«Τ άλογο! τ άλογο! Ομέρ Βριόνη, τό Σούλι εχούμησε και μάς πλακώνει. Τ άλογο! τ άλογο! ακούς, σουρίζουν ζεστά τα βόλια τους, μάς φοβερίζουν. »Για ιδές, σά δαίμονες μάς πελεκάνε! Κάτου απ το βράχο τους πώς ροβολάνε! Δες τα κεφάλια μας, δες τα κουφάρια κυλάνε ανάκατα σαν να ν λιθάρια. »Τ άλογο! τ άλογο! Ακούς [...]
↧