Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1440 | 1441 | (Page 1442) | 1443 | 1444 | .... | 1462 | newer

    0 0

    Μετά τους Φιλανθρωπικούς Αγώνες που διοργάνωσε η Αστυνομία το περασμένο Σάββατο 15 Δεκεμβρίου, στο Πάρκο Αθαλάσσας, στην Λευκωσία, η Αστυνομία...

    0 0

    Ένα μουσικοχορευτικό αφιέρωμα στον εν πολλοίς άγνωστο παραδοσιακό πλούτο των Δωδεκανήσων, παρουσιάστηκε την Πέμπτη 15 Νοεμβρίου, στο Πνευματικό Κέντρο του...

    0 0

    The Gospel reading today [for the Sunday before Christmas] is the beginning of the Gospel according to Saint Matthew and, of course, of the whole New Testament. At first sight, the first page of this Holy Book seems to be the most tedious and perhaps the most off-putting page in world literature, consisting as it does of a tiresome list of Hebrew names. But a more careful examination reveals that it contains the glad fore-tidings of our salvation since it’s the family tree of our Saviour, Jesus Christ. It records Christ’s ancestors by name, beginning with Abraham and ending with the righteous Joseph, the apparent ‘husband of Mary’, but whose mission (duty) it was, in reality, to protect the Ever-Virgin.

    ‘Glory to your condescension’

    We have the genealogy of the righteous Joseph rather than that of Mary, the Mother of God, because ‘it was not a law among the Jews to give the genealogy of women’ (Saint John Chrysostom), although- according to the testimony of Saint Luke the Evangelist- the Virgin also ‘came from the house and line of David’. Chrysostom deems it necessary to mention another ‘more arcane reason’ why the genealogy of Joseph is given, even though he had ‘nothing to do with the birth’: just as Christ initially concealed His equality with the Father and called Himself ‘the Son of Man’, so Joseph is presented as Mary’s ‘husband’ so that Our Lady would be free of ‘all wicked suspicion’ and risk being subjected to stoning. Because, if, even after [He had performed] so many miracles, they [the Jews] continued to call Christ the ‘son of Joseph’, they certainly wouldn’t have been able to believe that He was born of a Virgin before He had ever begun to work wonders. Can the human mind really conceive the love for humankind and the humility of the Son of God, Who consented to face the danger of a dishonourable death while He was still in the womb?

    The reference to Christ’s ancestors proves in the clearest manner how humbly God entered human history, taking on ‘human flesh’ from a people who were, by and large ‘disobedient and gainsaying, that walked in a way that was not good, but after their sins’ (Is. 65, 2). In this way, a tiresome list of names turns out to be powerful proof of God’s love for us.

    Unacceptable excuses or occasions for spiritual struggle
    This condescension on God’s part is even more apparent if we note that this list includes ancestors of Christ who were born from irregular relationships, such as Perez, who came from the relationship between Judah and his daughter-in-law even though he didn’t recognize her because she’d dressed as a harlot; Boaz, who was born of the harlot Rahab; and Solomon, the offspring of David’s adultery with Bathsheba. ‘Christ consented to have such people as ancestors’ says Saint John Chrysostom in wonder. ‘He wasn’t ashamed at our disgraceful deeds. He came not to avoid them, but to abolish them’.

    Then he adds something very important: ‘In this way, He shows us that we can’t justify our sins by invoking bad blood lines. The one thing we have to do is seek virtue. Those who strive for virtue won’t come to any harm even if they happened to have sinful forebears’. So it’s, at best, ridiculous for us to invoke hereditary or childhood traumas in order to justify our unwillingness to free ourselves of the passions. So great is the gift of personal freedom (i.e. ‘awareness, and the workings of the soul’) that, in collaboration with the all-powerful Grace of God, it can reverse and heal even the worst of inherited leanings, the most deeply-rooted habits and the most enduring passions. Indeed, Saint Theofylaktos adds that we should regard bad forebears not as a cause for shame but as a starting-point for a greater struggle, so that ‘by our own virtue, we may elevate them, too’.

    Appropriation of God’s gifts
    The tripartite division of the genealogy of Christ into periods when the Jews- after Joshua, the son of Nun- were led successively by judges, kings and high priests, removes another, not infrequent, justification for mental dullness and indolence: that those in charge are to blame for everything. Saint John Chrysostom silences those who invoke such justifications, noting: ‘Not even by regime change were they changed’. The Jews didn’t become any better, but remained just as bad no matter what the form of government. And even when Christ, the true Judge, King and Priest came, the only One Who ‘announces remission not from concrete enemies, but- something much greater- from sin’, the majority of the people ‘did not wish to come to their senses’.

    Remission from sin, the highest gift of Christ Incarnate, isn’t granted without our own persistent request and free cooperation. Together with our staunch repentance, let us also confess that ‘God is with us. Let us not seek justification for indolence but ever more reasons to glorify Emmanuel, the Son of God and the Mother of God.

     

    Source: agiazoni.gr


    0 0

    Πανέμορφη, αρχοντική, ερημική, η Ανάφη είναι μονάχα για να την αγαπάς! Η Ανάφη, το μικρό παιδί των Κυκλάδων, είναι όμορφη,...

    0 0

    Τα Αντικύθηρα μετράνε σήμερα μόλις 24 κατοίκους. Ερημιά, σε ένα νησάκι που πριν 40 χρόνια είχε 300 κατοίκους. Με στόχο...

    0 0

    20151223-2
    Κανείς δεν μπορεί να πει ακριβώς πότε και πως έρχονται τα δάκρυα. Αναβλύζουν ξαφνικά! Υπάρχουν όμως και δάκρυα αόρατα. Δεν πρέπει βέβαια να κλαις για να σε βλέπει ο κόσμος. Η βαθιά μετάνοια είναι τα αόρατα δάκρυα. Αισθάνεσαι ξαφνικά πόσο αμαρτωλός είσαι και αμέσως αναβλύζουν τα δάκρυα από τα μάτια σου.

    Όσιος Αρσένιος Μπόκα


    0 0

    Δυσκολίες κατά τη νηπιακή ηλικία: Να περιμένω το παιδί μου να πάει δημοτικό; Η ανάπτυξη του κάθε παιδιού είναι διαφορετική...

    0 0

    Οι Κανόνες μας βοηθούν να δώσουμε την καλή μαρτυρία. Έχουν καθαρά προτρεπτικό χαρακτήρα, κι όχι καταναγκαστικό. Στο “Ενοριακό Αρχονταρίκι” του...

    0 0


    0 0

    IMG_3303Ο κατά κόσμον Χαράλαμπος Ζαφειριού Ζαφείριος γεννήθηκε στην Ηρακλείτσα της Α. Θράκης το 1881. Στη μονή Ιβήρων προσήλθε το 1895 κι εκάρη μοναχός το 1898, λαβών το όνομα του Γέροντός του Χρυσάνθου (+1936) του εκ Στρωμνίτσης. Με την ευλογία του Γέρον­τός του και της Γεροντικής Συνάξεως σπούδασε στη Μεγάλη του Γέ­νους Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως και έμαθε τη ρωσική και γαλλική γλώσσα. Ήταν και άριστος γνώστης της βυζαντινής μουσικής και διακόνησε επί έτη το αναλόγιο του ψάλτη της μονής.

    Το 1912 απεστάλη υπό της Γεροντίας της μονής του στο μετόχιο του Αγίου Νικολάου της Μόσχας, στο οποίο διακόνησε μετά του τελευταίου ηγουμένου αυτού Γέροντος Παϊσίου (+1946). Έμεινε σε αυτό έως το 1925. Η παραμονή του σε αυτό ήταν λίαν περιπετειώδης, λόγω της επαναστάσεως του 1917. Το μετόχι δημεύθηκε από τους επαναστάτες και υπέστη μεγάλες ταλαιπωρίες. Για να επιβιώσει, αναγκάσθηκε να εργασθεί σ ένα γαλακτοπωλείο. Με μελανά χρώματα περιγράφει τις βιαιότητες και αθλιότητες των κομμουνιστών στο βιβλίο του Ο Μπολσεβικισμός εν Ρωσία και αι συνέπειαι αυτού: «Κακολογείται χυδαιότατα και αναξιοπρεπώς παν το εκκλησιαστικόν, γε­λοιοποιούνται αι τελεταί, τα μυστήρια της Εκκλησίας και τα θαύματα των αγίων. Έθεσαν βέβηλον χείρα επί των λειψάνων αγίων τινών, τα οποία εξέθεσαν εις το Μουσείον της Μόσχας προς εκμυκτήρισιν αυτών. Έφθασαν μέχρι τοιούτου σημείου θρασύτητος, ώστε να οργανώσουν κατά τα δύο τελευταία έτη αντιθρησκευτικά Χριστούγεννα, ονομάσαντες ταύτα Χριστούγεννα της Κομμουνιστικής νεολαίας. Την ημέραν των Χριστουγέννων, ενώ αι εκατοντάδες των εκκλησιών της Μόσχας ήταν κατάμεστοι πιστών όλων των κοινωνικών τάξεων, η κομμουνι­στική νεολαία, ή μάλλον τα θρασύτερα και τα μάλλον διεφθαρμένα στοιχεία εξ αυτής, τη υποδείξει εννοείται των διδασκάλων των, των Μπολσεβίκων εκ του Κόμματος, ωργάνωσεν εμπαικτικήν παρέλασιν ανά τας οδούς της Μόσχας, είδος λιτανείας».

    Ieromonahos Chrisanthos IviritisΕπιστρέψας στη μονή του διετέλεσε γραμματεύς της, καθώς και της Ιεράς Κοινότητος, αντιπρόσωπος και Προηγούμενος. Υποτακτικούς είχε τον μοναχό Σεβαστιανό και τον ιερομόναχο Στέφανο. Στα τέλη της ζωής του πολύ δοκιμάσθηκε από σοβαρές ασθένειες, τις οποίες όμως υπέμεινε δοξολογικά. Στο Καθολικό της μονής για τελευταία φορά κα­τέβηκε στην εορτή του αγίου Νικολάου, προς τον οποίο είχε μεγάλη ευλάβεια. Με συγκίνηση διηγείτο πολλά θαύματα του αγίου στο μετόχι της Μόσχας. Ιδιαίτερη ευλάβεια είχε και στη θαυματουργή Πορταΐτισσα, την οποία ονόμαζε «μαυρομάτα», όπως εικονίζεται στην εικόνα της. Αγάπη μεγάλη είχε στη μονή του, την οποία διακόνησε με αφοσίωση.

