imposed complete abstention from work on the day of the Sabbath. The leader of the synagogue didn’t dare reproach Christ directly for what He’d done in the synagogue, but he did rebuke those who, in his view, weren’t observing the Sabbath as a day of rest. Inside himself he was burning with the passion of envy against Christ and, although he pretended to be pious, he was actually looking for some reason to attack the Lord. The Lord answered: ‘You hypocrites! Does not each of you on the sabbath untie his ox or his donkey from the manger, and lead it away to water it?’. Then He went on to say: ‘And ought not this woman, a daughter of Abraham whom Satan bound for eighteen years, be loosed from this bond on the sabbath day?’.

    The leader of the synagogue wasn’t able to understand because he was overwhelmed by the passions of hypocrisy and envy. These are terrible passions. Hypocrisy is a condition that makes people two-faced. Envy is our sorrow over other people’s happiness, or our joy over their unhappiness. Strange though it may seem, envious people are annoyed when others are doing well and rejoice if they’re unhappy. Envy is a perversion of love. If you envy people, you can’t love them. You live in hell, the hell of wanting what’s bad for other people. Saint Isaac the Syrian says that if you have envy in your heart, you also have the devil there.

    Unfortunately, both these passions [hypocrisy and envy] are flourishing these days. There are people who are struggling for piety, righteousness and sanctity, but who, in their private lives, are impious, unjust and harsh. Hypocrites, however persuasive they are as regards outward show, repel us. The envious turn other people away all on their own. These days there are a lot of people who resemble the leader of the synagogue. They doubt the miracles performed by the saints of the Church, they mock the divine and sacred things in our faith, they question the role of the Church, with the result that demagoguery prevails. But just as the leader of the synagogue didn’t dare to state his problem with the miracle directly to Christ, so all those who think they’re monitoring and correcting the work of the Church are labouring in vain. Saint Isaac the Syrian says that, if you want to correct the work of the Church, first correct yourself.

    My friends, the example of the woman who was bent over should be an example for us. If a woman in her condition didn’t neglect her duty to God, in an ordinary synagogue, how can we who are healthy justify our absence from the Temple of God, from the truth, from reality. We find a variety of excuses to justify our absence. Supposedly we need to rest on the day we aren’t working, we’re going off on a trip, the kids have homework. Saint Gregory Palamas has an answer for this: ‘Let no-one absent themselves from the holy assemblies on Sunday, either from idleness or from being bound up with earthly things, lest they be abandoned by God and suffer the same fate as Saint Thomas, who didn’t arrive in time’.

    So let us abandon our daily cares and take part every Sunday in the sacrament of the Divine Eucharist where we breathe in the grace of the Triune God. At the Divine Eucharist we experience the presence of God. Our soul finds respite from our everyday problems and takes strength from the Lord in order to continue the struggle of life. God’s worship is of great value. Through it we demonstrate our faith in and our recourse to God.


older | 1 | .... | 1430 | 1431 | (Page 1432) | 1433 | 1434 | .... | 1462 | newer