Are you the publisher? Claim or contact us about this channel


Embed this content in your HTML

Search

Report adult content:

click to rate:

Account: (login)

More Channels


Showcase


Channel Catalog


older | 1 | .... | 1444 | 1445 | (Page 1446) | 1447 | 1448 | .... | 1462 | newer

    0 0

    Από την Πρίγκηπο το 1963 ο Άρχων Πρωτοψάλτης της Μ.τ.Χ.Ε. Θρασύβουλος Στανίτσας μετά του δοκιμοτάτου ιεροψάλτου και σπουδαίου διδασκάλου της καθ’ ημάς Παραδόσεως Νικολάου Ξύδα, ψάλλουν τις δύο Στάσεις των Τυπικών.

     


    0 0

    Βρισκόμαστε μέσα στην ατμόσφαιρα της μεγάλης εορτής των Χριστουγέννων, της Θείας Ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού [1]. Η σημερινή Κυριακή, γνωστή και ως Κυριακή μετά την Χριστού Γέννηση, η Εκκλησίας μας προβάλει τρεις σημαντικές μορφές, του προφητάνακτος Δαβίδ, ο οποίος κήρυξε τρανότατα τη Γέννηση του Χριστού στον προχριστιανικό κόσμο, του Ιωσήφ του Μνήστορος και του Ιακώβου Αδελφοθέου, πρώτου επισκόπου Ιεροσολύμων.

    Βλέπουμε τα γεγονότα μετά την προσκύνηση των Μάγων, όλες εκείνες τις συγκλονιστικές του διωγμού του νεογέννητου βρέφους, του Χριστού, υπό του αναιδεστάτου Ηρώδου. Μετά την αναχώρηση των Μάγων, εμφανίστηκε στον Ιωσήφ άγγελος Κυρίου και του είπε «εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και φεύγε εις Αίγυπτον, και ίσθι εκεί έως αν είπω σοι· μέλλει γαρ Ηρώδης ζητείν το παιδίον του απολέσαι αυτό [2]». Έτσι, η Αγία Οικογένεια αναχώρησε για την Αίγυπτο. Μεγάλος κόπος, δύσκολες οι καιρικές συνθήκες, εμπόδια μεγάλα για να διασχίσουν όλο το μήκος της Ιουδαίας, όλη τη Συρία, και ένα μέρος της Αραβίας για να φθάσουν στην Αίγυπτο [3].

    Στην Αίγυπτο επέστρεψαν όταν απέθανε ο Ηρώδης και δεν υπήρχε κίνδυνος. Επέστρεψαν με πληροφορία υπό του Αγγέλου όταν εμφανίσθηκε σε όραμα στον Ιωσήφ λέγοντάς του «εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πορεύου εις γην Ισραήλ· τεθνήκασι γαρ οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου [4]». Και ο Ιωσήφ σηκώθηκε, πήρε το Παιδί και τη Μητέρα του και ήλθε στην Παλαιστίνη. Αλλά όταν άκουσε ότι στην Ιουδαία βασίλευε ο Αρχέλαος, αντί για τον πατέρα του Ηρώδη, φοβήθηκε να πάει εκεί. Με εντολή όμως που του έδωσε ο Θεός στο όνειρό του, αναχώρησε στα μέρη της Γαλιλαίας, όπου ήταν ηγεμόνας ο Ηρώδης ο Αντίπας, που ήταν λιγότερο σκληρός από τον αδελφό του Αρχέλαο. Κι αφού ήλθε εκεί, κατοίκησε στην πόλη που λεγόταν Ναζαρέτ.

    Όταν ο Ηρώδης πληροφορήθηκε ότι οι Μάγοι τον εξαπάτησαν και φοβούμενος μήπως χάσει τη βασιλεία από το νεογέννητο βασιλέα Χριστό, από το θυμό και την οργή του, απέστειλε στρατιώτες οι οποίοι σκότωσαν όλα τα παιδιά κάτω των δύο ετών, που βρίσκονταν στη Βηθλεέμ και τα περίχωρά της, σύμφωνα με το χρόνο που υπολόγισε από τα λόγια των Μάγων. Πλήθος αθώων νηπίων σφαγιάσθηκε εξαιτίας της λυσσαλέας ανησυχίας του Ηρώδη να σκοτώσει τον τεχθέντα βασιλέα. Έτσι, εκπληρώθηκε η προφητεία του Προφήτη Ιερεμία «φωνή εν Ραμά [5] ηκούσθη, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· Ραχήλ [6] κλαίουσα τα τέκνα αυτής, και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν [7]» [8].

    Οργάνωσε προσεκτικά το φονικό του σχέδιο, πήρε πληροφορίες, υπολόγισε την ηλικία του παιδιού, έστειλε στρατεύματα, εξολόθρευσε όλα τα βρέφη της περιοχής. Τι κατάφερε όμως τελικά; Απολύτως τίποτε! Όλες οι δυνάμεις του κακού έπεσαν εναντίον του Κυρίου και δεν κατόρθωσαν τίποτε. Διότι στην κρίσιμη ώρα μίλησε ο ουρανός, επενέβη ο Θεός και ο Ιησούς σώθηκε.

    Το περιεχόμενο της ευαγγελικής περικοπής που ακούσαμε κάνει λόγο για την προετοιμασία της Βάπτισης του Ιησού Χριστού, που συντελείται δια του Αγίου Ιωάννου, Προφήτου και Βαπτιστού, εις τον Ιορδάνη ποταμό. Βλέπουμε την μορφή του Προφήτου και Βαπτιστού Ιωάννου του Προδρόμου, στον οποίο η Εκκλησίας μας αποδίδει τον προσήκοντα σεβασμό τιμώντας τους αγώνες και τη θυσία του ονομάζοντάς τον «χαλινό των ανομούντων» και «κορωνίδα της προφητείας». Μας προετοιμάζει με το κήρυγμα της μετανοίας, ώστε οι ψυχές μας να υποδεχθούν τον Ενανθρωπήσαντα Σωτήρα Χριστό. Η Προδρομική αυτή φωνή ηχεί και θα ηχεί στα αυτιά του κάθε ανθρώπου «μετανοείτε».

    Πως, λοιπόν, ο Ιωάννης ετοίμασε την οδό του Κυρίου; Πρώτα με την αγία ζωή του. «Ην δε ο Ιωάννης ενδεδυμένος τρίχας καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού, και εσθίων ακρίδας και μέλι άγριον», μας λέει ο Ευαγγελιστής. Ένα απλό ρούχο με μία δερμάτινη ζώνη στη μέση του ήταν όλη του η περιβολή. Λίγες ακρίδες με μέλι άγριο. Ο Ιωάννης ήταν πλημμυρισμένος με το Άγιο Πνεύμα «εκ κοιλίας μητρός», όπως το είχε προαναγγείλει ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Ο νους του και η καρδιά του ήταν στραμμένα στο Θεό. Νωρίς άφησε τον κόσμο και αποσύρθηκε στην έρημο. Εκεί ζούσε μόνος με το Θεό, σαν άγγελος.

    Ο Ιωάννης στο κήρυγμα του καλεί τους ανθρώπους, λέγοντας «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών [9]» και η βασιλεία των Ουρανών για τον Ιωάννη είναι ο ίδιος ο Χριστός, που ο Πρόδρομος τον είχε στη καρδιά του. Γι’ αυτό όταν εκείνος ταπεινώνει τον εαυτό του για να προβάλει τον Χριστό, τότε ο Κύριος τον υπερυψώνει, λέγοντας « ουκ εγήγερται εκ γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού [10]».

    O Τίμιος Πρόδρομος μας καλεί να επιστρέψουμε από το δρόμο της αδιαφορίας στο δρόμο της σωτηρίας. Ας ετοιμάσουμε την οδό του Κυρίου με την αληθινή μετάνοιά μας αποκόπτοντας τα πάθη μας και τις αδυναμίες μας, ώστε να εισέλθουμε μαζί Του στη βασιλεία της χάριτος και της δικαιοσύνης [11]. Ασφαλώς ο δρόμος είναι τραχύς και δύσκολος, οι θλίψεις και οι δοκιμασίες ουκ ολίγες, οι πόνοι δυσβάστακτοι. Αυτό που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι υπομονή, ταπείνωση και προσευχή. Σίγουρα έχουμε βοηθό το Χριστό, ο οποίος μας απλώνει το χέρι του και μας βοηθά να προχωρήσουμε.

     

    Παραπομπές:

    1. Στην ενσάρκωση του Ιησού Χριστού πήρε μέρος όλη η Αγία Τριάδα, και τα 3 πρόσωπα. Ο Πατέρας ήθελε να σωθούμε, ο Υιός έγινε το όργανο της σωτηρίας μας, και το Άγιο Πνεύμα έγινε η αιτία να ενσαρκωθεί ο Χριστός. (Βλ. Ιωήλ Φραγκάκου Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας, «Ο Δεσπότης Χριστός», Ομιλίες σε Δεσποτικές Εορτές, Έδεσσα, 2015, σελ. 290).
    2. Ματθαίου 2,13.
    3. Γεωργίου Π. Σωτηρίου, ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης και τ. διευθυντού Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Από την σποράν του Κυρίου, έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Μυτιλήνη, 2001, σελ. 227-230.
    4. Ματθαίου 2,20.
    5. Η Ραμά είναι χωριό που σημαίνει τόπος υψηλός, κατά τον Άγιο Θεοφύλακτο Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας. Σύμφωνα με το Α΄ Βασιλειών της Παλαιάς Διαθήκης (Α΄ Βασιλειών 1,19), ονομαζόταν Αρμαθαίμ, όπου ο προφήτης Σαμουήλ έγινε περίφημος με τη μακρά παραμονή του εκεί. Είναι μερικά χιλιόμετρα βόρεια της Ιερουσαλήμ.
    6. Η Ραχήλ είναι κόρη του Λάβαν, μικρότερη αδελφή της Λεία, δεύτερη σύζυγος του Πατριάρχη Ιακώβ και μητέρα του Ιωσήφ, πατριάρχη του Ισραήλ και του Βενιαμίν, του τελευταίου από τα 12 παιδιά του Ιακώβ.
    7. Ματθαίου 2,18.
    8. Χωρεπισκόπου Σαλαμίνος Βαρνάβα, «Ἀνατολὴ Ἀνατολῶν», Λευκωσία, 1985, σελ. 117-120.
    9. Ματθαίου 4,17.
    10. Ματθαίου 11,11.
    11. Νικολάου Μητροπολίτου Φθιὠτιδος, «Εἰς ἐπίγνωσιν Θεοῦ», εκδ. Αποστολική Διακονία, β΄ έκδοση, Αθήνα, 1999, σελ. 339-343.