    Στην ασθένεια του έλεγε στον ιατρό: «Κάμε ό,τι ημπορείς διά να με βοηθήσεις, γιατί είμαι ο μόνος εγγράμματος στο μοναστήρι και τί θα γίνει όταν αποθάνω;». Η Παναγία τα οικονόμησε να βρεθεί αντικα­ταστάτης του και ν’ αναχωρήσει της παρούσης ζωής αναπαυμένος. Η λογιότητα δεν τον έκανε ν’ αφήσει την απλότητα και ταπεινότητά του.

    Εκοιμήθη παραμονή Χριστουγέννων, στις 24.12.1957, από ανακοπή καρδίας, στο ταπεινό κελλί του, που έβλεπε στο ιερό βήμα του Κα­θολικού της Παναγίας, της θαυματουργής Πορταΐτισσας.

    Πήγες – Βιβλιογραφία: Χρυσάνθου Ιβηρίτου ιερομ., Ο Μπολσεβικισμός εν Ρωσσία και αι συνέπειαι αυτού, Θεσσαλονίκη 1926. Μαξίμου Ιβηρίτου μοναχού, Προηγούμενος Χρύσανθος Ιβηρίτης (1881-1957), Πρωτάτον 72/1998, σσ. 99-102.

    Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.583-585 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

     

    0 0

    [caption id="attachment_107021" align="aligncenter" width="541"]Λάζαρος μοναχός Διονυσιάτης (1892-1974) (Πηγή: Μοναχολόγιο μονής Διονυσίου)- Πηγή: athosprosopography.blogspot.grΛάζαρος μοναχός Διονυσιάτης (1892-1974) (Πηγή: Μοναχολόγιο μονής Διονυσίου) - Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr[/caption]

    Γεννήθηκε, ο φιλόθεος, φιλάγιος και φιλάδελφος αυτός υποδειγματικός κοινοβιάτης, στο χωριό Αθάνατο της Λάρισας το 1892. Δεν είχε κλείσει τα είκοσι χρόνια του, όταν ανήλθε στον θεσπέσιο Άθωνα, για ν’ αγωνισθεί ισόβια για την κατάκτηση της θεοΰφαντης αρετής.

    Το 1911 εισέρχεται στη μάνδρα του προστάτη των μοναχών Τιμίου Προδρόμου, που ίδρυσε ο όσιος Διονύσιος (+1388), και συγκαταλέγε­ται στη διακρινόμενη για τους ασκητικούς της αγώνες αδελφότητα της μονής Διονυσίου. Διήλθε διάφορα διακονήματα της μετανοίας του με ζήλο και αγάπη. Διακρίθηκε περισσότερο ως ανύστακτος τυπικάρης, επιμελής βιβλιοθηκάριος και πρόθυμος νοσοκόμος. Αγάπησε ολόψυχα τη θεία λατρεία, τη μελέτη και τη διακονία των νοσούντων αδελφών.

    Υπήρξε μοναχός πολυτάλαντος, με κατάρτιση κι ευφυΐα, που δεν τον απομάκρυνε όμως από την υπακοή και την ταπείνωση. Η σοφία και η σύνεσή του τον έκαναν ν’ αγαπήσει πολύ την προσευχή. Αναδείχθηκε μυστικός εργάτης της νοεράς προσευχής. Δίδασκε και με τη σιωπή του. Έκρυβε μέσα στην καθαρή ψυχή του ένα πολύτιμο πνευματικό θησαυ­ρό. Οι συμμοναστές του δεν είχαν πολλά λόγια να σου πουν. Αρκούνταν σε λόγια στερεότυπα, αλλά που έλεγαν πολλά: ησυχαστικός τύπος, σι­ωπηλός μοναχός, υπάκουος κοινοβιάτης, ταπεινός, απλός και καλός.

    [caption id="attachment_107022" align="aligncenter" width="541"]Λάζαρος μοναχός Διονυσιάτης (1892-1974) (Πηγή: Αρχείο μονής Διονυσίου) Πηγή: athosprosopography.blogspot.grΛάζαρος μοναχός Διονυσιάτης (1892-1974) (Πηγή: Αρχείο μονής Διονυσίου) Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr[/caption]

    Ο Γέροντας Χερουβείμ της μονής Παρακλήτου στις αναμνήσεις του από το Περιβόλι της Παναγίας, όταν τον είδε το 1938, γράφει γι’ αυτόν: «Η σεμνή και ταπεινή του εμφάνισις απεκάλυπτε χαρακτήρα εξαιρε­τικά πειθαρχημένο. Ο ντορβάς, το καθαρό του ράσο, τα χονδρά κοινοβιάτικα παπούτσια, οι άσπρες μάλλινες κάλτσες, ο μάλλινος σκούφος το μαρτυρούσαν. Ένιωσα μέσα μου μία έντονη επιθυμία να γνωρισθώ μαζί του, διαισθανόμενος ότι πρόκειται περί ευλαβούς μοναχού ... Το πρόσωπό του έλαμπε σαν αγγέλου. Ο τόνος της φωνής του και οι σταθερές απαντήσεις του στα ατελείωτα ερωτήματά μου με είχαν συνεπάρει ... Η δίψα του για την ζωή της αγιότητος, για την άσκηση, την μόνωση και την ησυχία τον κατέτρωγε. Είχε φέρει μάλιστα σε δύσκολη θέση και το μοναστήρι με τις υψηλές ασκητικές του τάσεις. Η ζωή τέ­τοιων ανθρώπων είναι ένα φως, που μετά τον θάνατό τους λάμπει πολύ περισσότερο, όπως το φως των αγίων του Θεού ...».

    Ο συνοδός του Γέροντος Χερουβείμ ιερομόναχος Αθηναγόρας γρά­φει περί του Γέροντος Λαζάρου: «Η πρώτη μου εντύπωσις ήταν ότι επρόκειτο για μια αιθέρια ψυχή! Αληθινός κοινοβιάτης, μοναχός, που πετούσε σ’ εκείνο το Περιβόλι σαν πεταλούδα και με τα δυό της φτε­ρά. Το ένα: την κοινοβιακή ζωή και το άλλο: την κεκρυμμένην εν τω Χριστώ ζωή ημών. Όποιος κατορθώνει να καλλιεργή και τις δύο αυτές διαστάσεις, στον μοναχισμό, απ’ ό,τι ξέρουμε και διαβάζουμε, έχει μπει στον δρόμο του ουρανού. Θυμάμαι, όταν μας πήγε στο μικρό και ασκητικό του κελλάκι, “Αυτό είναι, μας είπε, το παλατάκι μου”. Μακαρία ψυχή!».

    Η φιλοθεΐα, φιλαγιότητα και φιλαδελφία του φαίνεται και σε τέσσερις ογκώδεις χειρόγραφους τόμους, που φυλάγονται στη βιβλιοθήκη της μονής του. Μέρος των θαυμαστών Διονυσιάτικων Διηγήσεων η μονή του περιέλαβε σε βιβλίο, στον πρόλογο του οποίου αναφέρει: «Παραδίδει εις το φιλάγιο πλήρωμα της Εκκλησίας μία συλλογή εκ των κατα­λοίπων χειρογράφων του ευλαβεστάτου τέκνου της μοναχού Λαζάρου, με τον τίτλο Διονυσιάτικαι Διηγήσεις. Ο αείμνηστος μοναχός Λάζαρος Διονυσιάτης, ως φίλεργη μέλισσα, συνέλεξε πνευματική γύρι από εύο­σμες ψυχές, αξιόλογες διηγήσεις, θαύματα και εμφανίσεις αγίων, τα οποία συνέβησαν εις τους συγχρόνους του, γινόμενος με αυτόν τον τρό­πο εστιάτωρ μιας, άγνωστης στους πολλούς, πνευματικής τραπέζης... Ακούραστος αγωνιστής, υπάκουος, φιλόπονος και ποιητικός στην φύση, κατεγίνετο με την εργασίαν των αρετών, ιδιαίτερα με την νοεράν προ­σευχήν, την ευχήν του Ιησού, η οποία είναι πρόξενος κάθε πνευματικού αγαθού. Ετύγχανε πολλής εκτιμήσεως μεταξύ των πατέρων της Μονής, που έσπευδαν να τον συμβουλευθούν διά τα προβλήματά των, ευρίσκοντας πολλήν παρηγορίαν εις τους λόγους του ...». Στις ασθένειες του ιατρούς του είχε τους αγίους. Ανεπαύθη τον ύπνο του δικαίου στις 24.12.1974. Όπως ωραία είπαν: «Μακαριστέ Γερο-Λάζαρε, η ζωή σου μακαρία, η προσφορά σου μεγίστη, η μνήμη σου αιωνία».

    Πήγες – Βιβλιογραφία: Χερουβείμ αρχιμ., Από το Περιβόλι της Παναγίας, Νοσταλγικές αναμνήσεις, Ωρωπός Αττικής 1981, σσ. 36-38 και 46-57. Ανώνυμου, Διονυσιάτικες Διηγήσεις, Ο Όσιος Γρηγόριος 9/1984, σσ. 45-46. Λαζάρου Διονυσιάτου μοναχού, Διονυσιάτικαι Διηγήσεις, Άγιον Όρος 1988, σσ. 5-9. Αθηναγόρου Καραμαντζάνη αρχιμ.. Όσα δεν παίρνει ο άνεμος, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 114.

    Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983 , σελ.887-890 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.


    0 0

    Εορτάζει στις 24 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Στεφθείσα πρώτον τοις πόνοις Ευγενία, Bαφήν εβάψω δευσοποιόν εκ ξίφους.Τετλαθι Ευγενίη ξίφος εικάδι αμφί...

    0 0

    Αρχιμανδρίτης Αναστάσιος Ιβηρίτης, Κρητικός, ο άνθρωπος της θυσίας.

    Ο κατά κόσμον Γεώργιος Κρητικός από την Ίμβρο, όπου γεννήθηκε το 1905, νέος ήλθε, το 1923, στην ιερά μονή Ιβήρων, όπου κείρεται μοναχός το 1924 και χειροτονείται διάκονος το 1925 και πρεσβύτερος το 1933. Αργότερα πήγε στην Αθήνα, όπου σπούδασε θεολογία, ιατρική και μουσική. Στον πόλεμο του 1940 ως στρατιωτικός ιερεύς κι έφεδρος λοχαγός μεταβαίνει στο αλβανικό μέτωπο. Κατά τις εκθέσεις ανωτέρων του αγωνίσθηκε στην πρώτη γραμμή του πυρός, ενθαρρύνοντας τους στρατιώτες. Έδωσε πνοή στους αποθαρρημένους ριψοκινδυνεύοντας τολμηρά, μη φοβούμενος τη ζωή του, κινούμενος με αυτοθυσία. Άλλος διοικητής του γράφει γι’ αυτόν: «Ιερεύς με αρτίαν ηθικήν και πνευ­ματικήν μόρφωσιν, πλήρης δε πίστεως και πατριωτικού ενθουσιασμού ευρίσκετο κατά τας δυσκολωτέρας στιγμάς πάντοτε πλησίον των στρα­τιωτών, ενισχύων αυτούς ψυχικώς και συμμεριζόμενος τους κόπους και τους κινδύνους αυτών, δειχθείς ούτως αντάξιος της στρατιωτικής και εν γένει της εθνικής αποστολής του Έλληνος κληρικού εν πολεμώ ...». Η Ελληνική Πολιτεία στις 28.8.1941 του απένειμε το μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων.

    Η μεγάλη αγάπη της αγαθής καρδιάς του τον πηγαίνει κοντά στους πονεμένους. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο ναός του, του Αγίου Ανδρέου Κάτω Πατησίων, δεν ήταν μόνο τόπος θείας λατρείας, αλλά και ιατρείο ψυχών και σωμάτων, πηγή παρακλήσεως των δυστυ­χισμένων και τροφής των πεινασμένων. Ο αρχιμανδρίτης Αναστάσιος Ιβηρίτης-Κρητικός κουβαλούσε από μακριά σακιά με τρόφιμα για τους φτωχούς, δίχως να ντρέπεται διόλου να κτυπά προς τούτο τις θύρες των πλουσίων. Γίνεται έτσι για πολλούς πατέρας και φίλος, δάσκαλος και γιατρός, τροφέας και συμπαραστάτης, εξομολόγος και αδελφός, και σώζει ανθρώπους από την ασθένεια, την πείνα και την απελπισία, προπάντων παιδιά. Τέλος της φιλόθεης και φιλάνθρωπης ζωής του το μαρτύριο. Συνελήφθη από τους άθεους πολιτοφύλακες μέσα στον αγαπημένο ναό του στις 24.12.1944, μόλις είχε τελειώσει τη θεία Λει­τουργία της παραμονής των Χριστουγέννων. Λίγο μετά βρέθηκε το λεί­ψανό του πεταμένο σ’ ένα παράμερο δρόμο σαν να ήταν σκουπίδι. Ένας ιερεύς έγραφε προς την αρχιεπισκοπή Αθηνών: «Το πτώμα του έφερε παντοίας κακώσεις και τραύματα εκ σφαγής εις τον λαιμόν». Ο Κύριος της ζωής και του θανάτου δέχθηκε τον μαρτυρικό του θάνατο τα Χριστούγεννα εκείνα υπέρ τα τίμια δώρα των μάγων της Βηθλεέμ, χρυσό, λίβανο και σμύρνα ...

    Πήγες – Βιβλιογραφία: Διονυσίου Λήμνου μητροπ., Πιστοί άχρι θανάτου, Αθήναι 1959. σσ. 23-26. Διονυσίου Γ., Μάρτυρες της Κατοχής, Αθήνα 1986, σσ. 53-55. Εκκλησίας της Ελλάδος, Μνήμες και Μαρτυρίες από το 40 και την Κατοχή, Αθήνα 20012, σ. 197.

    Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄1901-1955 , σελ.393-394, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.


    0 0

    Η Βιβλική Βηθλεέμ[1], πόλη της φυλής Ιούδα, απέχει 6 περίπου μίλια νό­τια της Ιερουσαλήμ. Στην Αγ. Γραφή αποκαλείται «Βηθλεέμ γη Ιούδα» (που ανήκει στην φυλή του Ιούδα), για να ξε­χωρίζει από την άλλη Βηθλεέμ (της Γαλιλαίας), η οποία ήταν στο βορρά στο έδαφος της Ζεβουλών[2]. Αποκαλείται, επίσης, «οίκος του Εφραθά», από τη φυλή που ζούσε σε αυτές τις θέσεις και κυριολεκτικά σημαίνει «γόνιμη».

    Η αρχαιότερη αναφορά στη Βηθλεέμ βρίσκεται στα Amarna letters (1350-1330 π.Χ.), όπου γίνεται λόγος για την πόλη του Bit Ilu που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της Ιερουσαλήμ. Είναι πιθανό ότι το αρχικό όνομα της πόλης προέρχεται από τον θεό των Χαλδαίων Lakhmo, θεό της φύσης και της γονιμότητας, του οποίου το όνομα υιο­θετήθηκε από τους Χαναανίτες και τρο­ποποιήθηκε σε Lahama. Αν αποδε­χτούμε την υπόθεση αυτή, η μετάφραση του ονόματος Beit-el-Lahama θα μπο­ρούσε να ήταν «οίκος του Lahama» και θα είχε νόημα, αφού αυτή η γη ήταν πο­λύ εύφορη και πλούσια σε νερό. Επι­πλέον, στην Π. Διαθήκη ή πόλη ονομάζε­ται Beit-Lehem, «οίκος του άρτου».

    H Βηθλεέμ παίζει σημαντικό ρόλο στην Π. Διαθήκη, στην ιστορία των Ισραηλιτών, τόσο πριν από την είσοδό τους στην Αίγυπτο και τη δουλεία, όσο και μετά την Έξοδο. Κατακτήθηκε από τους Ισραηλίτες περίπου το 1200 π.Χ. Σύμφωνα με τους γενεαλογικούς καταλόγους του Α’ Χρονικών, ο Ιούδας εγέννησε τον Φαρές [30], ο Φαρές εγέννησε τον Εσρών[4], και ο Εσρών εγέννησε τον Χάλεβ, στον οποίο ανήκαν οι κάτοικοι της Βηθλεέμ[5], ενώ ο Σαλμά ήταν «ο πατήρ Βηθλεέμ»[6].

    Σύμφωνα με το βιβλίο της Γενέσεως, η Ραχήλ, σύζυγος του Ιακώβ, «απέθανε δε Ραχήλ και ετάφη εν τη οδώ του ιπποδρόμου Εφραθά (αύτη εστί Βηθλεέμ)»[7]. Στο βιβλίο της Ρουθ αναφέρεται, ότι στην πόλη που είχε γεννηθεί ο Ελιμέλεχ[8] και κατοικούσε ο Βοόζ, έφτασαν η Ναομί και η Ρουθ[9], την οποία νυμφεύθηκε ο Βοόζ[10]. Από τη γενεαλογία του Βοόζ στη πόλη γεννήθηκε ο βασιλεύς Δαβίδ, «ο υιός εκείνου του Εφραθαίου εκ Βηθλεέμ Ιούδα, ονομαζόμενου Ιεσσαί»[11], τον οποίο εξέλεξε και έχρισε ο προφήτης Σαμουήλ, ως Κύριο και Βασιλέα.

    Στη Βηθλεέμ οι Φιλισταίοι, στους αγώνες τους εναντίον του Δαβίδ, είχαν φρουρά[12] για να την προστατεύουν και από επιθέσεις φυλών από το βορρά[13], και αργότερα ο εγγονός του Δαβίδ Ιεροβοάμ επεξέτεινε και εμπλούτησε τα τείχη της πόλεως, με σκοπό να την προστατεύσει την Ιερουσαλήμ από επιθέσεις φυλών από το νότο. Η Βηθλεέμ το 586 π.Χ. με τη βαβυλωνιακή αιχμαλωσία εγκαταλείφτηκε. Σύμφωνα με το βιβλίο του Β’ Έσδρα[14], η πόλη επανιδρύθηκε το 538 π.Χ., όταν οι Πέρσες επέτρεψαν στους Ισραηλίτες να επιστρέψουν. Από τους μετοικισθέντες αιχμαλώτους που ο Ναβουχοδονόσωρ είχε πάρει αιχμάλωτους στη Βαβυλώνα[15], επέστρεψαν «υιοί Βεθλεέμ εκατόν είκοσιτρείς»[16], ενώ κατά τον Νεεμία «Άνδρες Βηθλεέμ και Νετωφά, εκατόν ογδοήκοντα οκτώ»[17]. Αργότερα η πόλη και η περιοχή πέρασε από τον έλεγχο των Πτολεμαίων της Αιγύπτου (323-200 π .Χ.) στη δυναστεία των Σελευκιδών (ως το 167 π.Χ.) και των Ασμοναίων και από το 63 π.Χ. των Ρωμαίων[18]. Ο Τερτυλιανός (τέλη 1ου μ.Χ. αι.) μαρτυρεί ότι στις ημέρες του κανείς Εβραίος δεν κατοικούσε στη Βηθλεέμ. Ο Μ. Κωνσταντίνος έκτισε τον Ναό της Γεννήσεως, που καταστράφηκε το 529 και ξανακτίστηκε από τον Ιουστινιανό. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές άρχισαν το 1934 από τον W. Harvey και μεταξύ άλλων αποκαλύφθηκαν τα υπέροχα μωσαϊκά δάπεδα της Βασιλικής της Γεννήσεως, τα οποία έχουν τεχνικές ομοιότητες με αυτά του Παλατιού της Κωνσταντινουπόλεως.