    0 0

    Ο Θεόδωρος Γιάγκου, Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ μαζί με τις εόρτιες ευχές για το Άγιο Δωδεκαήμερο, μιλάει για την σημαντική επιστημονική έκδοση: «Συγγράμματα Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου» – Μετάφραση, Κείμενο, Σχόλια, που εξέδωσε η Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Αγίου Νεοφύτου της Πάφου.  Μετά την ολοκλήρωση του μνημειώδους έργου της εξάτομης κριτικής έκδοσης των συγγραμμάτων του αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, η οποία βραβεύτηκε το 2009 από την Ακαδημία Αθηνών, το εν λόγω μεταφραστικό πόνημα  σκοπό έχει να καταστήσει γνωστά και προσιτά τα συγγράμματα του αγ. Νεοφύτου στο ευρύ κοινό. Γενικός Συντονιστής του εκδοτικού προγράμματος είναι ο Αρχιμ. Αλέξιος Εγκλειστριώτης και Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής ο  Καθηγητής Χρήστος Οικονόμου.

    Λεπτομέρειες για την έκδοση βλέπε εδώ


    0 0

    Αναρωτιέται κανείς βαθύτατα και απορεί και εξίσταται μαζί με τον υμνωδό για το ακατανόητο μυστήριο της του Χριστού Σαρκώσεως, που ο φυσικός χρόνος μας έφερε και φέτος να το γιορτάσουμε.

    Αλλά εκείνο που του μένει ακατανόητο είναι ο στίχος του υμνογράφου «χόρευε η οικουμένη ακουτισθείσα επί τη γεννήσει του νέου παιδίου» βεβαίως.

     Είναι, ποιητική αδεία, η φράση αυτή η κάτι άλλο ακούει και βλέπει ο υμνωδός?

    Πως χορεύει πάσα η κτίση? Συμβολικώς, μεταφορικώς? Βιώνει άραγε την παρουσία του πτωχεύσαντος απροσίτου Θεού? Πως, όλη η κτίση, τα έμψυχα και τα άψυχα, τα βουνά και τα λαγκάδια, τα ποτάμια και τα συστήματα των υδάτων και οι μετεωρισμοί της θαλάσσης, οι πάγοι και υετοί, το φως και το σκοτάδι, ο ήλιος και η σελήνη, οι πλανήτες και τα άστρα, τα φυτά και τα δένδρα, τα ήρεμα και άγρια ζώα, τα πετούμενα και τα υποβρύχια κήτη και όσα ο κατάλογος του ψαλμωδού καταγράφει, να αινεί και να ευλογεί τον δημιουργό τους χορεύοντας δοξολογικά και ακατάπαυστα?

     

    Αναστοχάζεται κανείς τα πανηγύρια των χωριών μας που στις μεγάλες γιορτές πρώτος ο παπάς έσυρε μετά την λειτουργία τον χορό και όλοι σε έναν ατελεύτητο κύκλο χορεύανε ψάλλοντας και χαίροντας για την μεγάλη εορτή.

    Η τρέχουσα αντίληψη είναι ότι τυγχάνουν εκδηλώσεις λαϊκής έκφρασης και χαράς. Και μπορεί μέσα στην απλότητα τους να ήταν και έτσι. Αλλά εκείνοι οι απελέκητοι και ατόφιοι άνθρωποι χόρευαν, ίσως και να μην το κατανοούσαν πλήρως, για το μέγα μυστήριο της μεγάλης χαράς που ο ακατάληπτος Θεός μας έφερε με την σάρκωση Του και την φανέρωση Του επί της γης.

    Και ο χορός τους μεταπλασσόταν σε μια αέναο δοξολογία για την αποκάλυψη της μόνης αλήθειας ότι ο άκτιστος Θεός ταπεινώθηκε τόσο ώστε να φτάσει παντού και να σφηνωθεί και σ αυτή την άψυχη ύλη άλλα και στη έμψυχη ζωή των ανθρώπων, που όταν τον αποδεχθούν ελεύθερα, θέλει σώσει τον κάθε πεπτωκότα.

    Και η κτίση όλη βιώνουσα αυτή την κάθοδο ανταποκρίνεται σε αυτή την συνάντηση και ακούοντας και βλέποντας την έλευση Του, χορεύει και δοξολογεί τον σωτήρα της, που με την ταπείνωση Του την αποκατέστησε στο πρώτο αρχέγονο κάλλος της, όταν με τα χέρια Του και με την άκτιστη πνοή Του την πλαστούργησε ο παντεχνήμων δημιουργός της. Και η χαρά της είναι ακόμη πιο μεγάλη και απέραντη με το απαλλάσσεται από την φθορά, που η αμαρτία του ανθρώπου επέφερε με τη πτώση του πάνω της με το να αποβάλλει τώρα την συνοδύνη της και τον στεναγμό της.

    Ο Χορός συνεχίζεται και κρατύνεται και στις καρδιές εκείνων που ταπεινωμένοι, σμικρυσμένοι και απαλλαγμένοι από τον πειρασμό της ισοθείας, πέφτουν και προσκυνούν μαζί με τα απειρόκαλα ζώα το «νέον Παιδίον, τον Προαιώνιον Θεόν».


    0 0

    20151229-1
    Ο πνευματικός ενθουσιασμός είναι η μαρτυρία της ενεργού παρουσίας του πνεύματος μέσα στον άνθρωπο. Και η υπηρεσία του Κυρίου είναι τόσο ο στόχος όσο και το περιεχόμενο του ζήλου αυτού.

    Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος


    0 0

    Χορός Ψαλτών του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, υπό την διεύθυνση του Πέτρου Παπαεμανουήλ ερμηνεύει ύμνους της εορτής των Χριστουγέννων σε εκδήλωση τιμής αφιερωμένη στο πρόσωπό του Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Μ.τ.Χ.Ε. Χαριλάου Ταλιαδώρου, την οποία διοργάνωσε το τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ με τίτλο: «ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, το φῶς το τῆς γνώσεως»-Εκδήλωση  Τιμής στον Άρχοντα Πρωτοψάλτη Χαρίλαο Ταλιαδώρο.


    0 0

    Today’s sermon, the last of the year, deals with the martyrdom of twenty thousand Christians, whose sacred memory the Church celebrates today. They were martyred in 304 A.D. in Nicomedia, during the great persecution of Diocletian. The latter was augustus in the East, with his headquarters at Nicomedia, while Maximian was augustus in Rome. These two emperors ruled the Roman state, one in the West, the other in the East, from 285-305. These years were associated with the last great persecutions of the Church. Seven years later, in 312/313, Constantine the Great, who had grown up in Nicomedia as a hostage at Diocletian’s court, put a stop to the persecutions.

    In 305, after Maximian’s victorious campaign in Ethiopia, the whole of the Roman state wished to celebrate the victory. They sent off letters to all parts, inviting Roman citizens to come to the two capitals to enjoy the victory celebrations. The powerful Roman administration ensured peace and security, so people were able to travel across the vast expanses of the empire. The manner in which the Roman citizens were invited to the general festivities is similar to and calls to mind that in the Old Testament, in the Book of the Prophet Daniel, where the king of Babylon issues an invitation to all ‘peoples, races and tongues’ to come and worship his massive statue, which had been set up ‘on the plain of Dura in the province of Babylon’.

    It was the feast of Christmas [in 305], and the Christians of Nicomedia, together with their bishop (later to be hieromartyr), Anthimos, were gathered in the church for the Divine Liturgy. Diocletian believed that the Christians were the greatest obstacle for the reorganization he’d planned for the State and he seized the opportunity to burn them while they were assembled in the church. He inflamed the passions of a mob and got them to stack large piles of logs and brushwood outside the church. He surrounded the building with troops and then ignited the wood and shrubs. The whole church went up in flames and everyone who was inside praying was burnt alive. There must have been a great many of them, because the church would have been full at that time.

    Bishop Anthimos, the hieromartyr, had seen what was happening outside and realized what the result would be, so he immediately began to baptize the catechumens and to give communion to all those attending the Divine Liturgy. The Christians repeated ‘For our delivery from all sorrow, anger, danger and necessity’ many times and finally ‘we commend ourselves and each other and all our life unto Christ our God’. They remained locked in the church, watching the fire encircle them and became a whole burnt-offering to God, in the expectation and vision of the resurrection. By a miracle, the bishop wasn’t burned then, but was martyred later, and so took his place in the choir of hieromartyrs. The Church celebrates his holy memory on 3 September.

    Naturally, there weren’t twenty thousand people inside the church. That was the number who were martyred in the region of Nicomedia as a whole at that time. The burning of the church and all those inside was the most egregious event which remained in people’s minds as an inhumane action and repulsive crime. The Church has retained such events and remembers them with the utmost respect, according honour to those killed, as saints who were the victims of people moved by idolatry. This crime at Nicomedia wasn’t unique. The Church perpetuates the sacred memory of other unheard of crimes which were committed in antiquity and also in modern times. Every place and every time is replete with the relics of holy martyrs.

    Apart from the unnamed people in the congregation who were burned inside the church in Nicomedia, there were another ten whose names we do know. They were Christians of Nicomedia, but weren’t in church at that time. The persecutors searched for them and added them to the roll of the Church’s holy sacrifices. There were Indis, Gorgonios and Petros, who had rocks tied round them before they were cast into the sea. There was Zinon, the general, who was beheaded, together with the court official, Dorotheos. There were Mardonios and the priest, Glykerios, who were burnt alive. There was Deacon Theofilos, who first had his tongue cut out and was then decapitated. And finally there was Domna, who was captured as she went to bury the remains of those who had been burnt in the church. Amen.

     

    Source: agiazoni.gr


    0 0

    The inner purity of the beautiful soul of the real person also enhances their external appearance, and that divine tenderness of God’s love even sweetens their countenance. Apart from making people beautiful spiritually, and sanctifying them, the internal beauty of the soul also betrays them externally with divine Grace. It adorns and sanctifies even ugly clothing, provided it’s worn by one of God’s people.


    0 0

    20151229-2
    Πράγματι, περισσότερο από τα άσπρα μαλλιά, χαρακτηριστικό γνώρισμα του ηλικιωμένου αποτελεί η ωριμότητα στη σύνεση.