    Ο προφήτης Μιχαίας, προφήτευσε τη Γέννηση του Χριστού στη Βηθλεέμ: «και συ, Βηθλεέμ, οίκος του Εφραθά, ολιγοστός ει του είναι εν χιλιάσιν Ιούδα- εκ σου μοι εξελεύσεται του είναι εις άρχοντα εν τω Ισραήλ, και αι έξοδοι αυτού απ’ αρχής εξ ημερών αιώνος»[19]. Το χωρίο αυτό χρησιμοποιεί και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος[20]. Όταν άρχισε η απογραφή «Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας εκ πόλεως Ναζαρέτ εις την Ιουδαίαν εις πόλιν Δαυίδ ήτις καλείται Βηθλεέμ, δια το είναι αυτόν εξ οίκου και πατριάς Δαυίδ, απογράψασθαι συν Μαριάμ τη εμνηστευμένη αυτώ γυναικί, ούση εγκύω»[21]. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μαρτυρεί και αυτός τη Γέννηση του Σωτήρος στη Βηθλεέμ «ουχί η γραφή είπεν ότι εκ του σπέρματος Δαυίδ και από Βηθλεέμ της κώμης, όπου εν Δαυίδ, ο Χριστός έρχεται;»[22]. Ο Ιησούς Χριστός, ο «άρτος της ζωής»[23] γεννήθηκε στην Βηθλεέμ (= στον οίκo του άρτου) στους χρόνους της Βασιλείας του Ηρώδη. Το «ύδωρ της ζωής» θα ξεδιψάσει τον λαό και τον προφητάνακτα Δαβίδ, ο οποίος «επεθύμησε και είπε’ τίς ποτιεί με ύδωρ εκ του λάκκου του εν Βηθλεέμ του εν τη πύλη;»[24]. Ο Χριστός μας διαβεβαιώνει ότι «ος δ’ αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήσει εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ, γενήσεται εν αύτω πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» [25].

    Υποσημειώσεις

    1. Σχετικά με τη πόλη βλέπε ΑVI-ΥΟΝΑΗ and V. TZAFERI, «Bethlehem» στο NEAEHL 1, 203-10, GUERIN V., «Description géographique, historique et archéologique de la Palestine», Judée 1 (Paris 1868), 120-206, Lewin Α., «The Archaeology of Ancient Judea and Palestine», USA 2005, 138-143 καί Petrozzi M., «Bethlehem», Jerysalem 1971.

    2. Ιησού Ναυή 19,15-16.

    3. A’ Xρov. 2,4.

    4. A’ Xρov. 2.5.

    5. Α’ Χρον. 2,9.

    6. Α’ Χρον. 2,51.

    7. Γεν. 35,19 και 48,7.

    8. Ρουθ 1,1-2.

    9. Ρουθ 1,19.

    10. Ρουθ 4,13.

    11. Α’ Σαμουήλ 17,12 και 17,58 και Ρουθ 4,22.

    12. Α’ Χρον. 11,16.

    13. 2 Σαμουήλ 23,14.

    14. Β’ Έσδρας 93-9.

    15. Β΄ Έσδρας 2,1.

    16. Β’ Έσδρας 2,21.

    17. Νεεμία 7,26.

    18. HEENA P., στο International Dictionary of Historical Places, Vol. 4, U.S.A. 1996, 133.

    19. Μιχ. 5,1-2.

    20. Ματθ. 2.6.

    21. Λουκ. 2,4-5.

    22. Ιωάν. 7,42.

    23. Ιωάν. 6,48.

    24. Β’ Σαμουήλ 23,15.

    25. Ιωάν. 4,14.


    0 0

    Με την πάροδο του χρόνου γίνεται έκδηλο, πως οι σχέσεις του καπιταλισμού με την οικολογία βρίσκονται σε μια ατέρμονη σύγκρουση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως ο καπιταλισμός είναι ένα οικονομικό σύστημα παραγωγής και ανταλλαγής, το οποίο χαρακτηρίζεται από την οικονομία της ελεύθερης επιχείρησης. Στα πλαίσια αυτού του συστήματος, το κεφαλαίο υπερεκμεταλεύεται τους εργάτες και τους φυσικούς πόρους, με σκοπό την επίτευξη ολοένα μεγαλυτέρου ποσοστού κέρδους με κάθε κόστος[44].

    Αρκετοί οικολόγοι θεωρούσαν τον καπιταλισμό υπεύθυνο για την οικολογική κρίση, η οποία ταλαιπωρεί τον πλανήτη μας. Η βιολόγος Ρακέλ Κάρσον κάνει αναφορά στα βιβλία της, πως η αιτία των οικολογικών προβλημάτων είναι η υποβάθμιση που δέχεται η φύση από τον άνθρωπο, θεωρώντας την απλά ως εμπόρευμα και αποθήκη φυσικών πόρων[45].

    Τα σημαντικότερα όμως προβλήματα στις σχέσεις του καπιταλισμού με την οικολογία αντικατοπτρίζονται μέσω της υπερθέρμανσης του πλανήτη, της καταστροφής του στρώματος του όζοντος, του αφανισμό των τροπικών δασών, των αλιευτικών καταχρήσεων, της δραματικά αυξανόμενης τοξικότητας του περιβάλλοντος και της τροφής μας και τέλος μέσω της ραγδαίας αύξησης του πληθυσμού. Αυτές είναι ορισμένες από τις ποικιλόμορφες και πολυδιάστατες συνέπειες αυτής της σχέσης. Αυτές οι συνέπιες έχουν ως άμεσο αντίκτυπο στον άνθρωπο σοβαρά προβλήματα υγείας όπως, αναπνευστικά, πιθανότητα εκδήλωσης καρκίνου και την αύξηση του ποσοστού άγχους.

    Αναλυτικότερα την περίοδο 1830 έως και το 1870 η εξάντληση του εδάφους λόγω έλλειψης θρεπτικών συστατικών από την συνεχόμενη χρήση ήταν η σημαντικότερη οικολογική ανησυχία των καπιταλιστικών κοινωνιών. Για την καταπολέμηση αυτού του προβλήματος, η λύση ήταν η χρήση περισσότερων χημικών λιπασμάτων τα οποία αρχικά βοήθησαν στην μείωση του, αλλά στην συνέχεια προκάλεσαν σοβαρές περιβαλλοντικές καταστροφές, αφού για την παραγωγή των αζωτούχων λιπασμάτων απαιτείται η χρήση μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και για την ενεργοποίηση τους χρειάζεται η διαλύσει τους στο έδαφος, με αποτέλεσμα να ρυπαίνουν τα υπόγεια ύδατα και το υπέδαφος[46].

    Αρκετοί οικολόγοι θεωρούν πως οι περιβαλλοντικές καταστροφές οι οποίες έχουν γίνει στον πλανήτη μας είναι μη αναστρέψιμες, αφήνοντας όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο πως με την προϋπόθεση μιας ριζικής αλλαγής στην καπιταλιστική ιδεολογία ίσως η κατάσταση ξεκινήσει σταδιακά να βελτιώνεται, γεγονός το οποίο είναι αρκετά δύσκολο να υλοποιηθεί.

    Μέσα σε όλη αυτή την οικολογική αναστάτωση που επικρατεί, οι καπιταλιστικές κοινωνίες προσπαθούν να προωθήσουν για λύση στα περιβαλλοντικά προβλήματα την αλλαγή στάσης της τεχνολογίας προς μια πιο φιλοπεριβαλλοντική κατεύθυνση[47]. Αρχικά, πιστεύουν πως θα πρέπει να μειωθούν οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται για την παράγωγη αγαθών. Δεύτερον, πως πρέπει να γίνεται έλεγχος των εκπομπών καπνού και διοξειδίου του άνθρακα που παράγονται από τα εργοστάσια και τρίτον να βρεθεί τρόπος ώστε να γίνεται χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για την ικανοποίηση των βασικών ανθρωπίνων αναγκών.

    Εν κατακλείδι το χάσμα ανάμεσα στον καπιταλισμό και την οικολογία φαντάζει αγεφύρωτο και δύσκολα θα βρεθεί μια λύση για την αρμονική και ισορροπημένη συνύπαρξη τους.

     

    Παραπομπές:

    Εγκυκλοπαίδεια «ΔΟΜΗ», Τόμος 13, εκδ. Δομή Α.Ε, σελ 302 έως 304.

    Τζον Μπέλαμι Φόστερ, Οικολογία και καπιταλισμός, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2005, σελ. 49.

    Τζον Μπέλαμι Φόστερ, Ό.π, σελ. 338.

    Τζον Μπέλαμι Φόστερ, Ό.π, σελ 189.


    0 0

    Εορτή των Χριστουγέννων σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, Γορτύνιοι και Μεγαλοπολίτες. Εορτάζουμε το δόγμα της πίστης μας ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, πραγματικά άνθρωπος με σάρκα με κόκκαλα με αίμα και καρδιά. Άνθρωπος κατά πάντα όμοιος με μας, εκτός βέβαια από την αμαρτία. Η εορτή αυτή είναι πολύ μεγάλη, είναι μητέρα των εορτών, γιατί απ᾽ αυτήν προήλθαν οι άλλες εορτές, η βάπτιση, η σταύρωση, η ανάσταση και η ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γι᾽ αυτό και την είπαν μητέρα, «μητρόπολη» των εορτών.

    Με την εορτή αυτή βλέπουμε τον Υιό του Θεού, που πρώτα στον ουρανό είχε μόνο θεία φύση, τώρα με την σάρκωσή Του να έχει και ανθρώπινη φύση. Είναι και Θεός και άνθρωπος. Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. «Θεάνθρωπος» με μία λέξη. Ώστε λοιπόν με τα Χριστούγεννα έχουμε ενωμένες τις δύο φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη. Αυτός ακριβώς, χριστιανοί μου, είναι ο σκοπός της σάρκωσης του Ιησού Χριστού, το να ενωθεί η φύση μας με την θεία φύση. «Θέωση» το λέμε αυτό. Αυτός ήταν από την αρχή ο σκοπός για τον οποίο ο Θεός έκανε τον άνθρωπο: Το να θεωθεί.

    Αλλά θα ρωτήσετε: Είναι δυνατόν η φύση μας να ενωθεί με την θεία φύση; Και βεβαίως είναι δυνατόν, γιατί με τα Χριστούγεννα βλέπουμε πραγματικά την θεία φύση ενωμένη με την ανθρώπινη φύση. Και στο ερώτημα, γιατί σαρκώθηκε ο Υιός του Θεού, απαντούμε ότι σαρκώθηκε για να δείξει στον άνθρωπο τον δρόμο προς την θέωση. Ώστε, και αν δεν αμάρταναν οι πρωτόπλαστοι, θα σαρκωνόταν ο Υιός του Θεού, για να δηλώσει στον άνθρωπο την δυνατότητα της θέωσής του και τον τρόπο πως πετυχαίνεται αυτή.

    3. Πολύ μεγάλο το γεγονός που εορτάζουμε με τα Χριστούγεννα, αδελφοί μου χριστιανοί. Μεγάλο και φοβερό! Γι᾽ αυτό, για να μη «τρομάξει» η ανθρωπότητα από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο Θεός έγινε άνθρωπος, προλαμβάνει η Παλαιά Διαθήκη και παρουσιάζει Θεό άνθρωπο, άνθρωπο με σώμα. Ναί! Σας αναφέρω ένα μόνο λόγο του Ιώβ. Ο Ιώβ, μιλώντας κάπου για τον Θεό, λέγει: «Ποιος θα μου δώσει την σάρκα Του να του την φάω;». Τι λες άνθρωπε; Έχει σάρκα ο Θεός; Ο Θεός είναι πνεύμα. Αλλά φωτίστηκε, αδελφοί μου, από τον Θεό ο Ιώβ και είδε μελλοντικά τον Θεό σαρκούμενο και τον άκουσε να λέγει: «Λάβετε φάγετε τούτό μου εστί το Σώμά μου». Ο Ιώβ λοιπόν, στην Παλαιά Διαθήκη ακόμη, θέλει να «κοινωνήσει» και λέγει: «Ποιος θα μου δώσει την σάρκα Του να του την φάω;». «Τις αν δώη των σαρκών αυτού εμπλησθήναι;», λέγει το κείμενο (Ιώβ 31,31). Και στην Παλαιά Διαθήκη ακόμη παρουσιάζεται Θεός με σάρκα. Και κατά την εικόνα αυτού του Θεού, χριστιανοί μου, είμαστε πλασμένοι κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν. Γιατί, κάνω ένα ερώτημα: Πως ο άνθρωπος είναι εικόνα Θεού, αφού ο άνθρωπος έχει σώμα, ο δε Θεός δεν έχει σώμα; Και μην μου πείτε ότι το κατ᾽ εικόνα Θεού είναι στην ψυχή μόνο του ανθρώπου και όχι στο σώμα. Όχι! Όπως μας λέγουν οι άγιοι πατέρες, είναι και στο σώμα! Στην προπεπτωκυία βέβαια κατάστασή του. Το κατ᾽ εικόνα Θεού είναι στον όλο άνθρωπο, όπως βγήκε από τα χέρια του δημιουργού του. Για να πούμε λοιπόν ακριβώς ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ᾽ εικόνα Θεού, πρέπει να βρούμε Θεό με σώμα! Και αυτός ο Θεός, κατ᾽ εικόνα του Οποίου είμαστε πλασμένοι, Θεός με σώμα, είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Έτσι αυτό που λέμε, ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατά την εικόνα του Θεού, είναι καλύτερα να το λέμε, όπως μας λέγουν οι άγιοι Πατέρες μας, ότι είναι πλασμένος κατά την εικόνα του Ιησού Χριστού. Γι᾽ αυτό και λέγει η Παλαιά Διαθήκη: «Εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ᾽ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν». Προσοχή! Στο χωρίο αυτό αναφέρονται δύο πρόσωπα Θεού. Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο κατά την εικόνα του Θεού. Και ερωτούμε: Κατά την εικόνα ποίου Θεού, ο Θεός έκανε τον άνθρωπο; Η απάντηση είναι: Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο κατά την εικόνα του Υιού Του, που επρόκειτο να ενανθρωπήσει!

    Ας τιμήσωμε, αγαπητοί μου, την υψηλή μας αξία για την οποία είμαστε πλασμένοι και ας δοξάσουμε τον ευλογημένο μας Κύριο Ιησού Χριστό, που σαρκώθηκε για την δική μας δόξα.


    0 0

    Τα Καλαντόφωτα, το Δωδεκαήμερο από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα ήταν για τους Έλληνες του Πόντου μια περίοδος με πληθώρα μαγικών στοιχείων και προχριστιανικών επιβιώσεων. Είναι ημέρες που ξεφεύγουν από τον καθημερινό χρόνο και την κανονικότητα της ζωής και περνούν στον «ιερό» χρόνο. Μεταξύ των λαϊκών ανθρώπων υπάρχει ένα άτυπο, συμβόλαιο, άγραφοι νόμοι δηλαδή που προστάζουν πώς πρέπει να δρούμε τις συγκεκριμένες μέρες για να αποφύγουμε τα δαιμόνια και να εξασφαλίσουμε «ευετηρία» για τη νέα χρονιά.

    Τους κανόνες που θέτει το συμβόλαιο, τους ακολουθούν όλοι, ανεξαιρέτως αν πιστεύουν στην αποτελεσματικότητά τους περισσότερο ή λιγότερο. Οι «ρόλοι» είναι γνωστοί και διακριτοί. Άλλος ο ρόλος του σπιτονοικοκύρη, άλλος της γυναίκας του σπιτιού κι άλλος του παιδιού. Όλοι, συντεταγμένα, συμμετέχουν στα “έθιμα” που τους παραδόθηκαν, διαμορφώνοντας έτσι τα «ήθη» της κάθε εποχής. Ήθη και έθιμα, λοιπόν, επιβιώνουν μέσα στο χρόνο και το παρελθόν ζει μέσα από τη ζωή του παρόντος.

    Το 1940 ο μελετητής της ελληνικής λαϊκής θρησκείας Martin Nilson παρατηρεί ότι «ο Χριστιανισμός εύκολα σάρωσε τους μεγάλους Θεούς (π.χ. τη θέση του Ποσειδώνα πήρε ο Άγιος Νικόλαος) αλλά οι μικρότεροι δαίμονες της λαϊκής πίστης αντιστάθηκαν με πείσμα. Στην ποντιακή παράδοση (και όχι μόνο) αντιστάθηκαν οι Καλλικάντζαροι, τα ιδιαίτερα αυτά δαιμόνια, που εμφανίζονται μόνο τα Καλαντόφωτα. Πίστευαν ότι ο Άδης είναι «ανοιχτός» αυτές τις μέρες και ότι οι ψυχές παίρνουν διάφορες μορφές. Έτσι, λοιπόν, έπρεπε να εφευρεθούν τρόποι, ώστε να κρατήσουν μακριά από κάθε σπίτι τα δαιμόνια αυτά. Ο πιο διαδομένος και… αποτελεσματικός τρόπος, σ΄ολόκληρο τον Πόντο, ήταν το καλαντοκούρ΄. Ήταν ένα χοντρό κούτσουρο που έκαιγε στο τζάκι κάθε βράδυ, ιδιαίτερα, όμως, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Η φωτιά κρατά μακριά το δαιμόνιο και… ακόμα κι αν τολμήσει να πλησιάσει, το καίει! Έτσι εξηγούσαν τους περίεργους θορύβους στο τζάκι. Αν για κάποιο λόγο έσβηνε η φωτιά, το θεωρούσαν κακό σημάδι. Σε κάποιες περιοχές του Πόντου, «καλαντοκούρ’» ονομάζουν τη λεπτή βέργα που τοποθετούν πάνω στη βασιλόπιτα, κυρίως τα πρωτότοκα παιδιά, λέγοντας:

    «Εξέβαμε ασ΄σην κακοχρονίαν, εσέβαμε σην καλοχρονίαν,
    υ΄είαν κι ευλο΄ίαν, δώσ΄τεν τ΄άλογον κριθάρια».

    Ένα άλλο έθιμο που σχετίζεται άμεσα με την Πρωτοχρονιά είναι το Καλαντίασμαν τη πεγαδί. Τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς έπαιρναν το πρώτο νερό από τα πηγάδια και τα ποτάμια. Είναι το λεγόμενο καλαντόνερον, το οποίο έφερναν στο σπίτι. Έπιναν όλοι από λίγο και ράντιζαν μ΄αυτό το σπίτι, την αυλή, τα χωράφια και τα ζώα τους. Αμίλητος έπρεπε να πάρει κανείς το νερό, αμίλητος να το φέρει σπίτι και αμίλητος να ραντίσει όλους τους παραπάνω χώρους. Αυτό συνέβαινε κυρίως «για να μη αγνεφεί η νερομάισα τη πεγαδί». Μεταφορικά ερμηνεύεται ως εξής: το νερό, ως πολύτιμο στοιχείο της ζωής είναι ευπρόσβλητο από το «μάτι» των ανθρώπων.

    Σο καλαντίασμαν τη πεγαδί πήγαιναν κυρίως νέες κοπέλες, με διάφορα δώρα. Τοποθετώντας τα στο πηγάδι έλεγαν: «Κάλαντα καλός καιρός, πάντα και του χρόνου».


    Πίστευαν πως η ροή του νερού σταματάει για λίγο, κατά την αλλαγή του χρόνου. Αν έβλεπε κάποιος αυτό το μαγικό φαινόμενο, ό,τι ζητούσε θα το αποκτούσε μέσα στον καινούργιο χρόνο, «θα επλερούτον σα μουράτια τ΄». Παίρνοντας κανείς το νερό, δεν έπρεπε να γυρίσει πίσω. Γιατί θα έπεφταν τα άστρα του ουρανού και θα έσβηναν μέσα στο νερό. Τότε τα νερά «΄γνεφίζ΄νε». Αν γυρίσει κανείς πίσω του να δει, θα αρρωστήσει ψυχικά. Γι αυτό και δεν πήγαιναν σο καλαντίασμαν οι λεχώνες. Άλλωστε, είναι γνωστό στην ποντιακή παράδοση ότι το κάθε πηγάδι φυλάει ένα δαιμόνιο, ένας δράκος. Το νερό είναι βασικό στοιχείο ζωής. Η αλόγιστη χρήση του, δεν επιτρέπεται. Πρέπει, λοιπόν, να υπάρχει ένας ανασταλτικός παράγοντας για να αποφεύγεται η σπατάλη του.