    Άγιος Βασίλειος ο Μέγας


    0 0

    Οι πετυχημένες αποφάσεις που μπορεί κάποιος να πάρει κατά τη διάρκεια μιας ημέρας εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες ένας εκ των...

    0 0

    Εορτάζει στις 30 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Eις δεξιάν νύττουσι πλευράν καιρίως, Πλευράς Aδάμ κύημα την Aνυσίαν. Πλευρήν Aνυσίης τριακοστή έγχος...

    0 0

    Μοναχός Ιάκωβος Καρακαλλινός ,την πενία θεωρούσε πλούτο φωτ.μοναχού Χαρίτωνος Καρουλιώτου)

    Ο κατά κόσμον Ιωάννης Παπαγεωργίου γεννήθηκε στον Πτελεό  Αλμυρού Βόλου το 1903. Στην ιερά μονή Καρακάλλου προσήλθε το 1929. Εκάρη μοναχός το 1932 από τον ενάρετο ηγούμενο Κοδράτο (+1940). Αγάπησε τη μονή του και κοπίασε πολύ γι’ αυτή. Διετέλεσε και προϊστάμενός της. Εθεωρείτο το αστέρι των καλογέρων του αυστη­ρού κοινοβίου του Καρακάλλου. Το 1978, λόγω διαφόρων πικρών γεγο­νότων, για τα οποία δεν έφταιγε ουδόλως, αναγκάσθηκε ν’ αναχωρήσει από τη μονή του. Φιλοξενήθηκε, γηροκομήθηκε και αναπαύθηκε, στο γειτονικό Φιλοθεΐτικο Κελλί του Αγίου Δημητρίου, όπου οι πατέρες του τον φρόντισαν φιλάδελφα. Υπέμεινε το γήρας και τις ασθένειες καρτε­ρικά. Στο τέλος τυφλώθηκε. Αισθανόταν όμως ποιός τον πλησιάζει. Συ­χνά τον έβρισκες με δάκρυα στα μάτια. Είχε καλή μνήμη και του άρεσε να μιλά για παλιές καρακαλλινές ιστορίες και αγωνιστές μοναχούς της μονής του. Επιθυμούσε να επιστρέφει να τελειώσει τον βίο του στη μονή της μετανοίας του, αλλά δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει τον πόθο του. Αισθανόταν βαθιά υποχρεωμένος στους μοναχούς του Κελλιού, που τον διακονούσαν πρόθυμα. Έκρυβε επισταμένως την αρετή του. Ζούσε ασκητικά και φτωχικά. Την πενία θεωρούσε πλούτο. Σ’ ένα νέο μοναχό, που του ζήτησε να τον συμβουλεύσει κάτι, του είπε: «Να μην έχεις θέλημα, να μην θέλεις να κάνεις το δικό σου, να μην απαιτείς τίποτε. Μη ζητήσεις ποτέ εσύ μόνος σου να γίνεις προϊστάμενος ή πα­πάς. Αν σε κάνουν, χωρίς να το ζητήσεις, είναι διαφορετικά, είναι άλλο θέμα. Αν θέλεις να είσαι άνετος και ελεύθερος, έτσι να κάνεις. Και να μην κατακρίνεις κανένα ποτέ, ό,τι και να κάνει ...».

    Γράφουν περί αυτού: «Πρόκειται περί ανωτάτης πνευματικής μορφής του αγιορειτικού μοναχισμού. Τέλειος κοινοβιάτης, ο οποίος διεπέρασεν τον ασκητικόν δίαυλον εις την ιεράν μονήν Καρακάλλου, όπου εμόνασεν επί πολλάς δεκαετίας. Ο νέος ούτος αθλητής, εραστής και εργάτης της νοεράς προσευχής, εις τα έσχατα του βίου του εδοκιμάσθη διά της απώλειας του αισθητού φωτός των οφθαλμών. Ο μιμητής του πολυάθλου Ιώβ υπέμεινε καρτερικά την δοκιμασίαν αυτήν. Ουδόλως ελυπείτο διά την στέρησιν του φωτός, αλλ’ εδοξολόγει από καρδίας τον Θεόν και εν πλήρει ταπεινώσει εζήτει το έλεος Αυτού ...».

    Όταν είχε το φως του διάβαζε τις ακολουθίες και για τους πατέρες που ήταν στα διάφορα διακονήματα. Ήταν ένας μεγάλος βιαστής. Ποτέ δεν βγήκε στον κόσμο. Όταν έπεσε και κτύπησε σοβαρά, είπε ο ιατρός ότι πρέπει να βγει αμέσως έξω, στο νοσοκομείο, γιατί κινδυνεύει η ζωή του. Δεν δέχθηκε επ’ ουδενί. «Ανοίχτε ένα λάκκο και βάλτε με μέσα», είπε. Έζησε άλλα δύο χρόνια και αναπαύθηκε ήσυχα ο μακάριος στις 30.12.1996, ξημερώνοντας του οσιομάρτυρος Γεδεών του Καρακαλλινού, στη μονή του οποίου έζησε επί τόσες δεκαετίες.

    Πήγες – Βιβλιογραφία: Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Καρακάλλου. Ανωνύμου, Ιάκωβος Μοναχός Καρακαλλινός, Άγιος Αγαθάγγελος Εσφιγμενίτης 153/1996, σ. 40.

    Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ. 1425-1426, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.


    0 0

    Μοναχός Γεώργιος Βατοπαιδινός, ο καλοκάγαθος παππούς της προσευχής και της αγάπης.

    Ο κατά κόσμον Γεώργιος Κυρίτσης του Νικολάου και της Μαρίας γεννήθηκε στο χωριό Αγία Παρασκευή Κόνιτσας το 1908. Νέος ήλθε σε γάμου κοινωνία και απέκτησε πέντε τέκνα. Με τη σύμφωνη γνώμη της συζύγου του Σταυρούλας αναχώρησε για το Άγιον Όρος, αφού είχαν μεγαλώσει τα παιδιά του.

    Μόνασε στην αρχή στη μονή Βατοπεδίου και κατόπιν στο Βατοπεδινό Κελλί του Αγίου Προκοπίου, όπου το 1967 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα Νεόφυτο τον Πνευματικό (+1967). Μετά από αποκάλυψη του εναρέτου Γέροντά του, του έδωσε ευλογία να μεταβεί στον κόσμο.

    Άφησε το αγαπημένο του Άγιον Όρος και κατοίκησε σε διάφο­ρα μέρη στη Νίκαια του Πειραιά, δίχως ποτέ να πάει στο σπίτι και τους δικούς του. «Εγώ», έλεγε, «είμαι μοναχός και την οικογένειά μου την έχει αναλάβει ο Θεός. Αυτός ξέρει». Κατόπιν τον φιλοξένησε μία ευσεβής οικογένεια σ’ ένα φτωχό σπιτάκι του κήπου. Συχνά έλεγε: «Η ταπείνωση για την ψυχή είναι η αφάνεια και για το σώμα είναι ο κόπος». Εργαζόταν με τα χέρια του για τον επιούσιο άρτο πουλώντας εικόνες και θυμιάματα. Οι επισκέψεις στα σπίτια ήταν μία ευκαιρία να μιλά με απλότητα και αγάπη στους ανθρώπους που ήταν μακριά από τον Θεό, που έβριζαν και δεν πίστευαν, και να τους οδηγεί σε μετάνοια και στην αναζήτηση του Θεού. Με τα χρήματα που μάζευε ζούσε λιτά, έδινε κάτι σε αυτούς που τον φιλοξενούσαν και τα υπόλοιπα τα έκανε φιλανθρωπίες. Μάλιστα έκανε βιβλιάρια τραπέζης με μικρά ποσά και τα έδινε σε άπορες νέες για ένα ξεκίνημα της ζωής.

    Βοηθούσε πολλούς με την προσευχή του και το παράδειγμά του. Με τις συμβουλές του έκανε τους ανθρώπους ν’ αγαπήσουν πιο πολύ τον Θεό. Αγαπούσε πολύ να λέει το «Πάτερ ημών». Σταματούσε στο «και άφες ημίν ...», λέγοντας πως πρέπει να συγχωρούμε τις αμαρτίες των άλλων, για να συγχωρέσει και τις δικές μας ο Θεός. «Οι δοκιμασίες στη ζωή», έλεγε, «είναι από την αγάπη του Θεού». Αγαπούσε πολύ να μιλά για την αγία ταπείνωση, την οποία αληθινά πάντοτε ζούσε.

    Κάποτε, όταν ήταν στο Κελλί, ο Γέροντάς του τον έσπρωξε κι έπεσε κάτω. Ξαφνιασμένος ο π. Γεώργιος τον ρώτησε γιατί τον έσπρωξε. Εκείνος τον ρώτησε αν πόνεσε με την πτώση του. Η απάντηση του π. Γεωργίου ήταν αρνητική. Ο Γέροντάς του τού είπε: «Έτσι θα είναι και η ζωή σου. Όσο πιο χαμηλά ζεις, όταν πέσεις δεν θα κτυπήσεις πολύ, εάν πέσεις από ψηλά τότε θα κτυπήσεις άσχημα...». Κι ένας άλλος Γέ­ροντας έλεγε: «Ο ταπεινός δεν φοβάται να πέσει, γιατί είναι χάμω. Και από το χάμω πιο χάμω δεν έχει!». Ο Γέροντας Νεόφυτος ένα βράδυ ξύπνησε τη μικρή αδελφότητα του Κελλιού λέγοντας πως πρέπει να κάνουν προσευχή, γιατί ο αδελφός Γεώργιος θα βγει στον κόσμο. Ο ίδιος ο π. Γεώργιος αργότερα έλεγε: «Όσο κρύβεις ένα καλό έργο, τόσο αυτό διατηρείται περισσότερο».

    Το κύριο έργο ήταν η αδιάλειπτη προσευχή και η έμπρακτη αγάπη προς τον αναγκεμένο συνάνθρωπο. Κάθε πρωί πήγαινε με τα πόδια -σπάνια χρησιμοποιούσε το λεωφορείο- και προς διαφορετική κατεύ­θυνση. Όταν έβλεπε συγκεντρωμένο πλήθος και διέκρινε κάποια ένταση μεταξύ τους, πήγαινε εκεί και με τον λόγο του προσπαθούσε να τους ηρεμήσει και ενώσει. Αυτό το έκανε μέχρι που αρρώστησε και δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι του. Σε κάθε τι που ήθελε να κάνει, πάντοτε έκανε προσευχή και περίμενε απάντηση από τον Θεό. Ένα χειμώνα είχε τρομερές πλημμύρες στη Νίκαια. Ο π. Γεώργιος έσωσε από σίγουρο πνιγμό τους επιβάτες ενός λεωφορείου. Το νερό κατέβαινε σαν ποτάμι στους δρόμους. Ο π. Γεώργιος παρακάλεσε τον οδηγό του λεωφορείου να κάνει στάση. Ο οδηγός αρνήθηκε, γιατί δεν υπήρχε κα­θορισμένη στάση εκεί. Ο πατήρ επέμενε και ο οδηγός αναγκάσθηκε να σταματήσει. Αυτό ήταν σωτήριο. Αν το λεωφορείο συνέχιζε την πορεία του θα είχε παρασυρθεί από τα πολλά νερά.

    Τα βράδια κοιμόταν λίγο. Πολλές φορές βάδιζε στο δωμάτιό του προσευχόμενος. Σε όλη του τη ζωή ταπεινωνόταν συνεχώς. Όταν τον ρώτησαν γιατί τόσος πόνος στον κόσμο και γιατί να υποφέρουν μητέ­ρες και παιδιά; Απάντησε: «Να προσεύχεσθε όσα είναι να γίνουν, να γίνουν γρήγορα, για να έλθει ο Χριστός. Μόνο Αυτός μπορεί να μας σώσει. Να παρακαλάμε να έλθει γρήγορα».

    Μία σημερινή μοναχή, που τον γνώριζε από μικρή, λέει περί αυτού: «Ήταν μετρίου αναστήματος, πολύ ισχνός, με ισχνή φωνή, μάλλον βρα­χνή. Ήταν σύννους, αλλά γεμάτος αγάπη. Οι μοναδικές στιγμές που γινόταν αυστηρός ήταν όταν τον επαινούσαν. Ο π. Γεώργιος ζούσε σαν μοναχός. Σηκωνόταν νύχτα, έκανε τις ακολουθίες του και μετά έφευγε για να πουλήσει το εργόχειρό του. Οι άνθρωποι τον περίμεναν σαν άγγελο, για ν’ ακούσουν λόγο Θεού. Έκανε δηλαδή ιεραποστολή. Γύριζε σχεδόν απόγευμα. Έτρωγε πολύ λίγο και μέχρι το βράδυ απεσύρετο στο κελλί του. Μία μέρα η θεία μου, που είχε το σπίτι που έμενε ο π. Γεώργιος, μου είπε να πάω να τον φωνάξω. Πλησιάζοντας είδα από τη μισάνοιχτη πόρτα του κελλιού τον παππού γονατιστό με τα χέρια υψωμένα να περιβάλλεται από ένα σύννεφο φωτεινό. Δεν ξέρω πως ακριβώς να το ονομάσω. Τότε μου φάνηκε ότι μέσα σε καπνό φωτεινό ο παππούς ήταν βυθισμένος στην προσευχή. Αργότερα κατάλαβα ότι ήταν το άκτιστο φως. Πολλοί επίσης ομολογούν ότι τα ενδύματα και το σώμα του ανέδιδαν ευωδία. Επίσης τα γένεια του και το στόμα του όταν μιλούσε».

    Ένας ιερεύς που τον γνώρισε από πολύ κοντά και βοηθήθηκε πολύ από αυτόν αναφέρει: «Το κελλάκι του ήταν μία λυόμενη παράγκα. Χωρούσε ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι και μία καρέκλα. Τα μόνα περι­ουσιακά στοιχεία που άφησε ήταν η ευχή του, το Ευαγγέλιον που διάβαζε πάντα, το Ωρολόγιον και το Ψαλτήριον. Μόνο ένα ράσο είχε. Μέσα σ’ ένα συρτάρι είχε όλα τ’ απαραίτητα που έπρεπε να τον ντύ­σουμε όταν θα ερχόταν η ώρα της κοιμήσεώς του. “Δεν θέλω κανέναν να επιβαρύνω”, έλεγε. Πιστεύω ότι προσευχόταν και προσεύχεται για μένα και αυτό το νιώθω από τις πολλές ευεργεσίες που είχα κι έχω στη ζωή μου».

    Ανεπαύθη στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας από καρδιακή ανακοπή στις 30.12.1998. Οι νοσοκόμοι εντυπωσιάσθηκαν που το νεκρό του σώμα ήταν ευλύγιστο. Ετάφη στο Γ' Κοιμητήριο.

    Πήγες – Βιβλιογραφία: Μαρτυρίες πρεσβυτέρου Αναστασίου Φούκα, μονάχου Παϊσίου Καρεώτη και μοναχής Καλλίνικης Μακρυνιώτισσας.

    Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1471-1475 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.


    0 0

    «Χριστός γεννάται· δοξάσατε. Χριστός εξ ουρανών· απαντήσατε. Χριστός επί γης· υψώθητε. Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη, και εν ευφροσύνη, ανυμνήσατε λαοί· ότι δεδόξασται», μας καλεί ο υμνωδός. Και πραγματικά σήμερα συναχθήκαμε άπαντες οι πιστοί για να δοξάσουμε και να υμνήσουμε το γεγονός της ενσάρκωσης του Υιού και Λόγου του Θεού και της κατά σάρκα γέννησης του από την Παρθένο Μαρία.

    Σήμερα, με τη δύναμη και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, βρισκόμαστε νοερά στο μικρό χωριό της Βηθλεέμ όπου ο μνήστωρ Ιωσήφ μαζί με την ετοιμόγεννη πάρθενο Μαρία μετέβησαν, υπακούοντας στη διαταγή του αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, για να απογραφούν. Βρισκόμαστε πνευματικώς στο ταπεινό και φτωχικό σπήλαιο όπου κατέλυσαν αναγκαστικά ο Ιωσήφ με την Μαρία διότι «οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι»(Λουκ.2,7), μη μπορώντας να βρούν κάποιο διαθέσιμο πανδοχείο. Και μέσα σε αυτό το φτωχικό σπήλαιο γεννήθηκε ο ενσαρκωμένος Υιός και Λόγος του Θεού, ο Μεσσίας, ο Ιησούς Χριστός. Με αυτόν τον τρόπο φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο όχι με σύμβολα και εικόνες, όπως στους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης και τους Προφήτες, αλλά σωματικώς.

    Σήμερα βρισκόμαστε νοερά μαζί με τους ταπεινούς και απλοϊκούς βοσκούς οι οποίοι ήσαν «αγραυλούντες και φυλάσσοντες φυλακάς της νυκτός επί την ποίμνην αυτών» (Λουκ.2,8), δηλαδή εφύλαγαν το κοπάδι των προβάτων τους και μαζί με αυτούς, με τα μάτια της ψυχής μας, ατενίζουμε τον άγγελο Κυρίου να τους αναγγέλλει το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Ιησού Χριστού.

    Σήμερα πορευόμαστε μαζί με τους Μάγους από τα βάθη της Ανατολής ακολουθώντας το άστρο, αναζητώντας μαζί με αυτούς τον Μεσσία, ρωτώντας εναγωνίως «που εστιν ο τεχθείς βασιλεύς των ᾿Ιουδαίων;» (Ματθ.2,1-2), ώστε να τον προσκυνήσουμε και να του προσφέρουμε ως δώρο την πίστη και την ελπίδα μας.

    Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες της εκπλήρωσης των λόγων των προφητών οι οποίοι με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ανήγγειλαν τον ερχομό του Μεσσία. Οι προφήτες δεν ανήγγειλαν την έλευση ενός απλού προφήτη, ενός αγίου ανθρώπου, αλλά του Υιού και Λόγου του Θεού και για αυτό ο προφήτης Ησαΐας ονόμασε τον Μεσσία Εμμανουήλ (Ησ. 7,14) που σημαίνει «μεθ᾿ ημών ο Θεός» δηλαδή «ο Θεός είναι μαζί μας».

    Πραγματικά, Αυτός ο οποίος γεννήθηκε από την αειπάρθενο Μαρία δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, έστω άγιος, όπως νομίζουν ορισμένοι αιρετικοί, δεν είναι ένας προφήτης η ένας φιλόσοφος, ένας μύστης η ένας ηθικός διδάσκαλος, αλλά ο Υιός του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος ο οποίος «Θεός ων, γέγονεν άνθρωπος», όπως τονίζει ο Μέγας Αθανάσιος. Ο Υιός του Θεού γεννάται αιωνίως εκ του Πατρός και σήμερα γεννάται εκ της Παρθένου Μαρίας, όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως. Γι αυτό το λόγο ονομάζουμε την αειπάρθενο Μαρία Θεοτόκο, διότι δεν γέννησε έναν απλόν άνθρωπο, αλλά Θεόν ενανθρωπήσαντα, όπως επισημαίνει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας.

    Ο Υιός του Θεού «έκλινεν ουρανούς και κατέβη» (Ψαλμ.17,10) και όντας τέλειος Θεός έγινε τέλειος άνθρωπος, «δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν», όπως επίσης ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεως.

    Τίθεται βέβαια το εξής ερώτημα: δεν μπορούσε άραγε ο Θεός να σώσει τον άνθρωπο με την παντοδύναμη ενέργειά του, χωρίς να χρειαστεί να γίνει άνθρωπος και να τον απαλλάξει από την αμαρτία, την κυριαρχία του διαβόλου και του θανάτου; Ασφαλώς και θα μπορούσε να το πράξει, όμως με αυτό τον τρόπο θα αναιρούσε την ανθρώπινη ελευθερία.