    Οι νέες κοπέλες περίμεναν, όπως ανοίγει η βρύση, έτσι να ανοίξει και η τύχη τους. Για να εξευμενίσουν τη δύναμη και την αρνητική ενέργεια που μπορεί να προκληθεί από το νερό, προσέφεραν, κυρίως μήλα και ξηρούς καρπούς. Τα ελεύθερα παλικάρια του χωριού, παραμόνευαν και μόλις έφευγαν οι κοπέλες, έτρωγαν τα φρούτα. Αυτός που θα έτρωγε το μήλο της συγκεκριμένης κοπέλας, λέγεται ότι θα την ερωτευόταν και σύντομα θα την παντρευόταν. Η δύναμη του τόπου και του χρόνου που συνέβαινε το συγκεκριμένο περιστατικό, επενεργούσε με τρόπο μαγικό στο ζευγάρι. Η ποντιακή παράδοση επιβεβαιώνει το γεγονός:

    «Ανάθεμα π΄εκρέμιζεν το μήλον σο πεγάδιν
    Το μήλον είχεν φάρμακον και το πεγάδ΄μα΄είας
    Μα΄εύ΄ εμέν, μα΄εύ΄ κι εσέν΄, μα΄εύ΄ τοι δυ΄ς εντάμαν
    Η κόρ΄μα΄εύ΄ Ελλενικά, ρωμαίικα παλικάρια…»

    Τα Καλαντόφωτα συναντάμε και πολλά άλλα έθιμα στον Πόντο, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά, τα χριστουγεννιάτικα, πρωτοχρονιάτικα και τα κάλαντα των Φώτων, το δρώμενο των Μωμό΄ερων, τη βασιλόπιτα, τα λαβάσια και τα τριγώνια, τα κοκκία των Φώτων και άλλα. Δε θα να αναφερθώ εκτενώς σ΄αυτά γιατί όλοι τα έχετε ακούει, οι περισσότεροι συμμετείχατε σ΄αυτά σε μικρότερη ηλικία και οι λιγότεροι τα διατηρείτε ακόμη και σήμερα.

    Στέκομαι μόνο σε δύο έθιμα τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία γιατί διατηρούνται και σήμερα στον Πόντο. Στις ποντιόφωνες εστίες της Τραπεζούντας, στην Τόνυα, στη Ματσούκα, στην κοιλάδα του Όφεως ποταμού και στα χωριά των Σουρμένων, στις 13 Ιανουαρίου, παραμονή Πρωτοχρονιάς με το παλαιό, ομάδα μεταμφιεσμένων με γέρον, γραία, νύφεν, άρκον, πήγαν από σπίτι σε σπίτι ρίχνοντας ένα άδειο τσαντάϊ. Το τσαντάϊ γέμισε με αποξηραμένα φρούτα και ξηρούς καρπούς. Στο χωριό Άνωθος του Όφεως ποταμού, η ομάδα μεταμφιεσμένων φωνάζει απ΄έξω στο σπιτονοικοκύρη:

    – Καλαντάρ΄, Καλαντάρ΄ επάν΄ αρ΄ νικόν, επουκά θελ΄κόν σο σαρπί σ΄ πολλά περεκέτια!
    – Ντό θέλεις;(λέει ο σπιτονοικοκύρης) Ζαχρέν έν΄. Κριθάρ΄έν΄. Τσίρια είν΄. Κιούπ΄απίδια είν΄.Μήλα είναι. Ούβας είν΄. Λευτοκάρια είν΄. Ρούχα είν΄. Παράν έν΄… Ντό θέλεις;
    – Ας΄ούλα απ΄ολίγον!!!

    Απαντούν οι μεταμφιεμένοι. Το έθιμο το ονομάζουν σε άλλα χωριά Kalandar, ή Momoyer ή Κοντσολόσια ή Korkoncolos, δηλαδή Καλλικάντζαροι. Η ευχή «επάν΄αρνικόν , επουκά θελ΄κόν» θυμίζει και τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα της ευρύτερης περιοχής Αργυρούπολης:

    «Αε-Βασίλης έρχεται αση Λιαρί μερέαν,
    φορτούται τρανόν δίσακκον, γομάτον ευλο΄ίας,
    αν δήτε μας καλόν παχτσίσ΄, αν δήτε άσπρα παράδες,
    να γεννούνε τα χτήνια ΄σουν, ν΄εφτάν΄θελ΄κά μουσκάρια,
    να γεννούν και τα πρό΄ατα, ν΄εφτάν΄ άσπρα αρνόπα,
    να ΄ίνταν τα γενήματα, τ΄αμπάρια να γομούνταν,
    να έρχουνταν κι οι ξενιτιάρ΄με τα πολλά γορόσια».

    Ένα ακόμη έθιμο διατηρείται στη Σινώπη σήμερα, θυμίζοντας ένα αντίστοιχο που συνέβαινε στα παράλια του Πόντου, πριν τον ξεριζωμο. Κορίτσια και γυναίκες τότε κατέβαιναν στη Μαύρη Θάλασσα μ΄ένα σκεύος γεμάτο κορκότα. Τα έριχναν στη θάλασσα και γέμιζαν το σκεύος με νερό και βότσαλα. Ράντιζαν όλο το σπίτι και ένα βότσαλο το τοποθετούσαν στο σκεύος που έκαναν ζύμη για… να υπάρχει αφθονία στα οικιακά εφόδια (όσα και τα βότσαλα της θάλασσας δηλαδή).


    Στους δρόμους της Σινώπης τώρα, την προηγούμενη εβδομάδα οι κάτοικοι κατασκεύασαν ξύλινα καράβια, όπου τοποθέτησαν βότσαλα από τη Μαύρη Θάλασσα. Γύρισαν σε όλες τις γειτονιές της πόλης και οι κάτοικοι έριξαν μέσα στα καράβια φρούτα και ξηρούς καρπούς, φωνάζοντας : Χελέσσα, γιαλέσσα, έγιαμόλα, έγιαλέσσα.

    Επανέρχομαι στο Δωδεκαήμερο στον Πόντο και στα Φώτα, όπότε και ανοίγουν οι ουρανοί, τα ζώα μιλούν στο μαντρί και με τον καθαγιασμό των υδάτων εξαφανίζονται, κατά τη λαϊκή δοξασία όλα τα δαιμόνια και επιτυγχάνεται η έννοια του καθαρμού. Αντί κάποιου εθίμου για τα Φώτα, σας διαβάζω από τη Γη του Πόντου του Δημητρίου Ψαθά ένα απόσπασμα που περιγράφει τον εορτασμό των Θεοφανείων στην Τραπεζούντα, μία από τις τελευταίες χρονιές πριν τον ξεριζωμό:

    Ασταμάτητα έπεφτε το χιόνι. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Τα παλληκάρια ωστόσο, που θ΄αγωνιζόντουσαν, δεν έδειχναν να σκωτίζονται. Νέοι, γεροδεμένοι, βρισκόντουσαν από νωρίς στην παραλία. Κάθε ενορία είχε επιλέξει έναν. Άλλος από τον Αη Γρηγόρη, άλλος από την Αγιά Μαρίνα, τα Εξώτειχα, τον Άγιο Βασίλειο, τον Πόζτεπε και αλλού….. Αλλά νάτη κιόλας κατεβαίνει η πομπή με το Μητροπολίτη Χρύσανθο ντυμένον στα ολόχρυσα, με τους παππάδες, τους ψαλτάδες, τα εξαπτέρυγα….. Το χιόνι γίνεται όλο και πιο πυκνό κι ο αέρας όλο και πιο μανιασμένος. Αργά-αργά προχωρεί η πομπή με ψαλμωδίες και φτάνει μέχρι την παραλία που ανεμοδέρνεται και θαλασσοχτυπιέται με βρόντους που αντιλαλούν σαν κανονιές στο Γκιουζέλ-Σαράι…

    Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε…

    Με το σήκωμα του Σταυρού όλοι οι αγωνιστές πετάνε απ΄τους ώμους τα παλτά τους και χυμούν μέσα στα ολόρθα κύματα της Μαύρης Θάλασσας…. Που να βρεθεί ο Σταυρός μέσα σε τούτο κακό; ….Ποιά ενορία νίκησε; Ο Αη Γρηγόρης; ο Αη Βασίλης; η Αγιά Μαρίνα; ο Πόζ τεπες; Ο νικητής αναψοκοκκινισμένος απ΄την προσπάθεια σκαρφαλώνει στη μικρή χερσόνησο και δίνει το Σταυρό στο Δεσπότη…. Και του χρόνου! Θεέ μου! Πότε τάχα θα μεγαλώσω κι εγώ να πιάσω το Σταυρό;


    Η ευχή «πάντα και του χρόνου» που δίνουμε κάθε Πρωτοχρονιά, είναι ένα είδος υπόσχεσης. Η φράση «και του χρόνου», υπάρχει μόνο στην ελληνική γλώσσα. Λέμε πρώτα το «πάντα», αλλά αυτό είναι αρκετά αόριστο. Δίνουμε, λοιπόν, την υπόσχεση ότι και του χρόνου θα συνεχίσουμε την ίδια παράδοση, ακολουθώντας έτσι μια αλυσιδωτή, σταδιακή αλληλουχία.

    Κλείνοντας, θα ήθελα να θέσω κάποια ερωτήματα στα οποία ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία, ανάλογα με τα βιώματα και τα πιστεύω του. Γιατί διατηρούμε αυτά τα έθιμα; Γιατί κόβουμε βασιλόπιτα; Γιατί λέμε τα κάλαντα; Μήπως πιστεύουμε ακόμη σε δαιμόνια; Οι πρόγονοι μας στον Πόντο ήταν απλοϊκοί; Ήταν αφελείς; Η παράδοση είναι γραφική;

    Τα έθιμα που δεν έχουν ποια χρηστική αξία έχουν στην πράξη καταργηθεί. Τα έθιμα που διατηρούμε και σήμερα έχουν κάποιο λόγο ύπαρξης. Τα διατηρούμε ίσως για την αισιοδοξία που εμπνέει η ανάμνηση. Ίσως για τη γοητεία της αναπαράστασης. Κάποιοι γιατί πιστεύουν στην ευετηρία που προκαλούν τα έθιμα. Άλλοι γιατί είναι νοσταλγοί του παρελθόντος. Οι περισσότεροι, για να μη χαθεί η παράδοσή μας. Η αγωνία για τη διάσωση της παράδοσης, καθιστά την Παράδοση μια έννοια πιο δυνατή, ακόμη και από την πατρίδα. Μπορεί να μη ζούμε πια στον Πόντο, αλλά η Παράδοση έχει αναλάβει το βάρος, για ΄μας τους Πόντιους να υποκαθιστά ακόμη και την ιστορική μας πατρίδα, τον Πόντο.