    Ο Θεός δεν επιβάλλει στον άνθρωπο την παρουσία του αλλά τον καλεί να τον ακολουθήσει ελεύθερα, γιαυτό επέλεξε να μας σώσει όχι δια της βίας αλλά με τη δική μας συγκατάθεση, και τούτο επειδή θέλει να είμαστε ελεύθεροι. Σεβόμενος λοιπόν την ελευθερία μας ο Θεός δεν εξαλείφει το κακό με μια εξωτερική ενέργεια, με έναν μαγικό τρόπο αλλά εισέρχεται μέσα στον κόσμο μας και γίνεται άνθρωπος, όμοιος με εμάς .(Εβρ.2,17). Με αυτόν τον τρόπο νιώθει τον πόνο μας, βιώνει τις θλίψεις μας, ζει τις στενοχώριες μας, τις αγωνίες μας, τους πειρασμούς από το διάβολο, εκτός από την αμαρτία, και τέλος το θάνατό μας. Αποκτά εμπειρία εκ των έσω, σαν ένας από εμάς, για όλα αυτά που υποφέρουμε εσωτερικά καθώς ζούμε σε ένα κόσμο αμαρτωλό. Και όλα αυτά τα υπερνικά με τη θεϊκή του δύναμη, κατατροπώνει ο,τιδήποτε μάς θλίβει και ανοίγει το δρόμο της σωτηρίας, γίνεται δηλαδή, ο «αρχηγός της σωτηρίας μας», όπως λέγει ο Απ. Παύλος (Εβρ.2,10), και μας καλεί ελεύθερα να τον ακολουθήσουμε ενώνοντας τον εαυτό μας με την Εκκλησία η οποία είναι το Σώμα Του. Θέλει από εμάς την ελεύθερη ανταπόκρισή μας όπως και εκείνο το ευλογημένο βράδυ της γέννησης Του οι ποιμένες και οι Μάγοι ελεύθερα ανταποκρίθηκαν στο θεϊκό πρόσταγμα να προσκυνήσουν τον Μεσσία.

    Ο ερχομός του Θεού στον κόσμο αποτελεί την καίρια επέμβαση του Θεού για την λύση του ανθρωπίνου δράματος. Δεν είναι μία λύση ηθική ή θρησκευτική σαν τις άλλες που γνώρισε ο κόσμος στην ιστορία του και η οποία απεδείχθη ουτοπική. Δεν είναι η λύση που προσφέρει ένας άγιος άνθρωπος, ένας προφήτης ή ένας φιλόσοφος ηθικής, όπως νομίζουν ορισμένοι, αλλά είναι η συμμετοχή του Θεού στη ζωή μας. Ο Θεός δέχεται να γίνει μέτοχος και κοινωνός των δυσκολιών της ζωής μας, να βιώσει το πόνο μας και την κατάσταση του θανάτου, ώστε να νικήσει όλες αυτές τις καταστάσεις και να μας δώσει τη δυνατότητα και εμείς να νικήσουμε ο,τιδήποτε μας κάνει και υποφέρουμε, όπως χαρακτηριστικά λέγει ο Απ.Παύλος, «ου γαρ έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταίς ασθενείαις ημών, πεπειραμένον δε κατά πάντα καθ’ ομοιότητα χωρίς αμαρτίας» (Εβρ.4,15).

    Ο Μέγας Αθανάσιος μας διδάσκει ότι ο Θεός «ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν», δηλαδή ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσουμε να ομοιάσουμε το Θεό, να φτάσουμε στη θέωση και την αγιότητα. «Άνθρωπος εγένετο ο Θεός και Θεός ο άνθρωπος», κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

    Με ποιον τρόπο όμως εμείς μπορούμε να ομοιάσουμε το Θεό και να φθάσουμε στην αγιότητα; Όπως ο Θεός «εταπείνωσεν εαυτόν» (Φιλ.2,8), καταδέχτηκε να ζήσει ως άνθρωπος και να γίνει όμοιος με εμάς έτσι και εμείς πρέπει να μιμηθούμε την ταπείνωσή Του. Πρέπει να είμαστε ταπεινοί, δηλαδή να μην νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, ότι είμαστε αλάθητοι, να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες και των άλλων μελών της οικογένειάς μας, να μάθουμε να κάνουμε υποχωρήσεις όταν χρειάζεται και να μην είμαστε ισχυρογνώμονες, να μην νομίζουμε ότι εμείς είμαστε οι ενάρετοι κατακρίνοντας τους συνανθρώπους μας. Αξιοπρόσεκτο άλλωστε είναι ότι ο άγγελος Κυρίου δεν ανήγγειλε το γεγονός της γέννησης του Χριστού ούτε στους άρχοντες της Βηθλεέμ, ούτε στον βασιλιά της Ιερουσαλήμ, αλλά στους απλούς και ταπεινούς βοσκούς. Αυτοί οι ταπεινοί άνθρωποι έγιναν οι πρώτοι μάρτυρες της φανέρωσης του Θεού μέσα στον κόσμο μας. Κατά συνέπεια η ταπείνωση είναι η προϋπόθεση φανέρωσης της θείας ζωής μέσα μας.

    Αναπόφευκτα, για να μπορέσουμε να πορευθούμε την οδό της πνευματικής ζωής πρέπει να πάρουμε το ρίσκο να εγκαταλείψουμε ο,τιδήποτε μας συνδέει με την παλιά μας ζωή και να ζήσουμε μια νέα ζωή μιμούμενοι τόσο τους ποιμένες όσο και τους Μάγους. Όταν ο άγγελος ανήγγειλε το γεγονός της γέννησης του Χριστού, οι ποιμένες χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να διστάσουν άφησαν την στάνη, άφησαν τα πρόβατα τους και πορεύτηκαν για να προσκυνήσουν τον τεχθέντα Μεσσία. Δεν σκέφτηκαν: «πως θα εγκαταλείψουμε την στάνη μας; Πως θα αφήσουμε αφύλακτο το κοπάδι μας; Μήπως κάποιο άγριο ζώο τα κατασπαράξει ή ένας κακοποιός τα κλέψει;». Δεν δείλιασαν αλλά με την τόλμη και την καρδιά ενός μικρού παιδιού ριψοκινδύνεψαν, απαλλάχτηκαν από τις βιοτικές μέριμνες έχοντας στο μυαλό τους μόνο τα λόγια του αγγέλου.

    Αλλά και οι Μάγοι, όταν ατένισαν το αστέρι της Βηθλεέμ εκεί στην πατρίδα τους, στα βάθη της Ανατολής χωρίς δεύτερη σκέψη άφησαν την ασφάλεια του παλατιού τους, της πατρίδας τους, την ησυχία τους και πήραν έναν άγνωστο δρόμο ακολουθώντας το άστρο χωρίς να ξέρουν πού θα τους βγάλει αυτή η περιπέτεια, σε ποιά άγνωστη χώρα θα τους οδηγήσει αυτό το θαυμαστό φαινόμενο. Αυτοί οι άνθρωποι αρνήθηκαν ορισμένα πράγματα για να μπορέσουν να βρούν τον Θεό. Έτσι και εμείς θα πρέπει να πάρουμε τη σταθερή απόφαση να αρνηθούμε την ασφάλεια που νομίζουμε ότι μας δίνει ο εγωισμός μας, οι μικροπρέπειες μας, η ισχυρογνωμοσύνη μας, η καλοπέρασή μας, η μεγάλη ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας, η προσκόλλησή μας στα υλικά αγαθά και στις βιοτικές μέριμνες, η τακτοποίηση που έχουμε κάνει μέχρι τώρα στη ζωή μας και να ριψοκινδυνέψουμε να χάσουμε την κακώς νοουμένη πολλές φορές αξιοπρέπεια μας λέγοντας ένα συγγνώμη στον εχθρό μας, υποχωρώντας ο σύζυγος στην σύζυγο και το αντίστροφο, αναγνωρίζοντας ότι και οι άλλοι έχουν δικαιώματα και όχι μόνο εμείς, κατανοώντας τα άλλα μέλη της οικογενείας μας, τον υπάλληλο που έχουμε στη δουλειά μας, απομακρυσμένοι από το σφιχταγκάλιασμα με τα συμφέροντά μας και αρνούμενοι τις παλιές κακές μας συνήθειες, τις εξαρτήσεις μας και τον κακό μας εαυτό που δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις με τους άλλους.

    Ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει ότι ο Θεός είναι αγάπη (Α΄Ιω.4,7) και ότι τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο ώστε απέστειλε τον Υιό του στον κόσμο (Ιωαν. 3,16). Εφόσον ο Θεός είναι αγάπη κατά συνέπεια και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό για να γίνει τέλειος όπως ο Θεός, δηλαδή να αγαπά το Θεό και τον πλησίον του ανιδιοτελώς όπως αγαπά ο Θεός τον κόσμο (Α΄Ιω.4,7-11). Ο προορισμός λοιπόν του ανθρώπου είναι η ανιδιοτελής αγάπη μέσω της αυταπάρνησης (Ιω.15,12-13). Μόνο τότε θα μπορέσουμε να ομοιάσουμε το Θεό, όταν αγαπήσουμε τον συνάνθρωπό μας χωρίς να βάζουμε προϋποθέσεις, όταν συμπαρασταθούμε στον θλιμμένο και πενθούντα, στο ορφανό και τσην χήρα, όταν κάνουμε συντροφιά στον ανάπηρο και τον μοναχικό γείτονά μας, όταν φροντίσουμε τον άρρωστο που μπορεί και να μην είναι και συγγενής μας, όταν μεριμνήσουμε για τον άστεγο, όταν δώσουμε ένα πιάτο φαί στον πεινασμένο.

    Σήμερα ενώνουμε τη φωνή μας με τις ουράνιες Δυνάμεις και ψάλλουμε: «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Πραγματικά σήμερα φανερώνεται στον κόσμο η ειρήνη όπως την οραματίστηκε ο προφήτης Μιχαίας (Μιχ.5,1-4). Εάν αγωνιστούμε να πορευτούμε την οδό της αυταπάρνησης, της αγάπης, της προσφοράς και της ταπείνωσης, όπως μας δίδαξαν οι Άγιοί μας, θα μπορέσουμε αυτήν την ειρήνη που έφερε σήμερα ο Χριστός στον κόσμο να την φέρουμε μέσα στην ψυχή μας, στις σχέσεις μας με τους άλλους, στην οικογένεια μας, στον εργασιακό μας χώρο και κατά συνέπεια στη σχέση μας με το Θεό.

    Ευλογημένα Χριστούγεννα


    0 0

    Στην μνήμη του Γέροντος Ευμενίου Λαμπάκη
    που κοιμήθηκε ανήμερα Χριστούγεννα του 2005.

    Στο χωριό Μυριοκέφαλος υπάρχει ένα Μοναστήρι που έχει την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Μυριοκεφαλίτισσας. Η εικόνα αυτή λέγεται ότι είναι από τις εβδομήντα που είχε φτιάξει ο Απόστολος Λουκάς. Το Μοναστήρι ήταν Μετόχι της Μονής του Προφήτη Ηλία και κάθε μήνα πήγαινε ένας ιερομόναχος από την κυρίαρχη Μονή, για να εξυπηρετήσει όχι μόνο τους μονάζοντες σε αυτό, αλλά και όλο το χωριό.

    Μία χρονιά, παραμονές Χριστουγέννων, ήταν η σειρά του πατρός Ευμενίου να πάει στο Μετόχι και με ιερή ανάμνηση διηγήθηκε κάποτε στον πατέρα Σπυρίδωνα:

    -Εκείνη την χρονιά, παιδί μου, είχαμε πολύ βαρυχειμωνιά και πολλά χιόνια στο Μοναστήρι. Το κρύο ήταν τότε τσουχτερό, όχι όπως είναι τώρα. Ήταν άγριοι οι χειμώνες εκείνα τα χρόνια. Ετοιμάσθηκα, λοιπόν, την προπαραμονή να πάω να λειτουργήσω στο Μετόχι, στην Παναγία. Θα κάναμε νωρίς τον Εσπερινό με τους πατέρες και μετά θα έπαιρνα την φοράδα της Μονής και θα έφθανα την άλλη μέρα στο χωριό. Ήταν μακρύς ο δρόμος, άγριος και δύσβατος. Περνούσες μέσα από φαράγγια και κακοτοπιές. Από νωρίς είχε ένα άγριο ξεροβόρι. Άρχισε να φυσάει πολύ, να ψιλοχιονίζει και να κάνει πάρα πολύ κρύο. Πήγα, λοιπόν, από νωρίς και αχυροτάισα την φοράδα. Με θωρεί ο Ηγούμενος, ο πατήρ Βασίλειος, ένας Άγιος Γέροντας, και μου λέει:

    -Ευμένιε, που θα πας;

    -Θα πάω, Γέροντα, με την ευχή σας να λειτουργήσω αύριο στην Παναγία.

    -Τι λες, Ευμένιε, δεν φοβάσαι τον Θεό; Δεν βλέπεις τι γίνεται εδώ πέρα, χαλάει ο κόσμος από το κρύο, τον αέρα, την βροχή, το χιόνι, πως θα πας;

    Εκείνα τα χρόνια, παιδί μου, δεν είχαμε ούτε ομπρέλες ούτε αδιάβροχα και ήταν δύσκολες οι μετακινήσεις, αλλά του λέω:

    -Γέροντα, με την ευχή σας θα πάω.

    -Πως θα πας; Σε μία ώρα θα σκοτεινιάσει και δεν θα βλέπεις!

    -Γέροντα, με την ευχή σας, του λέω, θα πάρω τον λύχνο της Μονής και θα πάω.

    Και τον βλέπει, λέει, ο Ηγούμενος να παίρνει τον λύχνο, ο οποίος είχε τέσσερα φυτίλια, για να φωτίζει περισσότερο, και αφού πρώτα έβαλε λίγο λάδι από το καντήλι του Προφήτη Ηλία το απογέμισε με λάδι από το μπουκάλι. Έβαλε τρεις εδαφιαίες μετάνοιες στην εικόνα του Προφήτη Ηλία και άναψε τον λύχνο από το καντήλι του.

    -Βγήκα, λοιπόν, παιδί μου έξω και φύσαγε τόσο ο αέρας, που ήταν έτοιμος να πάρει την φοράδα και εμένα. Ο λύχνος, όμως, παιδί μου, δεν έσβηνε. Είναι, παιδί μου, δυνατόν; Κι όμως είναι δυνατόν, ο λύχνος δεν έσβηνε και μου έφεγγε όλη την νύχτα. Όταν έφθασα σε ένα σημείο που λέγεται κακός πόρος, έπρεπε να περάσω ένα ρυάκι που το καλοκαίρι γίνεται ξεροπόταμο, αλλά τον χειμώνα κατέβαζε πολύ νερό, όταν έβρεχε, και δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να περάσεις. Φθάνοντας, λοιπόν, εκεί κοντά στο ρυάκι θωρώ την φοράδα και βάζει αντισκάρι τα δυό της μπροστινά πόδια και δεν ήθελε να πάει ούτε μπρός ούτε πίσω. Κάτι είχε τρομάξει την φοράδα και δεν κουνιότανε. Κάνω, έτσι, τον λύχνο πιο ψηλά και τι να δω. Το ποτάμι να έχει φουσκώσει, να κατεβάζει ξύλα, κλαδιά, πέτρες. Ενώ εγώ ήξερα ότι ήταν ρυάκι, τώρα το νερό περνούσε πάνω από μία ξύλινη γέφυρα, από την οποία περνούσαν μόνο πεζοί. Εμείς έπρεπε να περάσουμε μέσα από το ποτάμι, διότι η γέφυρα δεν άντεχε το άλογο, αλλά το ζώο φοβήθηκε με αυτό που είδε. Κατάλαβε ότι κινδύνευε. Ξεπέζευσα, λοιπόν, και σιργούλευα το ζώο και του ‘λεγα:

    -Μην φοβάσαι, μην φοβάσαι δεν θα μας αφήσει η Παναγία. Θα περάσουμε.

    Και βλέπω το ζώο να σηκώνει τα αυτιά του ψηλά και πέφτω, παιδί μου, καταγής, ενώ έβρεχε και χιόνιζε και λέω:

    -Παναγία μου, βοήθησέ με, στα χέρια μου είμαι, να μην μείνεις αλειτούργητη. Βοήθησέ με να περάσω με το ζώο απέναντι.

    Και σταυρώνω, παιδί μου, το ποτάμι και τι έγινε; Εσταμάτησε το νερό να τρέχει και άνοιξε ο ποταμός σαν την Ερυθρά θάλλασσα. Περάσαμε απέναντι και αισθανόμουνα της φοράδας τα πέταλα να χτυπάνε πάνω σε ξερές πέτρες. Κι όταν φθάσαμε στην άλλη άκρη του ποταμιού ακούω έναν μεγάλο θόρυβο και ένα μεγάλο κύμα και ξαναγύρισε το ποτάμι και ακολούθησε την πορεία του.

    Το θαυμαστό αυτό γεγονός το είχε εκμυστηρευθεί ο πατήρ Ευμένιος μόνο στον πατέρα Σπυρίδωνα, με εντολή να μην το πεί σε κανέναν όσο εκείνος ζούσε. Ο πατήρ Σπυρίδων, όμως, το είπε κάπου και διαδόθηκε παντού. Για την ανυπακοή του αυτή τον επετίμησε με κανόνα ο Γέροντας.


    0 0

    Το φως που εκπέμπει η μνήμη των Αγίων της Εκκλησίας μας είναι το πιο ισχυρό. Και ο λόγος είναι διότι το φως αυτό πηγάζει από τη θεία Χάρη που καταύγαζε την ψυχή των Αγίων, το οποίο τους δόθηκε ως δώρο για τους κόπους και τις θυσίες τους. Το φως της μνήμης τους δεν σβήνει ούτε και πρόκειται να μειωθεί, αλλά θα συνεχίζει να λάμπει και να ακτινοβολεί τις ψυχές όλων όσων τους τιμούν, όλων όσων τιμούν τη πίστη και τη γενναιότητα της ψυχής τους. Αυτό το φως πηγάζει σε όλους που τιμούν τη σήμερα τιμώμενη Αγία.

    Η Αγία Ανυσία γεννήθηκε και έζησε στα δύσκολα εκείνα χρόνια των διωγμών κατά των Χριστιανών επί εποχής του βάναυσου διώκτου, του Μαξιμιανού, την ίδια περίοδο με τον πολιούχο Άγιο της Θεσσαλονίκης, τον Μυροβλύτη Δημήτριο.

    Στους ουρανούς πατρίδα έχει την πόλη του Θεού, όπως και τόσοι άλλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας, μητέρα την Αγία Εκκλησία, πρότερον μεν την Αγωνιζομένη, στη γη, στην οποία αναγεννήθηκε, και τώρα στην Θριαμβεύουσα, στον ουρανό, την οποία αποκαλεί ο Απόστολος Παύλος «των Πρωτοτόκων [1]», της οποίας ο γενόμενος υιός της έχει αδελφούς όλους τους Αγγέλους και Μάρτυρες και Οσίους.

    Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανή από πατέρα και μητέρα, οι οποίοι ήταν επιφανείς και πλούσιοι άρχοντες της Θεσσαλονίκης. Ασπάσθηκαν την πίστη την αληθινή, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, με την οποία γαλούχησαν από μικρής ηλικίας τη θυγατέρα τους. Πόθος της ήταν να συναντήσει τον Ουράνιο Νυμφίο Χριστό, αποστρέφοντας τις ηδονές και τα υλικά αγαθά του μάταιου τούτου κόσμου και αναζητώντας τα αιώνια, ουράνια και άφθαρτα αγαθά του Παραδείσου. Γι΄ αυτό μοίρασε όλα της τα πλούτη στους φτωχούς «και τον πλούτον σκορπίσασα, και πτωχοίς επαρκέσασα, ενυμφεύθης άφθορος τω Ποιήσαντι [2]».

    Ζούσε αφιερωμένη στο Χριστό και διαρκώς προσευχόταν, τηρώντας τις νηστείες της Εκκλησίας μας. Πώλησε όλα τα υπάρχοντά της και διένειμε το πλούτο της στους φτωχούς, ενώ η ίδια ζούσε από τον κόπο των χεριών της.

    Κάποια ημέρα η αγία αυτή παρθένος είχε βγει έξω για να πάει στην εκκλησία. Την ημέρα εκείνη οι ειδωλολάτρες γιόρταζαν τη γιορτή του ήλιου. Καθ’ οδόν συνάντησε έναν στρατιώτη, ο οποίος την ανάγκασε να θυσιάσει στα είδωλα «μη προσκυνήσαι ηλίω γαρ, πεισθείσα την άδικον, καθυπέμεινας σφαγήν, φοινιχθείσα τοις αίμασι [3]». Όμως, η πίστη της Αγίας ήταν σταθερή και ακλόνητη στον Ένα και Αληθινό Χριστό. Έτσι, απαρνήθηκε τα είδωλα και τον έφτυσε κατά πρόσωπο. Ο στρατιώτης έβγαλε το σπαθί του και το έμπηξε κάτω από το πλευρό της. Έτσι έλαβε μαρτυ¬ρικό τέλος η επίγεια ζωή της αγίας Ανυσίας, το έτος 298 [4], και αξιώθηκε να λάβει τον αμαράντινο της δόξης στέφανο «μαρτυρίου διαλάμπουσα λαμπηδόσι, και αφθαρσίας στέφανον αναδησαμένη, χαίρουσα παρίστασαι, Χριστώ τω Νυμφίω σου [5]».