    Έχουμε συμβολοποιήσει την έννοια της πατρίδας, μέσα από την ποντιακή παράδοση. Έτσι, η έννοια της πατρίδας υπάρχει στο χρόνο και όχι μόνο σε ένα συγκεκριμένο τόπο. Η επιβίωση, η αναβίωση και η αναπαράσταση αυτών των εθίμων, λειτουργούν και «θεραπευτικά» στο τραύμα του ξεριζωμού.

    Σήμερα, εν έτει 2018, η Παράδοση είναι μια μορφή αντίστασης.


    0 0

    Ένα μέσο που μπορεί κάποιος να προσεγγίσει τα νοήματα των μεγάλων εορτών είναι διά των ιερών τεχνών και ειδικότερα της αγιογραφίας. Έτσι, θα προσπαθήσουμε με συντομία να ερμηνεύσουμε της εικόνα των Χριστουγέννων. Θα γίνει μέσα από την προσπάθεια αυτή να φανεί πως είναι δυνατόν μέσα σε μία εικόνα να κρύβεται όλη η θεολογία της μεγάλης αυτής Δεσποτικής εορτής. Στην προσπάθειά μας αυτή, θα μας βοηθήσει κυρίως ένα πολύτιμο πόνημα, το έργο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου, με τίτλο «Διαβάζοντας την εικόνα των Χριστουγέννων».

    Το πρώτο που βλέπουμε στην εικόνα είναι το σπήλαιο. Ετούτο έχει μαύρο χρώμα, ενώ το πρόσωπο του Χριστού ανοικτό και λαμπερό. Εδώ ο αγιογράφος κάνει συμβολικά μία αντίθεση, ανάμεσα στο σκότος της κοινωνίας της εποχής όπου έρχεται ο Χριστός -μιάς κοινωνίας ειδωλολατρείας και παρακμής- και στο φως, την ελπίδα που έρχεται Αυτός να δώσει.Το τοπίο όπου διαδραματίζεται το θαυμαστό αυτό γεγονός είναι λιτό. Στο κέντρο της εικόνος υψώνεται ένα βουνό, βραχώδες και συνήθως τριγωνικό, με τη βάση του τριγώνου στη γη και τις δύο άλλες συγκλίνουσες πλευρές προς τον ουρανό, ως σε άλλη Ιερουσαλήμ. Το σκοτεινόχρωμο σπήλαιο στο εσωτερικό του βουνού αυτού, όπου διαδραματίζεται το κοσμοσωτήριο γεγονός της ενανθρώπισης του Θεού, δεν προέρχεται από τα Ευαγγέλια αλλά από την παράδοση που υιοθέτησε ο ορθόδοξος πατερικός στοχασμός και καθιέρωσε η υμνολογία της εκκλησίας. Είναι αυτό το μαύρο της εσχάτης απογνώσεως του προχριστιανικού κόσμου, το οποίο όμως έρχεται τώρα να φωτισθεί από το φως του Χριστού, αφού «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει, είδε φως μέγα». Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, συγκρίνει τη Γέννηση μέσα στο σπήλαιο, με το πνευματικό φως που άναψε μέσα στα σκοτάδια του θανάτου, που περιέβαλαν το ανθρώπινο γένος. Επιπλέον, το σπήλαιο συνδέεται και με τον Άδη που θα φωτίσει ο «Ήλιος της δικαιοσύνης».

    Επίσης, μέσα στο σπήλαιο παρατηρούμε τη φάτνη, με το θείο βρέφος σπαργανωμένο, και ποτέ γυμνό, όπως στα αναγεννησιακά έργα της Δύσης. Το πρόσωπο του Θείου βρέφους έχει τη φωτεινή αγνότητα και καθαρότητα ενός κοινού παιδιού, αλλά συγχρόνως διακρίνουμε και την ενηλικιωμένη σοφία του Θεανθρώπου, η οποία με ιδιαίτερα λεπτό τρόπο απεικονίζεται στη βυζαντινή τεχνοτροπία.

    Που είναι όμως τοποθετημένο το παιδί αυτό; Μα μέσα σε ένα φέρετρο! Είναι ένα σχήμα οξύμωρο· μαζί με την χαρά της Γέννησης, αποδίδεται και η πορεία αυτού του παιδιού, το οποίο γεννήθηκε για να θυσιαστεί, να πεθάνει για όλους. Και βλέπουμε πως είναι σπαργανωμένο, όπως συνήθιζαν για τους νεκρούς την εποχή εκείνη. Στα σπάργανα παρατηρούμε κάποιες ριγωτές ταινίες, ίδιες με τα σπάργανα του σαβανωμένου Χριστού. Δηλαδή αυτό το παιδί σπαργανώθηκε με σάβανο, δηλώνοντας την ιδιαιτερότητά της αποστολής του.

    Ας πάμε να δούμε τώρα το πρόσωπο της Παναγίας, το οποίο είναι το μεγαλύτερο σε μέγεθος από όλα τα άλλα που απεικονίζονται. Η Παναγία δεν είναι σε στάση γυναίκας που γέννησε. Απεικονίζεται σχεδόν καθιστή, για να δηλώσει ότι η γέννηση έγινε ανωδίνως, χωρίς πόνους, παρθενικά. Κεντρικό πρόσωπο λοιπόν η Παναγία, σε Αυτήν τα οφείλουμε όλα, εκείνη έφερε το Πρόσωπο του Χριστού στον κόσμο. Η Θεοτόκος! Και είναι όντως φοβερότατο και παράδοξο το μυστήριο, πως αυτή η κοιλιά χώρεσε μέσα της Εκείνον που δεν τον χωρά ο κόσμος ολάκερος! Και θα μπορούσαμε να πούμε, ότι πρώτη αγιογράφος στάθηκε η Κυρία Θεοτόκος, όπως ψάλλουμε σχετικά την Κυριακή της Ορθοδοξίας: «ο απερίγραπτος Λόγος του Πατρός, εκ σου, Θεοτόκε, περιεγράφη σαρκούμενος». Η θέση της Παναγίας είναι εξέχουσα στην εικόνα, θέλοντας να τονίσει τον καταλυτικό της ρόλο στο έργο της σωτηρίας. Άλλωστε κατά τον Άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη, η Παναγία κατέχει «τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος».

    Κάτι άλλο που μπορούμε να παρατηρήσουμε στην εικόνα, είναι δύο ζώα, ο βούς και ο όνος. Αυτά τα δύο είναι μια καυστική υπόμνηση για τους Εβραίους· όπως είπε ο προφήτης: «Έγνω βούς το κτισάμενον, και όνος την φάτνη του Κυρίου αυτού, Ισραήλ δε ουκ έγνω». Δηλαδή τα ζώα κατάλαβαν ποιος είναι ο Μεσσίας, και οι Ιουδαίοι περιμένουν ακόμη τον ερχομό Του. Με τον τρόπο αυτό στηλιτεύεται λοιπόν η αποστασία του εκλεκτού λαού, και δίδεται παράδειγμα προς αποφυγήν σε εμάς, ωστέ να μην Τον αρνηθούμε, αλλά να τον αναγνωρίσουμε ως αληθινό Χριστό και Μεσσία.

    Ο Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ φαίνεται σκεπτικός, ενώ κάποιος του μιλά. Αυτός είναι ο Διάβολος, ο οποίος τον έχει γεμίσει αμφιβολίες σχετικώς με το παρθενικόν της Γεννήσεως. Όπως διαβάζουμε και στον Ακάθιστό Ύμνο: «Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφοβόλων, ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη· και την άγαμόν σε θεωρών και κλεψίγαμον υπονοών, Άμεμπτε». Ο Διάβολος κρατά ένα ροζιασμένο ραβδί, το οποίο δείχνει στον Ιωσήφ, λέγοντάς του ειρωνικά, ότι, όπως εκείνο το κούτσουρο ήταν αδύνατο να βγάλει φύλλα, έτσι ήταν αδύνατο και μία παρθένος να γεννήσει. Στο πρόσωπο του Ιωσήφ, γράφει ο Ευδοκίμωφ, η εικόνα αφηγείται ένα παγκόσμιο δράμα, που αναπαράγεται διά μέσου όλων των αιώνων. Όντως, το μυστήριο του Ευαγγελίου απευθύνεται στην Πίστη του ανθρώπου. Χρειάζεται πίστη στην παρθενία της Παναγίας. Αλλά αυτό συναντά το εμπόδιο της αμφιβολίας, από τότε έως και σήμερα. Ο Ιωσήφ γίνεται το σύμβολο μιάς πάλης, ανάμεσα στη λογική και την εμπειρία, την πίστη· μια πίστη η οποία νικά τους όρους της φύσης. Τελικά όμως, ο Ιωσήφ διώχνει κάθε αμφιβολία, και γίνεται αυτός που θα υπηρετήσει με μεγάλη προσοχή και ευλάβεια το Μυστήριο της Σαρκώσεως.

    Στα αριστερά της εικόνας υπάρχει ένα λουτρό. Πρόκειται για το λουτρό του θείου βρέφους από τις γυναίκες. Αυτό, εικονογραφικώς, ανάγεται στις αρχές του 8ου αιώνα, και προέρχεται από την απόκρυφη χριστιανική γραμματεία. Συμβολίζει, δε, τη Θεική συγκατάβαση για την τήρηση του νόμου· δηλαδή ότι ο Χριστός δεν είναι μόνο Θεός τέλειος, μα και άνθρωπος τέλειος. Βέβαια, κάπου χίλια χρόνια μετά (18ος αιώνας), η αναπαράσταση αυτή θεωρήθηκε μειωτική της Θεότητας, ότι δεν ταιριάζει δηλαδή αυτό για το Χριστό, αφού δεν υπήρχε αναγκη πλύσης του βρέφους. Μολαταύτα, κάποιοι εξακολουθούν να απεικονίζουν παραδοσιακά τη σκηνή αυτή της φροντίδας του μικρού Ιησού.