    Το θαυμαστό στην περίπτωσή της είναι ότι ο σύντομος χρόνος της ζωής της και το νεαρό της ηλικίας υπερκεράσθηκαν από τα σπάνια ψυχικά της χαρίσματα, την σοβαρότητα, τη γενναιότητα του φρονήματος, την πολιά της σύνεση και τον «εκ βρέφους» πόθο της για τον Χριστό, ώστε θεωρώντας όλα τα δελεάσματα της ζωής «ως ιστόν αράχνης», προχώρησε στις ευγενέστερες επιλογές και κόσμησε τη σύντομη ζωή της με την τριπλή κατά Θεόν «δόξα», της παρθενίας, της οσιότητος και του μαρτυρίου [6].

     

    Παραπομπές:

    1. Εβραίους 12,23.
    2. Στιχηρό Προσόμοιο του Εσπερινού της 30ης Δεκεμβρίου.
    3. Ο.π.
    4. Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Δεκέμβριος, εκδ. Άθως, σελ. 274-275 και 278-279.
    5. Τροπάριο κανόνος δ΄ ωδής στον όρθρο της 30ης Δεκεμβρίου.
    6. Αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος στην Αγία Ανυσία την εκ Θεσσαλονίκης.


    0 0

    ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ (Μτ. 2, 13-23): ΤΟ ΠΑΙΔΙΟΝ ΙΗΣΟΥΣ ΩΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΣ

    Από την αρχή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, συνειδητοποιεί ο αναγνώστης ότι η γέννηση του Ιησού δεν γίνεται σε ένα ειδυλλιακό τοπίο, όπως εμείς συχνά φανταζόμαστε. Η δράση του Θεού προκαλεί την αντίδραση του αμαρτωλού κατεστημένου και μια κλιμακούμενη σύγκρουση ανάμεσα στον «Προ αιώνων Θεό» που εμφανίζεται ως «Παιδίον Νέο» και το γερασμένο εκπρόσωπο της τυραννικής εξουσίας Ηρώδη. Ο πρώτος, αν και απόγονος του Δαβίδ, γεννάται σε φάτνη στην άσημη κώμη Βηθλεέμ. Ο δεύτερος, «μισοϊουδαίος» στο γένος και στη νοοτροπία, διαμένει σε παλάτι στην αγία Πόλη, συνεπικουρούμενος από τη θρησκευτική ηγεσία του Ιουδαϊσμού αλλά και όλους τους κατοίκους της. «Το φως των Χριστουγέννων συναντά το σκοτάδι της κακόβουλης εξουσίας, που την έχει διαφθείρει ο φόβος και η καχυποψία. Από τη μια πλευρά «Δόξα εν υψίστοις Θεω». από την άλλη μια τρομακτική, συνεχώς κακή βούληση, ο ρόγχος ενός μισοπεθαμένου καθεστώτος που μισεί το φως, τον κόσμο, την ελευθερία, την αγάπη και επιθυμεί διακαώς να τα ξεριζώσει χωρίς έλεος» (π. Α. Σμέμαν). Αυτή η σύγκρουση, που έχει δραματική εξέλιξη, δεν αφορά απλά δύο προσωπικότητες που ερίζουν για τον ίδιο θρόνο. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στη βασιλεία εκείνη που εδράζεται στη δίψα, στο πάθος, στην αγάπη για δύναμη και στη βασιλεία που στηρίζεται στη δύναμη της αγάπης, της θυσίας και του πάθους. Αυτή η σύγκρουση είναι διαχρονική παρόλη την ποικιλωνυμία και την πολυμορφία της εξουσίας.

    Τα φαινόμενα μάλιστα δείχνουν ότι και στη Φύση όσο και στην Ιστορία τελικά θριαμβεύει ο δαρβινικός νόμος του ισχυρού. Ο Ηρώδης καταγράφηκε στην Ιστορία ως Μέγας (37-4 π.Χ.) αφού κατάφερε με τη διπλωματική ευστροφία του και τα σπάνια χαρίσματά του να δώσει στον Ισραήλ την έκταση και την αίγλη που του είχε χαρίσει 1.000 χρόνια πριν ο Δαβίδ. Ανήγειρε το μεγαλοπρεπέστατο και ομορφότερο Ναό της εποχής του, προσφέροντας έτσι εργασία σε χιλιάδες ανέργους, θρησκευτικές τελετές σε εκατομμύρια Ιουδαίους και ισχυρά θεολογικά ερείσματα στη δικιά του τυραννία. Ακόμη όμως κι ο Ναός ήταν ένα υποστύλωμα της παράνομης εξουσίας του. Όταν αισθανόταν ότι απειλείται ο θρόνος του, δε δίσταζε να θυσιάζει ό,τι όσιο και ιερό είχε στη ζωή του. Έτσι φόνευσε την αγαπημένη του γυναίκα Μαριάμ και εκτέλεσε εν ψυχρώ τρεις γιους του. Ο ίδιος ο Οκταβιανός Αύγουστος είπε για τον πιο άξιο υπηρέτη του στην Παλαιστίνη το περίφημο ότι είναι καλύτερο να είναι κανείς υς, δηλ. χοίρος (αφού ο βασιλιάς δεν έτρωγε χοιρινό), παρά υιός του Ηρώδη (Mακρόβιος, Saturnalia 2.4.11).

    Μπορεί να αναλογιστεί κανείς την αγωνία του γερασμένου ηρωδιανού καθεστώτος όταν έμαθε το νέο της γέννησης του τεχθέντος βασιλέως των Ιουδαίων. Η αγωνία αυτή μετατρέπεται σε θηριωδία όταν αποτυγχάνει το πρώτο σχέδιο χρησιμοποίησης των μάγων ως κατασκόπων. Την κρίσιμη στιγμή επεμβαίνει ο άγγελος του Κυρίου ο οποίος εμφανίζεται στον Ιωσήφ και τον διατάσσει να σηκωθεί και να πάρει το παιδί και τη μητέρα του και να φύγει στην Αίγυπτο. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ενώ μέχρι τη γέννηση του Ιησού η Μαρία χαρακτηρίζεται ως «γυναίκα του Ιωσήφ» (αν και ρητώς σημειώνεται ότι δεν είχαν σαρκικές σχέσεις), μετά τη γέννηση ονομάζεται «μητέρα του Ιησού» επειδή του τόκου πέρας λαβόντος͵ ελύθη τε η υποψία͵ και ο Ιωσήφ επιστώθη. Είναι αξιοσημείωτες επιπλέον οι παραλληλότητες του μνήστορος της Θεοτόκου με τον Ιωσήφ, το γιο του πατριάρχη Ιακώβ. Και οι δύο διακρίνονται για τη δικαιοσύνη τους και την ηθική τους ακεραιότητα. Και οι δύο κατευθύνονται μέσω θείων οραμάτων στη χώρα του Νείλου, στην Αίγυπτο, που αποτέλεσε άσυλο για πολλούς φυγάδες Ισραηλίτες (Γ’Βασ.11,40. Ιερ. 26,21 [Ο’ 33,21]). Ο πρώτος όμως χάνεται από το προσκήνιο της ευαγγελικής ιστορίας όταν εκπληρώνει την αποστολή του, ενώ ο δεύτερος αναδεικνύεται Φαραώ.

    Η πρώτη παταγώδης αποτυχία σύλληψης και δολοφονίας του τεχθέντος βασιλέα των Ιουδαίων μέσω των μάγων άφησε τον Ηρώδη ως ληρώδη. Ο Ιδουμαίος βασιλιάς εθυμώθη λίαν͵ και αποστείλας ανείλεν πάντας τους παίδας τους εν Βηθλέεμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής από διετούς και κατωτέρω͵ κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσεν παρά των μάγων. Τα ερωτήματα που προκύπτουν από τη σφαγή των νηπίων είναι πολλά και δυσεπίλυτα. Αρκετοί αμφισβητούν καταρχήν την αξιοπιστία του γεγονότος, καθώς αυτό δε μνημονεύεται από κανέναν άλλο ιστορικό της εποχής. Η σφαγή, όμως, κάποιων ολιγάριθμων νηπίων ενός χωριού (της Βηθλεέμ) με 500 περίπου κατοίκους δεν αποτελούσε «έκπληξη» για τη συμπεριφορά ενός τυράννου που δε δίστασε την ίδια περίπου εποχή (6 π.Χ.) να σφάξει τα παιδιά του Αλέξανδρο, Αριστόβουλο και Αντίπατρο, που τα υποπτευόταν ως σφετεριστές του θρόνου. Κρισιμότερες είναι οι θεολογικές απορίες. Τίνος ένεκεν ο Θεός συνεχώρησε να πεθάνουν αθώα βρέφη και μάλιστα προς χάριν του Παιδίου εκείνου που σαρκώθηκε για να σφαγεί χάριν όλου του κόσμου; Πως είναι δυνατόν από τη μια άγγελοι να ψάλλουν, σύμφωνα με το Λουκά, στη Βηθλεέμ το Δόξα εν υψίστοις Θεω και επί γης ειρήνη και στον ίδιο χώρο να ακούγονται τα κλάματα αθώων νηπίων και οι ολολυγμοί των μητέρων; Ποια είναι η ειρήνη που έφερε η έλευση του Ιησού στον κόσμο αφού μέχρι σήμερα στον ίδιο χώρο αντηχούν οι ιαχές και ο παραλογισμός της βίας του πολέμου;

    Φυσικά ο Ιησούς δεν ήρθε να φέρει μια ειρήνη-Pax αντίστοιχη της Ρωμαικής, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια απουσία εχθροπραξιών που εξυπηρετούσε απλά την «ομόνοια» ισχυρών συμφερόντων των ολίγων που εμπορεύονταν τα σώματα και τις ψυχές των πολλών. Η ειρήνη του Χριστού προϋποθέτει την αφαίρεση του αποστήματος της αμαρτίας, της «έμφυτης» (για τα μέτρα του κόσμου) δίψας του ανθρώπου για ισχύ, ηδονή και δόξα. Γι’ αυτό και η παρουσία του προκαλεί τον πόνο που αισθάνεται κανείς από το χειρουργικό μαχαίρι. Προκαλεί επίσης τις σπασμωδικές αντιδράσεις όλων εκείνων που διαχειρίζονται στη γη αυτή την πολιτική και κάθε άλλη εξουσία εξουσία χρησιμοποιώντας τη μάχαιρα της βίας. Η σφαγή των νηπίων κάθε εποχής αποδεικνύει καταρχήν που μπορεί να φτάσει ο αποστατημένος από το Θεό ανθρώπινος νους, ο οποίος γίνεται είτε κτηνώδης, είτε δαιμονιώδης, είτε πολλές φορές και κάτι ιταμότερο και από τα δύο αυτά στοιχεία. Φυσικά τίποτα δε γίνεται χωρίς την παραχώρηση του Θεού της αγάπης ο οποίος βλέπει τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας και οικονομεί τα πάντα με τέτοια σοφία που ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να συλλάβει. Απαντούν οι Πατέρες σχετικά με τη σφαγή των νηπίων τα εξής: ει γαρ τους εν πονηρία μέλλοντας ζην͵ διηνεκώς μετά μακροθυμίας φέρει της εαυτού ο Θεός͵ πολλώ μάλλον τούτους ουκ αν είασεν τεθνάναι ούτως͵ είπερ ήδει μεγάλα τινά ανύσαντας· και ούτοι μεν παρ΄ ημών οι λόγοι· ου μην πάντες ούτοι͵ αλλ΄ εισί και τούτων απορρητότεροι͵ ούς μετά ακριβείας οίδεν ο ταύτα οικονομών.

    Ο Ηρώδης, το σύμβολο του υπερανθρώπου, ξεψυχά στην Ιεριχώ από καρκίνο των εντέρων και υδρωπικία το Πάσχα του 4 π.Χ.[1] Ο θεάνθρωπος Ιησούς επιστρέφει στη Γαλιλαία: τεθνήκασιν οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου. Ο ίδιος, ο καινός φανείς και παλαιός ευρεθείς και πάντοτε νέος εν αγίων καρδίαις γεννώμενος (Επιστ. Προς Διόγνητον) θα τελειώσει στο όρος της Γαλιλαίας την επίγεια πορεία του με τη φράση: και ιδού εγώ μεθ΄ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος (Μτ. 28,20) Δυο χιλιάδες χρόνια πέρασαν από τότε, αλλά οι ίδιες δύο εξουσίες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες η μια απέναντι στην άλλη στον πολυβασανισμένο πλανήτη μας: η εξουσία της γυμνής δύναμης, η τυφλωμένη από τρόμο και τρομακτικά απάνθρωπη. Και η ακτινοβόλα εξουσία του παιδιού της Βηθλεέμ. Φαίνεται όμως πως όλη η εξουσία, όλη η δύναμη βρίσκεται στα χέρια αυτής της γήινης αρχής… Μόνο όμως φαινομενικά: επειδή ποτέ δεν παύουν να λάμπουν το αστέρι και η εικόνα της Μητέρας με το Βρέφος (π.Α.Σμέμαν).

     

    Παραπομπή:

    1. Ένα ενδιαφέρον άρθρο για τις αιτίες του θανάτου του Ηρώδη έχει αναρτηθεί στην ηλεκτρονική έκδοση της Montreal Gazette. Ο συγγραφέας του, A. Mark Clarfield, συζητά τις διάφορες ιστορικές μαρτυρίες και καταλήγει: «The combination of symptoms was a challenging one, especially the presence of gangrene of the genitalia — something one does not see every day. The scientists used a clever bit of clinical reasoning and came to a tentative conclusion: chronic kidney failure of unknown cause complicated by the rare (thank God) Fournier’s gangrene of the testicles. There are other candidates, of course, such as syphilis or other sexually transmitted diseases, but the kidney diagnosis seemed to fit the symptoms best.»


    0 0

    Η Εκκλησία βρίσκεται πάντα στο πλευρό του πολίτη , σε όλες τις δυσκολίες , πνευματικές ανάγκες και οικονομικά προβλήματα. Σε κάθε γειτονιά και μια εκκλησία, μία ενορία, λειτουργεί ως πηγή δύναμης και καθάριου νερού για τους διψασμένους. Στον Ιερό Ναό της Ευαγγελίστριας, στον Πειραιά, ο πατήρ Γεώργιος Γεωργακόπουλος εξηγεί πως η ενορία που διακονεί μαζί με άλλους ιερείς έχει γίνει σημείο αναφοράς για τον κόσμο που έχει ανάγκες. Πηγή: www.orthodoxianewsagency.gr

    Ρεπορτάζ Δημήτρης Στρουμπάκος, κάμερα Ανδρέας Χαλκιόπουλος.


    0 0

    Ιησούς Χριστός ο Αρχιπάρθενος, έργον αγιογραφείου Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου 2015

    Σειρά κηρυγμάτων με ομιλητή τον Αρχιμανδρίτη π. Επιφάνιο Χατζηγιάγκου με θέμα την ερμηνεία του Συμβόλου της Πίστεως.

    Οι ομιλίες έγιναν στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Φλώρινας.


    0 0

    Why shouldn’t Christianity change with the times?

    Saint Theophan wrote this on the Sunday after the Nativity, 29 December 1863 and his words are as apposite today as they were then.

    The times have changed!
    How happy I was to hear this. This means that you’re listening carefully to what I say, and not only that you’re listening, but also that you’re determined to abide by it. What more could we desire, those of us who preach as we were ordered to and what we were ordered to?

    Aside from all this, I can in no way agree with your opinion and I consider it my duty to comment on and correct it, because (despite the fact that it perhaps goes against your will and conviction) it originates from a sinful source. As though Christianity could do away with its doctrines, its canons, its sanctifying ceremonies in order to respond to the spirit of each era and, by altering itself to the changing tastes of the children of this age, could add or subtract something.

    But it’s not like this. Christianity needs to remain eternally unchanged, without depending at all upon or being led by the spirit of each age. On the contrary, Christianity has been given the task of governing and guiding the spirit of the age for those who obey its admonitions. In order to convince you of this, allow me to relay a few thoughts for your consideration.

    Some have said that my teaching is strict. First of all, my teaching is not mine, nor should it be. From this sacred position, no one should or can, preach their own teaching. If, then, I or someone else ever dares to do this, you can have us removed from the church.

    We preach the teaching of our Lord and God and Saviour Jesus Christ, His holy Apostles and of the Holy Church which is guided by the Holy Spirit. At the same time, we take care in every possible way to maintain this teaching completely intact and inviolate in your mind and heart.

    We present each thought and we use each word very carefully, so that we do not overshadow in any way this brilliant and divine teaching. No-one can act in any other way.

    Such a law, which declares that a sermon preached in church is sent by God, has been established since the creation of the world, and thus has to remain in force until the end of the world. After passing down the commandments of God Himself to the people of Israel, the Prophet Moses, concluded as follows: ‘You shall not add to the word I command you, nor take from it, that you may keep the commandments of the Lord your God, all that I command you today’ (Deuteronomy 4:2).

    This law of consistency is so unchangeable that even our Lord and Saviour Himself, when teaching the crowds on the mount said, ‘Do not think that I came to destroy the Law or the Prophets. I did not come to destroy but to fulfil. For assuredly, I say to you, till heaven and earth pass away, one jot or one tittle will by no means pass from the law till all is fulfilled’ (Matthew 5, 17-18).

    Then He gave the same authority to His own teaching, before interpreting the commandments in the spirit of the Gospel, by adding: ‘Whoever therefore breaks one of the least of these commandments, and teaches men so, shall be called least in the kingdom of heaven’ (Matthew 5, 19).

    This means that each person who incorrectly interprets the commandments of God and reduces their importance, will be disowned in the life to come. This is what He said at the beginning of His preaching. He confirmed the same to Saint John the Theologian, the beholder of ineffable revelations, to whom He described the final judgement of the world and of the Church, indicating in the Apocalypse [Book of Revelation]: ‘For I testify to everyone who hears the words of the prophecy of this book: If anyone adds to these things, God will add to him the plagues that are written in this book; and if anyone takes away from the words of the book of this prophecy, God shall take away his part from the tree of life, from the holy city, and from the things which are written in this book’ (Revelation 22:18-19).

    For the entire duration of time in which He mediates, from His first advent into the world until His second coming, Christ gave to His holy Apostles and to their successors the following law: ‘Go therefore and make disciples of all the nations…, teaching them to observe all things that I have commanded you’ (Matthew 28,19).

    This means: ‘Teach, not what would be possible for someone else to think up, but what I have ordered, and this until the end of the world’. And He adds: ‘and behold, I am with you always, even to the end of the age. Amen’ (Matthew 28, 20).

    The Apostles received this commandment and sacrificed their lives in order to abide by it. And to those who wanted to force them not to preach all that they were preaching and who threatened them with punishments and death, they answered: ‘Whether it is right in the sight of God to listen to you more than to God, you judge. For we cannot but speak the things which we have seen and heard’ (Acts 4, 19-20).

    This clear commandment was passed down by the Apostles to their successors, was accepted by the latter and has withstood the test of time within the Church of God. It’s because of this commandment that the Church is the pillar and the foundation of truth. Therefore you see what inviolate stability it has? After this, who would be so bold as to move or to keep prodding at anything in the Christian doctrine and law?

    Then listen to what’s presented in the Book of the Prophet Ezekiel, who for seven days found himself in ecstasy of prayer and after seven days heard the word of the Lord: ‘Son of man, I made you a watchman for the house of Israel, and you will hear a word from My mouth’ (Ezekiel 3,17). And he spoke out to the people: ‘Here is the law for you! If you see a lawless person committing iniquity and you do not tell him to leave his iniquity and change his ways, “that lawless man shall die in his unrighteousness; but his blood I will require at your hand”’ (Ezek. 3:18). However, ‘if you warn the lawless, and he does not turn from his lawlessness, nor from his way, that lawless man shall die in his unrighteousness; but you will have delivered your soul. Again, when a righteous man turns from his righteousness and commits a transgression, and I put him to the test, he shall die, because you did not give him explicit warning. He shall die in his sins, and his righteous deeds which he did shall not be remembered; but his blood I will require at your hand. But if you explicitly warn the righteous man not to sin, and he does not sin, the righteous man shall live, because you explicitly warned him; and you will deliver your own soul’ (Ezek. 3:19-21).

    What a strict law! And yet, it resounds in the consciences of all the shepherds at their election and ordination, when a heavy yoke is placed upon them: that is to herd the flock of Christ which He has entrusted to them, be it large or small. And they aren’t only to herd it but to sustain it, also. How can someone be so arrogant as to distort anything at all in the law of Christ when this would result in the destruction of both the pastors and the flock?


older | 1 | .... | 1444 | 1445 | (Page 1446) | 1447 | 1448 | .... | 1462 | newer