    Στην εικόνα βλέπουμε επίσης τους Αγγέλους, τους ποιμένες, τους Μάγους που έρχονται με τα δώρα, και το αστέρι που στέκεται ψηλά και το φως του φτάνει έως και το πρόσωπο του Χριστού. Οι Άγγελοι εμφανίζονται να σκύβουν, σε στάση προσκύνησης προς το Θείο βρέφος, και όλοι στρέφονται προς το πρόσωπο του Χριστού, που αποτελεί το κέντρο της εικόνας. Ακόμη, οι Άγγελοι δίδουν την πληροφορία της Γεννήσεως στους βοσκούς, οι οποίοι και πηγαίνουν να προσκυνήσουν πρώτοι, ως αγνοί και ταπεινοί τη καρδία. Οι βοσκοί είναι «αγραυλούντες», προσέχοντας τα ποίμνιά τους μέσα στη νύχτα και παίζοντας με τους αυλούς, ενώ οι Άγγελοι, μελωδικώ τω τρόπω, υμνούν το Θεό με το γνωστό «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Όμως, καλεσμένοι στο λαμπρό γεγονός είναι και οι μάγοι, αυτοί που έχουν την κοσμική μόρφωση και σοφία, οι αστρονόμοι της εποχής, γιατί κανείς δεν αποκλείεται από αυτό το προσκλητήριο της χαράς. Οι μάγοι φορούν στολές και κομίζουν δώρα, φθάνουν, δε, υπό την καθοδήγηση του λαμπρού αστέρα· αστέρα που, σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, ήσαν Άγγελος φωτεινός, ο οποίος είχε λάβει την εντολή να τους οδηγήσει έπειτα από μακρού δρόμου -ίσως δρόμου μηνών- στον τόπο της Γεννήσεως.

    Αξίζει να αναφερθεί ότι με την ταυτόχρονη απεικόνιση μέσα στην ίδια σύνθεση, γεγονότων που διαφέρουν χρονικά μεταξύ τους, δίδεται μια άλλη αίσθηση του χρόνου, που είναι αποτέλεσμα της ενόρασης των Χριστουγέννων ως γεγονότος, και πέρα από την ιστορία. Βλέπουμε ταυτόχρονα την Παναγία και το Χριστό στη φάτνη την ώρα της γεννήσεως, τις αμφιβολίες του Ιωσήφ, την πλύση του βρέφους, τους μάγους που έρχονται, τους Αγγέλους που βρίσκονται εκεί, τους βοσκούς που μαθαίνουν· ουσιαστικά ο χρόνος χάνεται, γιατί το γεγονός αυτό αφορά σε κάθε άνθρωπο και σε κάθε έποχή. Υπογραμμίζεται, έτσι, με απαράμιλλη ομορφιά, η υπέρβαση του τρισδιάστατου φυσικού χώρου και χρόνου και η αναγωγή του σε ένα συνεχές «εδώ» και ένα διαρκές δοξολογικό «τώρα».

    Οι ιερές τέχνες, και ειδικά αυτή της αγιογραφίας βοηθούν τον κάθε πιστό στην βίωση των εορτών. Πολλά μας προσφέρει η Εκκλησία ώστε τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνεια και όλες οι άλλες εορτές να γίνονται πραγματικά αιτία για την προσέγγιση του Θεού από τον άνθρωπο.


    0 0

    The Sunday before Christmas is full of names. Both in the Epistle, but particularly in the Gospel reading, there are long lists presented of people who preceded the Lord Jesus, and who, despite the variety in their ways of life, are all characterized by the common denominator of the anticipation of the Saviour, Redeemer and Benefactor of humankind. And this expectation, which of all of them shared, had common ground on which it grew: faith.

    This is why today’s Epistle reading begins with the words ‘By faith’, proclaiming that which should dominate our progress towards Christmas. This is because you can’t meet Christ, can’t celebrate Christmas, without faith. At every feast of the Church, the war is cunningly fought, with subtle stratagems on the part of the devil, but this is particularly so at Christmas, when thousands of other things occupy centre stage, rather than the feast and its spiritual content. So the dominant themes are the commercialism of the season, the consumerism, the deliberate fostering of sentimentality or whatever else makes us ‘have a nice time over the holidays’, without reference to the dawning Sun of Righteousness and the world-saving dimension of His coming.

    Abraham’s faith
    Why does the Epistle reading begin with a reference to Abraham’s faith? So as to show not so much the content of that faith- what he believed- but the quality of his faith- how he believed. And Abraham, through the way he believed, represents a unique example for our times. How did he believe? In a self-sacrificial way, whole-heartedly and totally. Proof of this is his way of life. In an age when the extended family played a leading role in the safety and survival of the individual, Abraham, in obedience to God, left the confines of his homeland and the security of his kin, not knowing where God would lead him. It was enough for him that God was his guide.

    And even when God brought him to the ‘promised land’, he still lived there as an outsider, as if the land were foreign to him and unsafe, despite God’s promise. That he felt that this land was foreign to him is demonstrated not only by the fact that he lived in tents there, but also by his actions on the death of his wife, Sarah, as recorded in the Book of Genesis. Addressing the sons of Heth, he says: ‘I am a sojourner and a stranger among you, give me therefore possession of a burying-place among you, and I will bury my dead. (Gen. 23, 4). He who had been told he would receive ‘the promised land’, didn’t even own six feet there where he could bury his dead wife.

    ‘He was looking forward…’
    Why did Abraham behave and feel like this? Because he was aware that the ‘promised land’ wasn’t defined by time and place. Abraham understood the ‘promised land’ as being the place from which we’d been exiled because of Adam’s foolishness. This is why Saint Paul says that Abraham ‘was looking forward to the city which has foundations, whose builder and maker is God’. Abraham lived with the prospect of a home in heaven, in the real city of God, which had unshakable foundations, not in terms of the statics of engineering and architecture, but those of the divinity, as a genuine construction of our all-powerful God. In other words, that city which doesn’t depend for its existence on things which are perishable and transient, such as riches or power, but which is founded firmly on our eternal God.

    Abraham wasn’t content with the earthly and the temporary when he was in a position to seek the heavenly and the eternal. This is why the Church highlights this particular kind of faith today: so that we can understand the real perspective of the coming feast. We can’t celebrate Christmas if we enter into a compact with the worldly, secular view of the celebration. We belittle Christmas when we celebrate it like that, basing any joy we experience on the decorations. When they’re taken down at the end of the feast, there goes our joy as well, and the feast vanishes into oblivion, forgotten like so many others…

    The Church insists that the feast of Christmas be given its proper spiritual dimension, because, with this feast we hear the resounding invitation: ‘Christ [has descended] from heaven, meet Him; Christ [is] on earth, be uplifted’. The perspective of heaven is confirmed. The dominion of the earth ceases. This is the justification of those who, whatever the combination of historical circumstances they’ve had to face, have kept alight the flame of belief in our home in the heavens, an eternal, settled abode which has been prepared for us by God the Creator.

    My friends, the Church always- though particularly today- emphasizes anticipating our eternal home as a way of living and a guarantee of genuine faith. Let’s not become entangled in the complexities of the present world, but as sojourners and strangers, let’s make our way through this land, in the certain knowledge that the way we use the time of our life here, the priorities we set, the choices we make, are the criteria on which we’ll be granted citizenship in the Kingdom of Heaven.

     

    Source: agiazoni.gr


    0 0

    Christmas Encyclical

    Despair is everywhere. Deep darkness envelops the entire earth. A black veil covers everything. There is no hope.

    Some voices are heard. The prophets of Israel and the wise men of Greece cry out. The prophets say: the Messiah is coming. He is the Redeemer. He is the Savior. And the wise men explain: If the mighty will not descend from the heavens, there is no salvation.

    The Messiah came. He is the Son of the Virgin. The God-Man Christ. The only Redeemer and Savior of the world.

    He requested a place for lodging and we refused Him. We did not recognize Him. We forced Him to be born in a manger for animals. He did not take offense. He did not hold it against us. He came for a purpose. To redeem and to save.

    We humiliated Him. We flogged Him. We mocked Him. We made Him wear a scarlet robe. We raised Him on the cross. We crucified Him.

    He forgives us even from the cross. He prays, “Father, forgive them, for they do not know what they do.”

    Today, after two thousand years, where do we stand? Not in such a good place. It is a pity. The God-Man Christ came. He taught the truth. Eventually the truth of Christ prevailed over almost the entire world. And now?

    The Christians have abandoned Him. They have turned against Him. They do not understand that they are returning to the darkness. To the pre-Christian era. They think they have become wiser and smarter than God Himself. They try to demolish God, and to put man in His place. Surely they are being led to their own destruction. Do we need to say more? No. No more needs to be said.

    You and I, who celebrate the birth of our Christ as Christians, let us reflect on the following. How Christian are we? To what extent do we apply the Messiah’s commandments? How often do we think about life after death? How much do we care for our family? Are our children Christian? Do we practice our faith correctly? What kind of Christians are we? Hot, cold or lukewarm?

    My beloved Christians, live your faith. Do not be fooled by the bells and whistles of the world. Salvation is something unique. It is Christ Himself. At His birth this year, place Christ deep in your heart. Live the mystery. Adopt a true spiritual life. Live out the end of this year with true repentance, by returning to Christ. Begin to live the New Year with Christ in your heart. He is your only redeemer and savior, but also the Redeemer and Savior of the entire world.

    “Christ is born; glorify Him! Christ is come from heaven; go and meet Him!”

    With fatherly love and blessings in the Newborn Christ,

    METROPOLITAN SOTIRIOS OF TORONTO

    Head of the Greek Orthodox Church in Canada


older | 1 | .... | 1440 | 1441 | (Page 1442) | 1443 | 1444 | .... | 1462 | newer